Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Ἐκκλησιαστής

proseuxi

Ἐκκλησιαστής

Τό ὄνομα Ἐκκλησιαστής προσδιορίζει τόν κήρυκα ἤ τόν ὁμιλητή σέ θρησκευτική σύναξη. Ὁ ὁμιλητής αὐτός, πού ταυτίζεται μέ τόν βασιλιά Σολομῶντα, προτρέπει τόν ἄνθρωπο σέ πολλά θέματα πού τόν ἀφοροῦν, τά ὁποῖα θά ἀναφέρουμε στήν συνέχεια.
Ἡ ἔρευνα πάντως θέτει ἀμφιβολίες ὡς πρός τό πρόσωπο πού συνέγραψε τό βιβλίο. Τό πιθανότερο θεωρεῖται ὅτι πρόκειται γιά κάποιον ἰσραηλίτη λόγιο ἄνδρα, πού ἔζησε στά μεταιχμαλωσιακά χρόνια, συνέγραψε πιθανόν σέ προχωρημένη ἡλικία καί ἀπέκτησε ὁμάδα μαθητῶν. Ἐπίσης, ἡ χρονολόγηση τοῦ κειμένου τοποθετεῖται στόν 4ο αἰώνα μ.Χ.
Μέ συντομία συνοψίζουμε τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου. Περιέχει τόν ἔντονο προβληματισμό ὡς πρός τήν ἀξία τῆς ζωῆς καί κυρίως ἀφορᾶ στόν λόγο ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο. Περιλαμβάνει συμβουλές γιά τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό καί τούς συνανθρώπους του.Ὑπάρχουν προτροπές εἰδικά πρός τούς νέους, ὅπου τούς συνιστᾶται νά τηροῦν τό μέτρο στήν ζωή τους καί νά μήν ὑπερβάλλουν. Ἐπιπλέον, τά ἀποφθέγματα σοφῶν ἀνδρῶν, πού ὑπάρχουν, δημιουργοῦν τίς ἀρετές πού προτρέπεται νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος.
Πιό συγκεκριμένα, ὁ ἄνθρωπος προτρέπεται νά ἀπολαμβάνει μέ σύνεση τά ἀγαθά τῆς ζωῆς, ὅμως μέ φόβο Θεοῦ. Τοῦ ὑπενθυμίζεται ὅτι τά πράγματα τῆς γῆς εἶναι ὅλα πεπερασμένα καί φθαρτά. Δίνουν κάποια χαρά ἀλλά δέν γεμίζουν οὐσιαστικά τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται προσωπικά ὑπεύθυνος ἔναντι τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ὑπόλογος γιά ὅσα πράττει ἔναντι τῆς κοινωνίας. Τό σημαντικότερο εἶναι ὅτι ὅταν κάποιος ἀναγνώσει τό ἱερό κείμενο γεννᾶται μέσα του ἡ ἐπιθυμία γιά μιά ὑψηλή ἀποκάλυψη καί ὄχι γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ. Οὐσιαστικά στούς ἀναγνῶστες γεννᾶται ἡ ἐπιθυμία γιά τήν ἄνωθεν ἀποκάλυψη, πού θά πραγματοποιηθεῖ σαφῶς μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ στήν Καινή Διαθήκη.
Δύο ἄλλα θέματα πού ἀπαντοῦν στό βιβλίο σχετίζονται μέ τήν θεοδικία καί τήν κατάσταση τῶν νεκρῶν στόν ἅδη. Γιά τό πρῶτο θέμα ἔχουμε παρόμοια προσέγγιση μέ τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Σημαντική εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι τά πράγματα γιά τά ὁποῖα στεναχωρεῖται ὁ δίκαιος, ὅτι δέν ἔχει ἀποκτήσει, ἀποτελοῦν «ματαιότητα». Ἐπίσης, γνωστή εἶναι καί ἡ ἄλλη ἰδέα, ὅτι καί ὁ δίκαιος εἶναι σέ κάποιο βαθμό μέτοχος τῆς ἁμαρτίας, κατά τό «ὅτι ἄνθρωπος οὐκ ἔστι δίκαιος ἐν τῇ γῇ, ὅς ποιήσει ἀγαθόν καί οὐχ ἁμαρτήσεται» (7,20) καί ἔτσι δέν πρέπει νά παραπονεῖται. Ἄλλωστε, ὁ Θεός ὡς παντογνώστης θά ἀποδώσει στόν καθένα κατά τήν δικαιοσύνη Του. Διαβάζουμε: «καί εἶπα ἐγώ ἐν καρδίᾳ μου, σύν τόν δίκαιον καί σύν τόν ἀσεβῆ κρινεῖ ὁ Θεός, ὅτι καιρός παντί πράγματι καί ἐπί παντί τῷ ποιήματι ἐκεῖ» (3,17).
Γιά τό θέμα τῶν νεκρῶν καί τήν σχέση τους μέ τούς ζῶντες ἀναφέρει ὅτι «ὁ θανάτος ἀποτελεῖ κοινή μοίρα ὅλων, ἀνθρώπων καί ζώων» (3,19). Ἀκόμα, ἀναφέρεται ὅτι στόν ἅδη δέν ὑπάρχει ἐλπίδα γιά ἐπικοινωνία τῶν νεκρῶν καί τῶν ζώντων (9,4-5). Οἱ νεκροί δέν νοιώθουν ἀγάπη ἤ μῖσος καί ἐπίσης ἐκεῖ πού βρίσκονται δέν τούς θυμᾶται κανείς (9,6.10). Γενικότερα, δέν εἶναι γνωστή ἡ πορεία καί ἡ κατάληξη τῶν νεκρῶν γι᾽αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νά τηρεῖ ὅσα ὁ Θεός ἔχει ὁρίσει ὡς Νόμο Του.
Τέλος, στό βιβλίο Ἐκκλησιαστής, πού μέ συντομία παρουσιάζουμε, ὑπάρχουν κάποιες ἰδέες πού μοιάζουν ἀντίθετες χωρίς ὅμως νά εἶναι. Στό κείμενο λοιπόν ὑπάρχει μιά ἔντονη ἀπαισιοδοξία, ἀλλά αὐτό χωρίς νά χάνεται ἡ ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Αὐτό ὅμως τό «κλῖμα» ἀπαισιοδοξίας ἀποτελεῖ πιθανόν τόν λόγο πού δέν ὑπάρχουν ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, μέ τό βιβλίο ἀσχολήθηκαν ὁ Γρηγόριος Θαυματουργός (PG 10,987-1018), ὁ Διονύσιος Ἀλεξανδρείας (PG 10, 1577-88), ὁ Γρηγόριος Νύσσης (PG 44, 615-754) καί ὁ Ὀλυμπιόδωρος (PG 93, 477-628).
«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη