Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Ωφέλιμα » Ορθόδοξος Συναξαριστής » Η αρχή των αποκαλύψεων για την ζωή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης

Η αρχή των αποκαλύψεων για την ζωή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης

agioi_rafail_nikolaos_eirini

Η αρχή των αποκαλύψεων για την ζωή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης

Πεντακόσια χρόνια κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό για τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο, Ειρήνη και τους υπολοίπους που μαρτύρησαν –έως το 1959, οπότε οι άγιοι άρχισαν να εμφανίζονται στους κατοίκους του νησιού και να αποκαλύπτουν τον τόπο όπου βρίσκονταν τα λείψανά τους.

Σύμφωνα με όλα όσα έχουν καταγραφεί, στις 22 Ιουνίου του 1959 ξεκίνησαν εργασίες σε ένα κτήμα που ανήκε στην οικογένεια Ράλλη, στον λόφο Καρυές. Σκοπός της οικογένειας ήταν να ανεγερθεί εκεί ένα εκκλησάκι. Στο κτήμα μετέβησαν για να συνεννοηθούν ο Άγγελος Ράλλης με τον Δούκα Τσολάκη και τον οικοδόμο Ιωάννη Ψαρρό. Λίγο αργότερα ξεκίνησαν και οι απαραίτητες εργασίες. Λέγεται πως το έργο του εργάτη δυσκόλευε ένας μεγάλος βράχος, τον οποίον με κόπο, τελικά, κατάφερε να απομακρύνει.
Τότε, έκπληκτος διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχε μια μικρή κολώνα σπασμένη που στηριζόταν πάνω σε μια πλάκα. Κτυπώντας την πλάκα με τον κασμά, άκουσε ένα υπόκωφο κρότο. «Ή σε πηγάδι έπεσα ή σε θησαυρό… Την άνοιξα, αλλά είδα σκοτάδι», αφηγείται ο ίδιος. Εκείνη τη στιγμή μια ευχάριστη ευωδιά πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Ο άγνωστος νεκρός είχε τα χέρια σταυρωμένα. Το κεφάλι του ήταν αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα και έλειπε το κάτω σαγόνι. Διακρινόταν το σχήμα του σταυρού.
«Εκείνη την ώρα ήρθε ο οκτάχρονος γιος μου, ο Δημητράκης, με το μεσημεριανό φαγητό. Ήταν ο πιο κατάλληλος για να κατέβει στο μικρό σκοτεινό άνοιγμα. Πρώτα έριξα μια πέτρα στο κενό και με τον κρότο που έκανε βεβαιώθηκα ότι είχε μικρό βάθος και δεν υπήρχε νερό. Έπιασα τότε τον μικρό από τους ώμους και τον κατέβασα από το μικρό άνοιγμα. Με τα λεγόμενά του, ο Δημητράκης μου έδωσε να καταλάβω ότι πρόκειται για τάφο. Μεγάλωσα το άνοιγμα γύρω στο ένα μέτρο πλάτος και, χρησιμοποιώντας για λοστό ένα ξύλο, σήκωσα την πλάκα και αντίκρισα έναν ανθρώπινο σκελετό…».
Μια μαύρη πάχνη σκέπαζε όλα τα οστά. Στη συνέχεια το παιδί έπιασε ένα-ένα όλα τα οστά και ο εργάτης τα έπαιρνε και τα έβαζε σ’ ένα σακί στη ρίζα ενός δέντρου.
Μόλις νύχτωσε, ο οικοδόμος κατευθύνθηκε προς το καφενείο. Εκεί συνάντησε τον Άγγελο Ράλλη. «Τι γίνεται Δούκα;», τον ρώτησε ο Ράλλης. «Κοντεύεις να τελειώσεις με τα θεμέλια;». Εκείνος απάντησε: «Αύριο-μεθαύριο τελειώνω, αφεντικό», είπε, ενημερώνοντάς τον για την ύπαρξη του τάφου στις Καρυές.
Για αυτή την ανακάλυψη ενημερώθηκε και ο εφημέριος και αρκετοί ντόπιοι. Όμως, κανείς δε θυμόταν να έχει ενταφιασθεί εκεί Χριστιανός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τελικά να μη δοθεί προσοχή και το θέμα να ξεχαστεί. Όχι, όμως, για τη Βασιλική Ράλλη και τη μητέρα της, οι οποίες συγκινήθηκαν ιδιαίτερα. «Μας βάραινε ο καημός του συχωρεμένου του πατέρα μου», εκμυστηρεύθηκε η Βασιλική, «που δεν τον ενταφιάσαμε όπως αρμόζει σε Χριστιανό, αφού χάθηκε αιχμάλωτος στους Τούρκους. Σκεφθήκαμε, λοιπόν, να κάνουμε το χρέος μας απέναντι στον άγνωστο νεκρό·και, με την πρώτη ευκαιρία, να πλύνουμε τα οστά και να πούμε στον παπά του χωριού μας να τα διαβάσει. Πιστεύαμε ότι ήταν Χριστιανού, γιατί είχε το κεραμίδι με τους σταυρούς στο στόμα και ήταν θαμμένος μέσα στο παλιό ερημοκλήσι μπροστά στην Αγία Τράπεζα».
Εκείνες τις μέρες ανέβηκε στις Καρυές η Θερμιώτισσα Μυρσίνη Ψάνη μαζί με τον εγγονό της. Το παιδί, βλέποντας τα οστά, πήρε το κρανίο και το πέταξε, με αποτέλεσμα να σπάσει. Ο Δούκας στενοχωρημένος, γιατί θα του ζητούσαν εξηγήσεις, έβαλε τα οστά μέσα στο σακί και τα απόθεσε στη ρίζα ενός διχαλωτού δέντρου.
Όταν το σκάψιμο των θεμελίων τελείωσε, ο Τσολάκης συνεννοήθηκε με τεχνίτες να αρχίσουν το κτίσιμο. Κάποια στιγμή επιχείρησε να περάσει πηδώντας πάνω από το χαμηλό άνοιγμα του διχαλωτού δέντρου, στη ρίζα του οποίου είχε αφήσει τα λείψανα του άγνωστου νεκρού. Έμπλεξε το πόδι του στο σακί, σκόνταψε κι έπεσε κάτω. Οργισμένος, σηκώθηκε, το άρπαξε και το πέταξε πέρα φωνάζοντας: «Τι λέτε; Θα με σκοτώσετε πάνω στις πέτρες;». Πεταμένο το σακί έμεινε μέχρι το δειλινό της ίδιας ημέρας.
Την προηγουμένη, όμως, που είχε ανεβεί ο παπα-Ευθύμιος κι έκανε τον αγιασμό της θεμελιώσεως, του είχε πει να τα φυλάξει σε μιαν άκρη, ώσπου να τελειώσει το εκκλησάκι, να διαβάσει τρισάγιο και να τα θάψουν πίσω από το ιερό. Σκέφθηκε, λοιπόν, ο Δούκας να συμμαζέψει το σακί.
«Καθώς έσκυψα», αφηγείται ο ίδιος, «νόμιζες πως με πιάσαν δύο χέρια από τους ώμους και με ταρακούνησαν γερά σαν να με διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Σκυφτός όπως ήμουν, γυρνώ προς τα πίσω σαστισμένος, αλλά δεν βλέπω κανέναν. Ξαναεπιχειρώ. Τα ίδια! Τολμώ για τρίτη φορά… τίποτα. Μια αόρατη δύναμη με εμπόδιζε να αγγίξω το σακί. Περίεργο πράγμα, μονολόγησα και έκανα τον σταυρό μου έπειτα από είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια. Τότε ένιωσα ότι η ανεξήγητη αυτή δύναμη έπαψε να με εμποδίζει, πήρα το σακί και το κρέμασα σε μια ελιά. Από το μυαλό μου πέρασε η σκέψη ότι εκείνος ο νεκρός θα ήταν δίκαιος άνθρωπος».
Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανονικά. Κάποια στιγμή, οι πέτρες τελείωσαν και οι εργάτες έσκαψαν πιο πέρα για να βρουν άλλες. Τότε ανακάλυψαν βαθιά στο χώμα σπασμένα μάρμαρα και εκκλησόπετρες, όπως τις έλεγαν.
Ήταν 3 Ιουλίου 1959, όταν εντόπισαν έναν τοίχο θολωτό με αγιογραφίες.
Το όραμα…
Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται, στις Καρυές ανέβηκε η Μαρία Τσολάκη μαζί με τον τετράχρονο γιό της. Κάποια στιγμή συνάντησε έναν ιερέα. Εκείνος την πλησίασε και η Μαρία έσκυψε να πάρει την ευχή του. Όμως, ο ιερέας δεν πατούσε στη γη και τα μάτια του έλαμπαν σαν το φως του ήλιου. Σαστισμένη η Μαρία φοβήθηκε και τον απέφυγε. Την ώρα που απομακρύνονταν, γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω και είδε τον ιερέα να στέκεται δίχως να έχει κεφάλι.
Αμέσως έτρεξε στους συγχωριανούς της και ενημέρωσε. Λέγεται ότι το βράδυ στον ύπνο της είδε μια μαυροφορεμένη γυναίκα η οποία την πλησίασε και την χάιδεψε στο μέτωπό της: «Μαρία, δεν έπρεπε να φοβηθείς. Αυτός που είδες δεν ήταν φάντασμα, ούτε ο παπάς του χωριού. Ήταν ο καλόγερος που ασκήτευε εκεί πάνω και τον έσφαξαν οι Τούρκοι. Μια μέρα θα μάθετε το όνομά του, την καταγωγή του και τα μαρτύριά του όλα. Εκεί πάνω είμαστε δύο χάρες, Παναγία και Αγία Παρασκευή. Δεν θέλω κεριά, θέλω καντήλι ακοίμητο. Σήκω τώρα και πάρε το μωρό σου, που κλαίει. Άλλη βραδιά θα σε ξαναεπισκεφθώ, γιατί εκεί θα αρχίσει μεγάλο ιστορικό. Πολλά θα πάθεις, πολλά θα ακούσεις, αλλά εσύ να μη λαθέψεις από τον δρόμο που σου χάραξα».
Την επομένη, η Μαρία ανέβηκε ξανά στις Καρυές. Πήρε το καντήλι που είχε βρεθεί στον τάφο του άγνωστου νεκρού και το άναψε στην παλιά αγία τράπεζα. Από τότε φρόντιζε να καίει νύχτα μέρα ακοίμητο. Αργότερα, ανακαλύφθηκαν τα λείψανα του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Ειρήνης και των λοιπών μαρτύρων.
Ακολουθούν πολλά οράματα και αποκαλύψεις και θαύματα.
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς τιμώνται δύο ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.
http://ikivotos.gr