Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

«Ἐγὼ ἔχω Γέροντα»

gefraimkat

«Ἐγὼ ἔχω Γέροντα»

Γέροντα, Γέροντα, θα κολασθώ, ήρθαν οι δαίμονες να με πάρουν, μου είπαν ότι αύριο στις τρεις η ώρα θα ‘ρθουμε να σε πάρουμε
Εἶπε ὁ Γέροντας, εἶπε ὁ Θεός. Τὸ στόμα τοῦ Γέροντος εἶναι τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ.
Σοῦ εἶπε ὁ Γέροντας; «Μὴ φοβᾶσαι»; Μὴ φοβᾶσαι!
Ἂν κάνεις διάκριση σ᾿ ὅ,τι σοῦ λέει ὁ Γέροντας, δὲν εἶσαι ὑποτακτικός, εἶσαι ἐλεγκτὴς τοῦ Γέροντος.

Ὅση εὐλάβεια ἔχετε, ὅση αὐταπάρνηση ἔχετε, ὅση πίστη ἔχετε εἰς τὸν Γέροντά σας, τόσο καὶ περισσότερο λαμβάνετε.
Εἰς τὸν κόσμο ἀποθνήσκοντας ἕνας πατέρας ἔχει μία περιουσία, ἂς ὑποθέσουμε τώρα, ἑκατὸ δραχμές. Ἀφήνει τέσσερα παιδιά. Στὰ τέσσερα παιδιὰ θὰ διανείμει εἴκοσι πέντε, εἴκοσι πέντε, καὶ εἴκοσι πέντε. Ὅλοι θὰ πάρουν ἀπὸ εἴκοσι πέντε δραχμές. Ἡ κληρονομία τοῦ πατρός των.
Στὸ πνευματικὸ δὲν ἰσχύει αὐτό, ὄχι. Ἕνας ἔχει πίστη, εὐλάβεια αὐταπάρνηση, σεβασμὸ στὸν Γέροντά του εἴκοσι βαθμούς, εἴκοσι βαθμοὺς θὰ πάρει πνευματικὴ δύναμη. Ὁ ἄλλος ἔχει δύο, δύο θὰ πάρει· ἄλλος ἔχει ὀγδόντα, ὀγδόντα θὰ πάρει.
Αὐτὸ τὸ λέει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ δεχόμενος εἰς ὄνομα μαθητοῦ, μισθὸν μαθητοὺ λήψεται, ὁ δεχόμενος εἰς ὄνομα προφήτου, μισθὸν προφήτου θὰ πάρει» (Ματθ. 10,41). Αὐτὸ εἶναι τὸ πνευματικό. Ὅση εὐλάβεια ἔχεις εἰς τὸν Γέροντα…
Αὐτὴ τὴ μετάνοια τὴν ὁποία βάζεις εἰς τὸν Γέροντα, «εὐλόγησον, Γέροντα», ξέρετε πόση δύναμη ἔχει; Δὲν μπορεῖτε νὰ τὴν φαντασθεῖτε ἐσεῖς. Αὐτὸς ποὺ τὴν πέρασε, αὐτὸς γνωρίζει.
Δὲν ἔχεις εὐλογία νὰ πᾶς ἕνα βῆμα ἂν δὲν πάρεις εὐλογία ἀπ᾿ τὸν Γέροντα. Ὅταν πάρεις εὐλογία ἀπ᾿ τὸν Γέροντα, μὴ φοβᾶσαι τίποτα. Βάλε μετάνοια, φίλησε τὸ χέρι τοῦ Γέροντά σου καὶ πήγαινε καὶ γίνε ἀστροναύτης πάνω στὴ σελήνη· μὴ φοβᾶσαι, διότι σὲ σκεπάζει ἡ εὐχή, ἡ ὑπακοὴ σὲ σκεπάζει.
***
Ξέρετε τί θὰ πεῖ Γέροντας; Μόνο ὁ διάβολος ξέρει τί θὰ πεῖ Γέροντας.
Ὁ κατὰ σάρκα ἀδερφὸς ἀλλὰ καὶ ὑποτακτικὸς τοῦ γερο-Ἰωσήφ, ὁ πάτερ Ἀθανάσιος, εἶχε τὴν Κοίμηση στὴ Νέα Σκήτη. Ἐκεῖ τὸ Γεροντάκι ποὺ ζοῦσε πρίν, ἐγὼ τὸ πρόλαβα, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα δὲν τὸ πρόλαβα, ἀλλὰ τὸ ἄκουσα· τὸ Γεροντάκι τὸ πρόλαβα. Εἶχε ἕναν ὑποτακτικό. Ὁ ὑποτακτικός, ἔ, κρίσις Θεοῦ, ἦρθε στὸ τέλος νὰ πεθάνει. Τὴν προηγούμενη ἡμέρα, τὴν παραμονὴ προτοῦ νὰ πεθάνει, πῆγαν οἱ δαίμονες καὶ τοῦ λένε: «Εἶσαι δικός μας, τώρα θὰ σὲ πάρουμε στὴν κόλαση γιατὶ ἔτσι κι ἔτσι…», τὰ συνηθισμένα τῶν διαβόλων. Τὸ παιδὶ ταράχθηκε. Μπῆκε μέσα ὁ Γέροντας:
– Παιδί μου, γιατί εἶσαι ταραγμένος; λέει.
– Γέροντα, Γέροντα, θὰ κολασθῶ, ἦρθαν οἱ δαίμονες νὰ μὲ πάρουν, μοῦ εἶπαν ὅτι αὔριο στὶς τρεῖς ἡ ὥρα θά ῾ρθουμε νὰ σὲ πάρουμε.
– Ἄχ, παιδάκι μου, λέει, ἐσὺ εἶσαι ὑποτακτικός, ὅταν ἔρθουν οἱ δαίμονες νὰ τοὺς πεῖς: «Ἐγὼ ἔχω Γέροντα».
– Νά ῾ναι εὐλογημένο.
Τελείωσε, τὸν εἰρήνευσε τὸν ὑποτακτικό! τὴν ἄλλη μέρα πᾶν οἱ δαίμονες κατὰ τὴ συνήθειά τους, βγάλε τὴ γλώσσα, τράβα ἀπὸ ῾δῶ… «Τί ἐρχόσαστε σὲ μένα», λέει, «ἐγὼ εἶμαι ὑποτακτικός, ἔχω Γέροντα». Μὲ τὸ «ἔχω Γέροντα» ἄφαντοι ὅλοι οἱ δαίμονες! Αὐτὸς εἶναι ὁ Γέροντας.
από: «Γέρων Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης – Λόγοι Διδαχῆς»