Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Ορθόδοξη Θεολογία - Αντιαιρετικά - Ιεραποστολή » Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ »ΨΥΧΗ» ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ »ΨΥΧΗ» ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

psyxh_3

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ »ΨΥΧΗ» ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Από ορισμένες θνητοψυχικές αιρέσεις, όπως οι Ρωσσελιστικές, γίνεται προσπάθεια να παρερμηνευθούν ορισμένα χωρία της Αγίας Γραφής, για να δειχθεί ότι δήθεν η λέξη «πνεύμα» είναι πάντοτε διαφορετική από τη λέξη «ψυχή» και από τη λέξη «πνοή». Όμως στη συνέχεια, θα δείξουμε πόσο εσφαλμένη είναι μια τέτοια προσπάθεια.

1. Ανασκόπηση των προηγουμένων εννοιών

Σε προηγούμενη μελέτη ασχοληθήκαμε με το θέμα της έννοιας «ψυχή». Διαπιστώσαμε πως η ελληνική λέξη «ψυχή», όπως και η εβραϊκή λέξη «νέφες» είναι όροι πολυσήμαντοι. Έχουν δηλαδή όχι μία και μοναδική, αλλά πολλές σημασίες.
Εξετάζοντας αρκετά χωρία της Αγίας Γραφής διακρίναμε ότι και στο θεόπνευστο αυτό βιβλίο, η λέξη «ψυχή» στα ελληνικά, αλλά και στα εβραϊκά «νέφες» απαντάται και χρησιμοποιείται με μια πληθώρα σημασιών.
Κάθε φορά που συναντούμε λοιπόν αυτές τις λέξεις, πρέπει να τις ερμηνεύουμε και να τις κατανοούμε πάντοτε σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο στο οποίο ανήκουν.
Χωρίς να υπεισερχόμαστε σε λεπτομέρειες, αφού αυτές αποτέλεσαν το αντικείμενο προηγούμενης μελέτης, ας δούμε εν συντομία μερικές από τις σημασίες της λέξης «ψυχή», τις οποίες ήδη έχουμε μέχρι τώρα διακρίνει και να προχωρήσουμε στη συνέχεια σε βαθύτερες και σημαντικότερες σημασίες της και να αντιληφθούμε το θεολογικό της περιεχόμενο.
Εξετάζοντας την ετυμολογία της λέξης «ψυχή» που δεν διαφέρει ουσιαστικά από την ετυμολογία της αντίστοιχης εβραϊκής λέξης «νέφες», διαπιστώσαμε ότι σχετίζεται με την αναπνοή. Μάλιστα, αρχικά η λέξη «νέφες», χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τον λάρυγγα, δηλαδή ένα από τα όργανα που ανήκουν στο αναπνευστικό σύστημα, αλλά ακόμη και τον αυχένα, ή τον τράχηλο. Επειδή η αναπνοή είναι ένα από τα κύρια εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά και μία από τις βασικές εκδηλώσεις του φαινομένου της ζωής, γι’ αυτό η λέξη «ψυχή» και βεβαίως και η λέξη «νέφες», δεν άργησαν να σημαίνουν και τη βιολογική ζωή των ζωντανών οργανισμών και ιδιαίτερα των ζώων, αλλά και του ανθρώπου. Με αυτή άλλωστε τη σημασία, η λέξη «ψυχή» είναι το δεύτερο συνθετικό της λέξης «έμψυχα» προκειμένου να ορίσει όντα με βιολογική ζωή. Ειδικότερα όμως για τον άνθρωπο, σημαίνει την προσωρινή βιολογική ζωή.
Προχωρώντας λίγο περισσότερο, σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στο Λευϊτικό 17,11, η λέξη ψυχή ταυτίζεται με τη λέξη αίμα που είναι και αυτό, όπως και η αναπνοή ένα από τα βασικά στοιχεία των ζωντανών οργανισμών. Παράλληλα όμως και κατ’ επέκταση της σημασίας της ψυχής ως της προσωρινής βιολογικής ζωής των ζώων, αλλά κυρίως των ανθρώπων, η λέξη αυτή χρησιμοποιήθηκε και για να προσδιορίσει τον εκάστοτε φορέα της βιολογικής ζωής σαν άτομο ή προσωπικότητα. Όσον αφορά αυτές τις σημασίες του όρου «ψυχή», μπορούμε γενικά να πούμε ότι εφαρμόζονται ισοδύναμα και αδιακρίτως στα ζώα και στους ανθρώπους. Γι’ αυτό πολλοί σταματούν εδώ. Διαγράφουν και αδιαφορούν για όλες τις άλλες σημασίες του όρου «ψυχή» στην Αγία Γραφή και ισχυρίζονται ότι η ψυχή των ανθρώπων, δεν διαφέρει σε τίποτε από την ψυχή των ζώων, αλλά απλώς σημαίνει την προσωρινή βιολογική ζωή. Γι’ αυτό και διδάσκουν ότι η ψυχή των ανθρώπων είναι θνητή, δηλαδή ότι εξαφανίζεται και εκμηδενίζεται, με τον βιολογικό θάνατο. Ωστόσο, η Αγία Γραφή τους διαψεύδει παταγωδώς, διότι περιέχει και άλλες σημασίες του όρου «ψυχή» και σαφώς διακρίνει την ψυχή των ανθρώπων από την ψυχή των ζώων. Στην «ψυχή» ως τον φορέα της προσωπικότητας αποδίδονται διάφορες ιδιότητες. Μπορούμε για λόγους ταξινόμησης να διακρίνουμε τις ιδιότητες αυτές σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
1ον : Στις κατώτερες και βιολογικές, όπως η αναπνοή, που δηλώνουν απλώς, ότι το άτομο ζει.
2ον : Στις ψυχολογικές, που τις χωρίζουμε στα σωματικά αισθήματα, όπως πείνα, δίψα, αφή, όραση κλπ., στα συναισθήματα, όπως στοργή, αγάπη, μίσος, βδελυγμία, θλίψη, πένθος, ευφροσύνη, ακηδία κλπ. Έτσι, η Αγία Γραφή, ρητά αναφέρει ότι η ψυχή πεινά, διψά, αλλά και αγαπά, μισεί, ευφραίνεται, πενθεί κλπ.
3ον : Στις πνευματικές ιδιότητες της ψυχής, που σχετίζονται με το Θεό. Έτσι, αναφέρεται ότι η ψυχή εκζητεί το Θεό, αγαπά το Θεό, δοξολογεί το Θεό, κλπ.
Είναι φανερό, πως τέτοιου είδους ιδιότητες, δηλαδή πνευματικές, διαθέτει μόνο η ψυχή του ανθρώπου κατ’ αποκλειστικότητα και άρα βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η ψυχή του ανθρώπου, διαφοροποιείται από την ψυχή των ζώων μέσα στην Αγία Γραφή.
Άλλες παρεμφερείς σημασίες του όρου ψυχή που απαντώνται στην Αγία Γραφή, είναι η ψυχή ως έδρα του εγώ και αντί αντωνυμίας προσωπικής ή αυτοπαθούς.

2. Εσφαλμένη χρήση πολυσήμαντων λέξεων
Στη μελέτη αυτή θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε και άλλες σημασίες του όρου «ψυχή», όπως χρησιμοποιείται στην Αγία Γραφή και οι οποίες μάλιστα, περιέχουν τη χριστιανική διδασκαλία, διαφοροποιούμενες με αυτό τον τρόπο από τη γενική χρήση του όρου από τους ειδωλολάτρες.
Για παράδειγμα, η λέξη «θεός» είναι ειδωλολατρικής προέλευσης, όπως άλλωστε και η λέξη «ψυχή», εντούτοις χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους θεόπνευστους συγγραφείς της Αγίας Γραφής, το ίδιο όπως και η «ψυχή». Και η λέξη «θεός», όπως και η λέξη «ψυχή», έχει πολλές σημασίες και άλλοτε χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους ψευδείς δαιμονικούς θεούς των ειδωλολατρών, άλλοτε τους αγγέλους και άλλοτε τους ανθρώπους, κατά κύριο όμως λόγο, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον μόνο αληθινό Θεό.
Έτσι, αν εφαρμόσουμε τη συλλογιστική των αιρετικών, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η λέξη «θεός», έχει μία και μόνη σημασία και να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Θεός των Χριστιανών και των Ισραηλιτών, ταυτίζεται με τους αγγέλους και τους ανθρώπους, αφού και αυτοί χαρακτηρίζονται ως «θεοί», αλλά ταυτίζεται ακόμη και με τα είδωλα, δηλαδή τους θεούς των ειδωλολατρών.
Είναι φανερό λοιπόν από αυτό το απλό παράδειγμα, το που μπορεί να οδηγήσει η ασύνετη, κοντόφθαλμη και προσκολλημένη στο γράμμα ερμηνεία των Αγίων Γραφών. Αντίθετα, οι συγγραφείς της Βίβλου, πήραν τους ειδωλολατρικούς όρους «θεός» και «ψυχή» και τους επεξέτειναν, έτσι ώστε οι έννοιές τους να συμπεριλάβουν τις χριστιανικές αλήθειες τις οποίες εμείς πρέπει να αναζητήσουμε με πνεύμα πράο και ταπεινό, όχι επηρμένο και αλαζονικό και με γνώμονα την παράδοση της Εκκλησίας και όχι τις αντιλήψεις των ειδωλολατρών.

3. Η ψυχή ως «ο όλος άνθρωπος» ΚΑΙ ως «συστατικό του ανθρώπου»
Μέχρι τώρα, είδαμε αρκετές έννοιες της λέξης «ψυχή», αλλά βεβαίως όχι όλες. Πριν προχωρήσουμε στις υπόλοιπες ας μείνουμε για λίγο στη σημασία της λέξης «ψυχή», ως της έδρας της προσωπικής ζωής του ανθρώπου, της έδρας του «εγώ». Με άλλα λόγιαολόκληρου του ανθρώπου.
Στο σημείο που το βιβλίο της Γενέσεως μας περιγράφει τη δημιουργία του ανθρώπου, λέγει τα εξής: «Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης. Και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Κατ’ αρχήν σημειώνουμε ότι όσα αναφέρονται περί του Θεού ανθρωπομορφικά, «συμβολικώς εστί λελεγμένα», όπως λέγει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Έχουν δηλαδή, υψηλότερο νόημα, διότι ο Θεός δεν έχει χέρια για να πλάσει με αυτά τον άνθρωπο, από τον πηλό, ούτε στόμα, ούτε χείλη, ούτε πνεύμονες για να φυσήξει στο πρόσωπό του. Όλους αυτούς τους συμβολισμούς τους αναλύουν οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας με εκτενείς αναφορές που δεν υπάρχει χώρος να παρατεθούν στη μελέτη αυτή.
Ας αρκεστούμε όμως στο να παραθέσουμε συνοπτικά, πάλι από τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο ότι «κεκρυμμένην έχει τινά έννοιαν, εκ των καθ’ ημάς τα υπέρ ημάς εκδιδάσκουσα». Θα περιοριστούμε στο να επισημάνουμε την προσωπική και ιδιαίτερη φροντίδα του Θεού στη δημιουργία του ανθρώπου, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα υλικά δημιουργήματα, τα οποία «είπε και εγεννήθησαν». Ταυτόχρονα, θέλουμε να τονίσουμε ότι εδώ η λέξη «ψυχή» δηλώνει τον όλο άνθρωπο. Ούτε μόνο το σώμα, που είναι σύνθετο και ορατό και προέρχεται από το χώμα της γης είναι ο ζωντανός άνθρωπος που εδώ ονομάζεται «ψυχή ζώσα», ούτε το άλλο του συστατικό που είναι «απλούν» και νοερό και αόρατο και προέρχεται από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος του Θεού, το οποίο ζωοποιεί και ζωογονεί το σώμα. Ο ζωντανός άνθρωπος είναι και τα δύο μαζί και γι’ αυτό και στην ανάσταση του ανθρώπου, θα συμμετέχουν πάλι και τα δύο συστατικά. Το σώμα όμως πλέον δε θα υπόκειται στους νόμους της φθοράς, όπως άλλωστε και ολόκληρη η υπόλοιπη κτίση [Ρωμ.8:20-21]. Αυτό το σημείο τονίζει και ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυρας που έζησε στον δεύτερο αιώνα και μας λέγει πως μόνο η σύμπλεξη σώματος και ψυχής συνιστά τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και στην ανάσταση των νεκρών και τα δύο αυτά συστατικά του ανθρώπου λαμβάνουν μέρος. Βλέπουμε πως ο άγιος δεν ονομάζει άνθρωπο μόνο το σώμα ή την ψυχή, αλλά άνθρωπος είναι μόνο όταν αυτά τα δύο συστατικά είναι ενωμένα. Την ίδια άποψη έχουν και όλοι οι άγιοι πατέρες. Παρατηρούμε επίσης πως, την «ζώσα ψυχή» του εδαφίου την αποδίδει ως «όλον άνθρωπο», ενώ την πνοή ζωής ως «ψυχή του ανθρώπου», κάτι όχι ασυνήθιστο ακόμα και στην Αγία Γραφή.
Οι ρήσεις αυτές του αγίου Ιουστίνου, ο οποίος μαρτύρησε περί το 165 μ.Χ., χρησιμεύει και ως ένα επιπρόσθετο στοιχείο εναντίον όσων εσφαλμένα ισχυρίζονται ότι η έννοια της «ψυχής», όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ήταν ξένη προς την αρχαία Εκκλησία και παρεισέφρησε πολύ αργότερα, γύρω στον 4ο αιώνα, εξαιτίας και της επιρροής της ελληνικής, πλατωνικής κυρίως φιλοσοφίας.

4. Η ειδωλολατρική αντίληψη της «ΦΥΣΕΙ» αθανασίας της ψυχής
Είναι όμως εξίσου εσφαλμένη και η αντίληψη ορισμένων άλλων ότι η «ψυχή» είναι «φύσει αθάνατος». Αυτοί, όντως επηρεασμένοι από τη διδασκαλία περί ψυχής του Πλάτωνα, θεωρούν την ψυχή του ανθρώπου ως μέρος της ουσίας του Θεού και επομένως αθάνατη. Και την κακοδοξία τους αυτή τη στηρίζουν στο ίδιο εδάφιο που διαβάσαμε λέγοντας ότι, εφόσον ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής στον άνθρωπο, άρα αυτό που έλαβε ο άνθρωπος και που τον διατηρεί ζωντανό, δηλαδή η ψυχή του, με την ευρύτερα διαδεδομένη έννοια, είναι μέρος της ουσίας του Θεού και κατά συνέπεια αθάνατη. Αυτή η θέση ποτέ δεν υπήρξε διδασκαλία της Εκκλησίας. Μάλιστα και καταδικάστηκε. Διότι, αν η ψυχή των ανθρώπων ήταν μέρος της ουσίας του Θεού, τότε πώς στον ένα είναι αγαθή και στον άλλο πονηρή, πώς στον ένα είναι δίκαιη και στον άλλο άδικη, στον ένα σοφή και στον άλλο άφρων και ασύνετη; Αλλά όπως ο Χριστός, όταν μετά την Ανάστασή Του εμφανίστηκε στους μαθητές και «ενεφύσησεν», λέγοντας προς αυτούς «λάβετε Πνεύμα Άγιον» [Ιωαν.20:22], έτσι και εδώ με το εμφύσημα, δηλώνει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που έκτισε τη νοερή και λογική ψυχή στον άνθρωπο.
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης λέγει σαφώς: «τούτο το Πνεύμα προελθόν, ουκ αυτό γέγονε ψυχή, αλλά ψυχήν έκτισεν, ουκ αυτό εις ψυχήν μετεβλήθη, αλλά ψυχήν εδημιούργησεν. Δημιουργόν γαρ εστίν το Πνεύμα το Άγιον. Κοινωνεί τη δημιουργία του σώματος και τη δημιουργία της ψυχής. Πατήρ γαρ και Υιός και Πνεύμα Άγιον τη θεία δυνάμει δημιουργεί το πλάσμα». Με αφορμή το χωρίο αυτό, περί της κατασκευής του ανθρώπου, αναφέρουμε και ένα άλλο σημείο, που τονίζουν ιδιαιτέρως οι πατέρες. Δεν έχουμε ύπαρξη σώματος χωρίς την ψυχή, ούτε ύπαρξη ψυχής χωρίς το σώμα, αλλά και τα δύο μαζί δημιουργούνται. Αμέσως μόλις δημιουργεί ο Θεός το σώμα και αυτό είναι κατάλληλο να δεχθεί την ψυχή, κτίζει και την ψυχή. Ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης γράφει: «ούτε γαρ σώμα προ της ψυχής υφίστατο, ούτε ψυχή προ του σώματος». Παράλληλα, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει επιγραμματικά: «άμα (δηλαδή «ταυτόχρονα») δε το σώμα και η ψυχή πέπλασται. Ου το μεν πρώτον, το δε ύστερον». Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία από παλιά, έχει καταδικάσει ως εσφαλμένες αντιλήψεις και διδασκαλίες περί προϋπαρξης της ψυχής, που οι ρίζες τους είναι ειδωλολατρικές και σχετίζονται με την μετεμψύχωση και με αντίστοιχες πλατωνικές ή πυθαγόρειες θεωρίες.
Περί όλων αυτών των κακοδοξιών, η Εκκλησία έχει αντιταχθεί σαφώς και αμετακίνητα, όπως φαίνεται από πολλές συνοδικές αποφάσεις. Χαρακτηριστικά αναφερόμαστε σε δύο από αυτές που προέρχονται από το Συνοδικό της 7ης Οικουμενικής Συνόδου και που αναγιγνώσκονται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «τοις δεχομένοις και παραδιδούσι τα μάταια ελληνικά ρήματα (δηλαδή της ελληνικής φιλοσοφίας), ότι τε προΰπαρξις εστί των ψυχών και ουκ εκ του μη όντος τα πάντα εγένετο και παρήχθησαν, ανάθεμα τρις». Είναι φανερό, ότι εδώ συγκαταλέγονται και οι θεωρίες του Πλάτωνα, περί ψυχής και περί ιδεών, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρονται και ονομαστικά. Όσο γι’ αυτούς που πιστεύουν στην μετεμψύχωση, είτε αυτούς που πιστεύουν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι θνητή και δεν διαφέρει απ’ αυτή των ζώων, άλλος όρος της Συνόδου λέγει: «τοις την μωράν των έξωθεν φιλοσόφων λεγομένην σοφίαν προτιμώσι και τοις καθηγηταίς αυτών επομένοις και τας τε μετεμψυχώσεις των ανθρωπίνων ψυχών ή και ομοίως τοις αλόγοις ζώοις ταύτας απόλυσται και εις το μηδέν χωρείν δεχομένοις, ανάθεμα τρις». Παρατηρούμε ότι η κακοδοξία περί θνητής ψυχής και ομοίας των ζώων και εκμηδενιζομένης κατά τον θάνατο, τοποθετείται από την Εκκλησία στο ίδιο επίπεδο με την μετεμψύχωση. Ταυτόχρονα παρατηρούμε ότι ήταν διδασκαλία των έξωθεν φιλοσόφων, όπως τους αποκαλεί το κείμενο της Συνόδου, δηλαδή ειδωλολατρών, που δεν είχαν καμία σχέση με τη χριστιανική πίστη, έστω και κατ’ επίφαση.

5. Παρερμηνείες της λέξης: «ψυχή» και «πνεύμα», στη Γένεση
Ας επανέλθουμε όμως στο χωρίο αυτό της Γενέσεως προκειμένου να διαλευκάνουμε ένα ακόμη σκοτεινό σημείο που περιπλέκει όσους θεωρούν την ψυχή του ανθρώπου, της ιδίας φύσεως και αξίας με αυτή των ζώων: «Και έπλασε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης. και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». Όπως είπαμε και προηγουμένως, από αυτό το χωρίο είναι φανερό ότι, ο όλος άνθρωπος που αναφέρεται και ως ψυχή ζώσα στο χωρίο αυτό, αποτελείται από δύο συστατικά: το σώμα του και την ψυχή του, όπως θα λέγαμε σήμερα, δηλώνοντας το ορατό και το αόρατο στοιχείο της σύστασής του, ή το χωματένιο σώμα και την πνοή ζωής κατά το συγγραφέα της Γενέσεως. Μάλιστα, αντί του «πνοήν» το εβραϊκό κείμενο έχει τη λέξη «νισμάχ», από το «νεσαμά» που και κατά λέξη σημαίνει «πνοή». Η ίδια λέξη βρίσκεται και στο χωρίο Γέν.7:22 που μιλάει για τον κατακλυσμό: «και πάντα όσα έχει πνοήν ζωής και πας ος ην επί της ξηράς απέθανεν».
Για να δούμε τι είναι πνοή ζωής, πρέπει να μάθουμε τι απέθανε. Και αυτό μας το λέγει το προηγούμενο εδάφιο, το Γέν.7:21. «και απέθανεν πάσα σαρξ κινουμένη επί της γης των πετεινών και των κτηνών και των θηρίων και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης και πας άνθρωπος». Όλοι αυτοί λοιπόν οι ζωντανοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν «πνοή ζωής». Το χωρίο αυτό χρησιμοποιούν όσοι πιστεύουν εσφαλμένα, ότι η ψυχή είναι θνητή και απρόσωπη και απομονώνοντάς το, ισχυρίζονται δύο πράγματα: πρώτον ότι η ψυχή, δεν είναι το αόρατο και νοερό συστατικό του ανθρώπου, αλλά απλώς ο εαυτός του και δεύτερον, ότι αυτό που τελικά ζωοποιεί το σώμα του ανθρώπου και βεβαίως είναι αόρατο, δεν λέγεται «ψυχή» στην Αγία Γραφή, αλλά λέγεται πνοή ζωής ή «πνεύμα».Μάλιστα δε, θεωρούν πως δεν είναι προσωπικό και ο φορέας της συνειδητότητας, αλλά μια απρόσωπη δύναμη, κοινή σε όλα τα ζωντανά πλάσματα. Συνηθίζουν επίσης να λένε, ότι η Αγία Γραφή δεν λέγει ότι ο άνθρωπος έχει ψυχή, αλλά ότι είναι ψυχή, ενώ αντίθετα, δεν είναι πνεύμα ή πνοή ζωής, αλλά έχει πνοή ζωής. Σε αυτά τα δύο σημεία μπορούμε γενικά να πούμε, πως συνοψίζεται η εσφαλμένη δογματική θέση, ότι η ψυχή είναι θνητή και σε αυτά τα δύο βασικά σημεία θα επικεντρώσουμε την μελέτη μας στη συνέχεια. Διότι, αν αποδειχθεί ότι αυτά δεν ευσταθούν, τότε καταρρίπτεται ολόκληρη η δογματική θέση περί ψυχής, ότι δήθεν, είναι θνητή και απρόσωπη. Ασφαλώς, υπάρχουν αρκετές αποδείξεις και σαφείς μαρτυρίες στην Αγία Γραφή, ότι αυτές οι δύο υποθέσεις είναι εσφαλμένες.
Ας ξεκινήσουμε από την δεύτερη κακοδοξία η οποία υποδιαιρείται σε δύο σκέλη:
1ον ότι αυτό το αόρατο συστατικό του ανθρώπου που ζωοποιεί το χωματένιο σώμα, δεν αναφέρεται στην Αγία Γραφή, ότι είναι η ψυχή, αλλά η πνοή ζωής ή ισοδύναμα και ταυτόσημα το πνεύμα και
2ον ότι αυτό το πνεύμα ή η πνοή ζωής, είναι κοινό σε όλα τα ζωντανά πλάσματα και κατά συνέπεια απρόσωπη δύναμη.
Ας καταπιαστούμε πρώτα με το πρώτο σκέλος και ας αποδείξουμε ότι η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί τον όρο «ψυχή» εξίσου και εναλλακτικά με τους όρους «πνοή ζωής» και «πνεύμα».

6. Η ισοδυναμία των λέξεων «πνεύμα» και «πνοή»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στα χωρία του βιβλίου της Γενέσεως που εξετάσαμε, τα Γεν.2:7 και 7:21-22, αναφέρεται σαφώς ότι ο άνθρωπος και τα ζώα, αποτελούνται από δύο συστατικά. Αφενός το χωματένιο σώμα τους και αφετέρου την «πνοή ζωής», εβραϊκά «νεσαμάχ», το οποίο είναι το αόρατο στοιχείο που ζωοποιεί και ζωογονεί το σώμα. Χωρίς αυτό το σώμα πέφτει νεκρό.
Ας δούμε μερικά χωρία της Αγίας Γραφής όπου αυτό το αόρατο στοιχείο φεύγει και επομένως έχουμε θάνατο, ή επιστρέφει και έχουμε ανάσταση.
Ο Ιώβ, έλεγε προς τους τρεις παρηγορητές του: «πάντα τον χρόνον ενόσω η πνοή μου είναι εν εμοί και το πνεύμα του Θεού εις τους μυκτήρας μου». [Ιώβ.27:3] Παρατηρούμε ότι θέλοντας να πει για όσο χρόνο θα ζω, λέγει «η πνοή μου είναι εν εμοί και το πνεύμα του Θεού εις τους μυκτήρας μου», δηλαδή η λέξη πνοή (εννοείται ζωής) και πνεύμα, χρησιμοποιούνται ισοδύναμα, για να δηλώσουν το αόρατο συστατικό των ζώντων.
Πιο κάτω στον μεθεπόμενο στίχο τον 27:5 λέγει: «έως να εκπνεύσω, δεν θέλω απομακρύνει την ακεραιότητά μου απ’ εμού». Η «εκπνοή», με μόνιμη έννοια, όπως άλλωστε και σήμερα είναι ισοδύναμη του θανάτου, δηλαδή, ο θάνατος εκδηλώνεται με την απομάκρυνση της πνοής ζωής.
Ενδεικτικά, ας αναφέρουμε και μερικά ακόμη χωρία όπου το «πνεύμα», χρησιμοποιείται ισοδύναμα αντί του «πνοή», όπως το Γεν.6:17: «Εγώ δε, ιδού, εγώ επιφέρω τον κατακλυσμόν των υδάτων επί της γης, διά να εξολοθρεύσω πάσαν σάρκα, έχουσαν εν εαυτή πνεύμα ζωήςυποκάτω του ουρανού· παν ό,τι είναι επί της γης, θέλει αποθάνει», Γεν.7:15: «εισήλθον προς Νώε εις την κιβωτόν δύο – δύο από πάσης σαρκός εν ω εστίν πνεύμα ζωής». Και εδώ το ίδιο αντί του «πνοή ζωής».
Υπάρχουν και πολλά άλλα παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα Ιεζεκ.1:20-21, όπως και Ιεζεκ.10:17 κλπ. Είναι σημαντικό ότι αυτή η «πνοή ζωής» ή «πνεύμα ζωής», χαρακτηρίζεται ως κτίσμα, ως δημιούργημα και όχι μέρος της ουσίας του Θεού, όπως πολλοί πιστεύουν, επηρεασμένοι από την ελληνική φιλοσοφία, συνάγοντας έτσι ότι είναι και «φύσει αθάνατη», διότι διαβάζουμε στις Παροιμίες 24:12: «γίνωσκε ότι Κύριος καρδίας πάντων γινώσκει και ο πλάσας πνοήν πάσιν αυτός οίδεν πάντα ος αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού». Παρατηρούμε, ότι ο Θεός χαρακτηρίζεται ως ο «πλάσας πνοήν πάσιν» και επομένως η πνοή ζωής, ή το πνεύμα, είναι κτίσμα, δημιούργημα.
Ας δούμε και άλλα δύο παράλληλα χωρία από τον Ησαΐα: «Ούτω λέγει ο Θεός ο Κύριος, ο ποιήσας τους ουρανούς και εκτείνας αυτούς· ο στερεώσας την γην και τα γεννώμενα εξ αυτής· ο διδούς πνοήν εις τον λαόν τον επ’ αυτής και πνεύμα εις τους περιπατούντας επ’ αυτής·» [Ησ.42:5]. Εδώ οι λέξεις «πνοή» και «πνεύμα», χρησιμοποιούνται ισοδύναμα με την έννοια που προηγουμένως αναφέραμε. Και το πνεύμα ή αλλιώς την πνοή την δίδει ο Κύριος. Σε άλλο σημείο ο Προφήτης Ησαΐας στο 57:16 γράφει: «πνεύμα γαρ παρ εμού εξελεύσεται και πνοήν πάσαν εγώ εποίησα». Παρατηρούμε και εδώ ότι η «πνοή», ή ισοδύναμα το «πνεύμα» κάθε ζώντος είναι ποίημα, δηλαδή δημιούργημα του Θεού και όχι μέρος της Φύσεώς Του, της Ουσίας Του.
Ένα παρόμοιο χωρίο είναι το Ζαχαρίας 12:1: «Κύριος εκτείνων ουρανόν και θεμελιών γην και πλάσσων πνεύμα ανθρώπου εν αυτώ». Μια τέτοια αντίληψη, ότι δηλαδή το πνεύμα του ανθρώπου είναι μέρος της ουσίας του Θεού, οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα παράλογο και ειδωλολατρικής προέλευσης πανθεϊσμό, όπως αυτόν που υπάρχει και στις ανατολικές θρησκείες, δεδομένου ότι κατά την εσφαλμένη αυτή αντίληψη, η ίδια η ουσία του Θεού, υπάρχει σε όλα τα πλάσματα. Αν και φαίνεται τελείως απίθανο, ύστερα από τα λίγα που μέχρι τώρα αναφέραμε, να περιπέσει κανείς σε τέτοιου είδους πλάνη, εντούτοις είναι μια κακοδοξία πολύ διαδεδομένη στη Δύση, εξαιτίας της απομάκρυνσης, ιδιαίτερα των παπικών από την υγιά και ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας και την προσκόλλησή τους σε ανθρώπινες φιλοσοφίες, κυρίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Και βέβαια από τους παπικούς την κληρονόμησαν και πολλοί Προτεστάντες που προήλθαν απ’ αυτούς.
Επιγραμματικά μόνο να αναφέρουμε, διότι δεν είναι αντικείμενο της παρούσας μελέτης, ότι αφορμή για την πλάνη αυτή, υπήρξε η σύγχυση των παπικών, μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού.
Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας, όπου μέχρι τώρα έχουμε διαπιστώσει ότι:
1ον : η λέξη «πνοή» χρησιμοποιείται από τις Άγιες Γραφές ισοδύναμα και εναλλακτικά με τη λέξη «πνεύμα»,
2ον : ότι αυτή είναι υπεύθυνη για τη ζωή και πως όταν χωρισθεί από το σώμα, ο ζωντανός γίνεται νεκρός,
Και 3ον : ότι είναι δημιούργημα, κτίσμα και όχι μέρος του Θεού.

7. Η σχέση των λέξεων: «πνεύμα» ή «πνοή» με τη λέξη «ψυχή»
Ας δούμε τώρα τη σχέση των λέξεων «πνεύμα» ή της ισοδύναμής της «πνοή», με τη λέξη «ψυχή».
Από όσα μέχρι τώρα αναφέραμε, είναι φανερό, ότι το «πνεύμα» ζωογονεί τους ζωντανούς οργανισμούς και όταν φεύγει πεθαίνουν βιολογικά, δηλαδή το σώμα κείτεται «άπνουν» και «άψυχο», δηλαδή νεκρό.
Ας δούμε μερικές τέτοιες βιβλικές μαρτυρίες αρχίζοντας από τους Κριτές 15:18-19, όπου λέγει για το Σαμψών: «και διψήσας σφόδρα, εβόησε προς τον Κύριον και είπε, Συ έδωκας διά χειρός του δούλου σου την μεγάλην ταύτην σωτηρίαν· και τώρα να αποθάνω υπό δίψης και να πέσω εις την χείρα των απεριτμήτων; 19 Και έσχισεν ο Θεός το κοίλωμα το εν Λεχί, και εξήλθεν ύδωρ απ’ αυτού· και αφού έπιεν, ανέλαβε το πνεύμα αυτού, και ανεζωοποιήθη·». Είναι σαφές, ότι όταν το πνεύμα φεύγει, ο άνθρωπος πεθαίνει και όταν επιστρέφει ξαναζεί.
Ένα αντίστοιχο ωραίο εδάφιο είναι το Ιωβ 34:14-15, όπου ο συνετός Ελιού, λέγει για το Θεό: «Εάν βάλη την καρδίαν αυτού επί τον άνθρωπον, θέλει σύρει εις εαυτόν το πνεύμα αυτού και την πνοήναυτού· 15 πάσα σαρξ θέλει εκπνεύσει ομού, και ο άνθρωπος θέλει επιστρέψει εις το χώμα».
Ένα αντίστοιχο χωρίο είναι στους Ψαλμούς 104:29-30: «Αποστρέφεις το πρόσωπόν σου, ταράττονται· σηκώνεις την πνοήν αυτών, αποθνήσκουσι και εις το χώμα αυτών επιστρέφουσιν· 30 εξαποστέλλεις το πνεύμα σου, κτίζονται, και ανανεώνεις το πρόσωπον της γης».
Όμοια, ο Δαυΐδ, φώναζε προς τον Θεό να τον ενισχύσει γιατί πεθαίνει, λέγοντας: «Ταχέως εισάκουσόν μου, Κύριε· το πνεύμά μου εκλείπει· μη κρύψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθώ μετά των καταβαινόντων εις τον λάκκον» [Ψαλμ.143:7]. Δηλαδή, θα τον έθαβαν ως νεκρό στον τάφο. Και σε άλλο ψαλμό: «Μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιόν ανθρώπου, εκ του οποίου δεν είναι σωτηρία. Το πνεύμα αυτού εξέρχεται· αυτός επιστρέφει εις την γην αυτού· εν εκείνη τη ημέρα οι διαλογισμοί αυτού (δηλαδή τα σχέδιά του), αφανίζονται» [Ψαλμ.146:3-4].
Ας προσέξουμε ότι πουθενά ούτε εδώ, ούτε αλλού λέγει ότι το πνεύμα του αφανίζεται αλλά αντίθετα, το πνεύμα εξέρχεται και τα σχέδιά του αφανίζονται.
Τα χωρία αυτά δηλώνουν την ισοδυναμία της πνοής και του πνεύματος, ως του ζωοποιού, αοράτου και κτιστού συστατικού της κάθε ζωντανής υπάρξεως. Είναι βασικό, ότι ο χωρισμός της πνοής ζωής, ή του πνεύματος από το σώμα οδηγεί το σώμα στη νέκρωση και τον οργανισμό στο βιολογικό θάνατο.
Τώρα όμως πρέπει να δούμε, πώς οι δύο αυτές έννοιες συνδέονται με τη λέξη «ψυχή».
Ας δούμε λοιπόν τι συνέβη όταν πέθαινε η Ραχήλ στον τοκετό του Βενιαμίν «εγένετο δε εν τωαφιέναι αυτήν την ψυχήν απέθνησκεν γαρ εκάλεσεν το όνομα αυτού υιός οδύνης μου» [Γεν.35:18]. Εδώ, όταν πέθαινε δεν άφησε το πνεύμα της ή την πνοή της, όπως είδαμε αλλού, αλλά την ψυχή της. Είναι λοιπόν φανερό και σαφέστατο ότι αυτό που αλλού καλεί η Αγία Γραφή, «πνεύμα» και «πνοή», εδώ το καλεί «ψυχή». Να λοιπόν και άλλη μία σημασία της λέξης «ψυχή», όχι τελείως ξεκομμένη από τις προηγούμενες, όπως θα δούμε και πιο κάτω.
Ας αναφέρουμε όμως και άλλα το ίδιο σαφή χωρία για να θεμελιώσουμε αυτή τη σημασία της λέξης «ψυχή», ιδιαίτερα για όσους θα ήθελαν περισσότερα στοιχεία επ’ αυτού και ας δούμε το Α’ Βασιλέων 17:21-22, όπου αναφέρεται το θαύμα της αναστάσεως του υιού της χήρας από τον προφήτη Ηλία: «Και εξηπλώθη (σημ. ο προφήτης Ηλίας) τρις επί το παιδάριον και ανεβόησε προς τον Κύριον και είπε, Κύριε Θεέ μου, ας επανέλθη, δέομαι, η ψυχή του παιδαρίου τούτου εντόςαυτού. 22 Και εισήκουσεν ο Κύριος της φωνής του Ηλία· και επανήλθεν η ψυχή του παιδαρίουεντός αυτού και ανέζησε». Στο σημαντικό αυτό χωρίο παρατηρούμε τα εξής:
1ον δεν είναι σωστό να λέμε ότι μόνο το ότι κάποιος είναι ψυχή είναι ορθό, ενώ το ότι κάποιος έχει ψυχή είναι λάθος, διότι εδώ το ζωντανό σώμα του παιδιού έχει ψυχή. Η ψυχή του επανήλθε εντός αυτού, δε λέει απλώς ότι έγινε πάλι ψυχή.
2ον είναι αποτυχημένες και παράλογες οι προσπάθειες πολλών να αποδείξουν ότι εδώ «ψυχή», σημαίνει «εαυτός», διότι είναι παράλογο να ερμηνεύουμε ότι ο εαυτός του παιδίου επανήλθε εντός αυτού.
3ον είναι εξίσου εσφαλμένο να ερμηνεύσουμε τη λέξη «ψυχή», ως την απρόσωπη και αφηρημένη έννοια της ζωής, διότι αφενός δύο φορές προσδιορίζει την ψυχή ότι είναι «του παιδαρίου», δηλαδή συγκεκριμένη ψυχή και αφετέρου δε θα έλεγε ότι επανήλθε η ζωή του παιδαρίου μέσα του, αλλά θα έλεγε επανήλθε η ζωή στο παιδί. Παράλληλα, επανέρχεται ό,τι φεύγει και αυτό που φεύγει, είδαμε πιο πριν, ότι σαφώς καλείται πνοή ζωής ή πνεύμα και όχι γενικά ζωή.
Έτσι και από εδώ συνάγουμε ότι η λέξη «ψυχή», έχει και τη σημασία του αοράτου και αναζωογονητικού στοιχείου του ανθρώπου που εξέρχεται κατά τον θάνατο και επανεισέρχεται κατά την ανάσταση. Δηλαδή με αυτή την έννοια, η λέξη «ψυχή» είναι ισοδύναμη με τις λέξεις «πνεύμα», εβραϊκά «ρούαχ» και «πνοή», εβραϊκά «νεσαμά».
Αργότερα, όταν ο προφήτης Ηλίας είχε έλθει σε απόγνωση, φόβο και στενοχωρία από την ασέβεια της Ιεζάβελ, πήγε στην έρημο μιας ημέρας δρόμο. Τη συνέχεια τη διαβάζουμε από το Α’ Βασιλέων 19:4: «και επεθύμησε καθ’ εαυτόν να αποθάνη και είπεν, Αρκεί· τώρα, Κύριε, λάβε την ψυχήν μου·». Ο Κύριος, λαμβάνει την ψυχή του ανθρώπου ή ισοδύναμα το πνεύμα του, ή ισοδύναμα την πνοή ζωής του.
Ας αναφέρουμε όμως και ένα παράδειγμα από την Καινή Διαθήκη, όπου η λέξη «ψυχή» και «πνεύμα», χρησιμοποιούνται ισοδύναμα και εναλλακτικά και μάλιστα από τον ίδιο συγγραφέα. Το πρώτο χωρίο βρίσκεται στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο, όπου ο Χριστός ανέστησε την θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου: «ελθών δε ο Ιησούς κρατήσας της χειρός αυτής, εφώνησεν λέγων, η παις έγειρε και επέστρεψεν το πνεύμα αυτής και ανέστη παραχρήμα» [Λουκ.8:54-55]. Εδώ ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει την ανάσταση, ως επιστροφή του πνεύματος της κόρης. Σημειώνουμε, ότι δεν είπε απλώς και γενικά «το πνεύμα», ή το «πνεύμα του Θεού», αλλά το «πνεύμα αυτής», δηλαδή το προσωπικό και συγκεκριμένο πνεύμα, όχι δύναμη αφηρημένη και απρόσωπη.
Ας δούμε επίσης ο ίδιος ευαγγελιστής Λουκάς πώς περιγράφει μια άλλη ανάσταση. Αυτή του Ευτύχου, του νεανία από την Τρωάδα. Ο Εύτυχος, κατά την ώρα της Κυριακάτικης Θείας Ευχαριστίας, όπου πρωτοστατούσε ο Απόστολος Παύλος, αποκοιμήθηκε και έπεσε από τον τρίτο όροφο και σκοτώθηκε. «Ήρθη νεκρός» λέγει το κείμενο και όχι «ωσεί νεκρός». Ας δούμε τη συνέχεια από το Πράξεις 20:10: «Καταβάς δε ο Παύλος, έπεσεν επ’ αυτόν και εναγκαλισθείς (σημ. όπως ο Προφήτης Ηλίας) είπε· Μη θορυβείσθε· διότι η ψυχή αυτού είναι εν αυτώ». Αν και πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για το ίδιο γεγονός, δηλαδή αυτό της αναστάσεως ανθρώπου, ή αλλιώς την επαναφορά του στη ζωή, στη μεν πρώτη περίπτωση της κόρης του Ιαείρου, ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρεται στο «πνεύμα αυτής», ενώ στη δεύτερη στην «ψυχή αυτού». Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, είναι ξεκάθαρο ότι εναλλάσσει τους όρους «πνεύμα» και «ψυχή», επειδή έχουν την ίδια σημασία.

Απομαγνητοφώνηση: Ν. T.
-Του Μιχάλη Μαυροφοράκη.