Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Ορθόδοξη Ποίηση » »ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΦΟΡΑ ΤΗΣ …ΛΥΤΡΩΣΗΣ ΧΑΡΑΜΑΤΑ»!….

»ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΦΟΡΑ ΤΗΣ …ΛΥΤΡΩΣΗΣ ΧΑΡΑΜΑΤΑ»!….

omariaaigyptia
-ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ…
Έφυγες βιαστική, ξαναμμένη, πνιγόσουν στου πρωτόφωτου το χάραμα,
με τα χνώτα ανάκατα, βαριά απ της σπιρτάδας του αλκοόλ
και του κρεβατιού τη ζάλη την απρόσωπη, στου κρυφού τη γοητεία την απατηλή,
μπουχτισμένη,
απ τα θέλγητρα της αγοραίας ηδονής ‘’εις των ερώτων ταις κλίναις’’
κατά τον Αλεξανδρινόν,
Νόμισες,

έτσι θα ξόρκιζες του θανάτου την κρυάδα που μορφώθηκε στης μάνας τη χλωμάδα
στο μεγάλο της ταξίδι κι εσύ με μια μαντήλα που στη φορέσαν
για τη μάνα ‘’εμ τι θα πει ο κόσμος?’’
Και ακολούθησες τα θέλγητρα του κόσμου
που σε ξεσήκωσε :μην είσαι χαζή σου παν
να περνάς καλά σου είπαν έχει αξία….
Μπουχτισμένη,
ξανά απ το μώλωπα του ‘’αφεντικού’’ και το σχισμένο φρύδι με τα ράματα
για να μη νιώθεις είπες
Φεύγω’ που πάς?
Στη γη την αιγυπτιώτικη γυρνάνε πίσω
ή επαγγελίας ψάχνουνε τη γή?
‘’Όπου με βγάλει’’ και το πίστεψες
Και κατεβαίνοντας την κατηφόρα αντίκρυσες την πέτρινη την Κιβωτό
Με τα λεβέντικα κυπαρισσόπουλα να ανταριάζουν τον αγέρα
της πόλης που ξυπνά απ΄ το λήθαργό της
Καμπάνα πρώτη!
Είχε εκκλησιά εδώ? Ρωτήθηκες η ίδια
Δεν πέρασες δεν ήξερες ξανά
Μπουχτισμένη.
-Τι να μου κάνει κι ο Θεός?
Να προσπεράσεις προσπαθείς
μα έξω απ της συνείδησης τα διόδια λόγο που να δώσεις?
Ρίχνεις ξωγύρω μια ματιά και μπαίνεις όπως νάναι
παίρνεις ευωδιαστό μελισσοκέρι’ το θυμόσουν
και σε εικόνα άγνωστη μπροστά το αποθέτεις
‘’Ποια νάναι αυτή?’’ μέσα σου λες
και στης Αιγύπτιας τη μορφή ξαναρωτάς
και να , για τη στερνή μεταλαβιά ο γερο Ζωσιμάς την ετοιμάζει
κι αφού έχει σβήσει σαράντα τόσα χρόνια στου ιδρώτα και της άσκησης
το ξέφρενο το πάθος το μεγάλο της σάρκας που το εξάτμισε η αγάπη του Μεγάλου
και Νυμφίου της που ολόρθωσε ανάστημα στου Ιορδάνη τα αγιόνερα
και ξεπλύθηκε στο αίμα, στο νερό και στο δάκρυ,
και κοίταζες και ζήλεψες
μπορώ κι εγώ μια άλλη ζωή είπες,
και μια Εγγυήτρα Μεγάλη Μάνα Παναγιά ν’ ανακαλύψω?
πέρασες μπροστά’ Σε γλυκοκοίταξε!
Στο ασημένιο σύθαμπο στο θρόνο Της
το μαρμάρινο, με τα καντήλια φλόγες πύρινες κατάνυξης κι ευλάβειας
δεν το’ θελες, έπεσες κάτω και γονάτισες
μια γλύκα απρόσμενη όπως παλιά μικρή στην εκκλησιά…
Κάθισες συνήλθες κι ευωδιαστό το θύμιαμα
του λειτουργού που τον αέρα του ναού διέσχισε..
Κι η Λειτουργιά συνέχισε
κι ούτε κατάλαβες το πώς και πόσα τα σταλάγματα των οματιών σου
που τα ξόδεψες με μύρο τυλιγμένα μεταμέλειας στα πόδια Του
κι απόφασης ζωής ν αλλάξεις να ανασάνεις…..μέσα σε άλλη βιοτή
και τόλμησες στο τέλος να μιλήσεις
και στου Θεού το λειτουργό, μέντορα να ζητήσεις, ,πνευματικό κι εξομολόγο,
Πατέρα που σου έλειψε να δεις ν’ αναγνωρίσεις, στη λύτρωση του επιτραχηλιού
ψυχή να ξεκλειδώσεις,
στης πιο στενής της φυλακής σου απομόνωσης που σφαλερά κλειστή ήταν
να επιτρέψεις γιατί ΄΄αγάπησες πολύ’ και να!
Ανακουφισμένη!
απ των παθών την ταραχή ΖΩ! είπες!
Και προς Εκείνη και την Οσία στράφηκες κι απίθωσες το βλέμμα
ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ κι ΕΥΓΝΩΜΩΝΩ ΣΕ που μια ψυχή από δω θα βγει
Λυτρωμένη!

(»ΠΡΟΣΜΟΝΑΡΙΟΣ» ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 17/4/2016)