Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Επίκαιρες Πνευματικές Αναζητήσεις » ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ!

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ!

aggragmarg

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ!

-Της Σοφίας Ντρέκου.
«Κάθε χρόνο του αγίου Γρηγορίου κάνω την ίδια ανάρτηση και κάθε χρόνο δεν βαριέμαι να την επαναλαμβάνω! Πώς να μην αγαπήσεις τον θεολόγο Γρηγόριο; Έναν ευαίσθητο πληγωμένο ποιητή πού έφαγε τόσες μπόρες, έφυγε την ιερωσύνην το πρώτον, κράτησε την ορθοδοξία μόνος του, υπέμεινε επιθέσεις και βανδαλισμούς αρειανών νύχτα Ανάστασης στην Εκκλησία και μόνο με ένα βλέμμα σιωπηλό τους αναχαίτισε, παραιτήθηκε από την κανονική του έδρα στην αρχιεπισκοπή Κων/πολης για να ειρηνεύσει η Εκκλησία, χωρίς γογγυσμό και στο τέλος της ποιητικής του ζωής, γέρος, ξεχασμένος και απομονωμένος
«Μωρέ πόσο τον αγαπώ τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο; Πολύ μελαγχολικός και ιδιαίτερα ευαισθητούλης. Ακούστε τι λέει σε κάτι δύσκολες προσωπικές στιγμές του, έτσι για να παίρνουμε δύναμη και εμείς που γκρεμοτσακιζόμαστε καθημερινά και για να καταλάβουμε ότι οι άγιοι δεν είναι σούπερμαν όπως πολλοί θέλουν να μας του παρουσιάσουν.
«Ρωτάς πώς τα πάω – άσε, πολλή πίκρα. Μού λείπει ο Βασίλης, ο πνευματικός μου αδερφός, και ο Καισάριος, ο βιολογικός μου αδερφός. «Ο πατέρας και η μητέρα μου μ’ έχουν εγκαταλείψει», για να το πω με τα λόγια του Δαυίδ. Τα τού σώματος πονεμένα, τα γηρατιά επικρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, οι υποχρεώσεις με εξαντλούν, τα προβλήματα συσσωρεύονται, οι φίλοι με προδίδουν, η Εκκλησία διαλύεται. Χάθηκαν τα καλά, έμειναν τα στραβά, μέσα στη μαύρη νύχτα αρμενίζω, και φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Τι άλλο πρέπει πια να πάθω; μια μόνο λύση υπάρχει για τα βάσανά μου, ο θάνατος. Αν κρίνω όμως με βάση τα εδώ, κι εκεί απαίσια θα είναι!»
Ποιήματα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
Γρηγόριος ο Θεολόγος: Γνωμικά τετράστιχα, ποίημα ΛΓ’
*Όταν κάποια προσβολή κάποτε καίει την ψυχή σου,
φέρε στο νού το Χριστό και τα χτυπήματα του
και πόσο μέρος απ’τις πληγές του Κυρίου είναι τούτα·
κι αυτό θα είναι το νερό να σβήσεις τη λύπη σου.
*Ο έρωτας, η μέθη, η ζήλεια κι ο δαίμονας είναι ίσα·
όποιον χτυπήσουν, βουλιάζουν το μυαλό του·
το λιώσιμο, η προσευχή, τα δάκρυα, να τα φάρμακα.
Αυτή είναι η γιατρειά στα δικά μου πάθη.
*Τίποτα μή θεωρείς ισάξιο με τον πιστό φίλο,
που δεν τον έφερε το ποτήρι κι η ταραχή του καιρού·
αλλά αυτός δεν χαρίζει παρά μόνο ότι μας συμφέρει.
Αναγνώριζε όρια της έχθρας, όχι όμως της φιλίας.
*Γιατί να θεωρούμαι αίτιο για όλα το δόλιο
εχθρό, αφού του δίνομε εξουσία με τον τρόπο που ζούμε;
Να κατηγορείς τον εαυτό σου ή για όλα ή για τα πιο πολλά·
τη φωτιά βάζομε εμείς, η φλόγα είναι του Πνεύματος.
*Η όψη συναρπαστική, κρατήθηκα όμως·
δεν έστησα είδωλο στην αμαρτία.
Άν στήσεις είδωλο, που καιρός για πράξεις;
αυτά της πάλης τα σκαλιά με τον εχθρό.
*Τ’ωραιότερο δώρο για το Θεό είναι ο τρόπος·
κι αν υποφέρεις τα πάντα, τίποτ’άξιο δε θα υποφέρεις.
Ότι δίνει κι ένας φτωχός αυτό να προσφέρεις.
Ο καθαρός δε μοιράζεται την αμοιβή της πόρνης.
Σε φτώχεια φιλοσοφημένη
Σύ που τρυφάς, με την αρρώστεια χαίρεσαι, πλούσιος ως είσαι·
έχεις τη συμφορά και της αρρώστιας σου το φάρμακο.
Φτωχός ο άλλος μα εγκρατής· και τρισευτυχισμένος
όποιος δεν έχει μήτε συμφορά κι ούτε και φάρμακο.
Τον που’ναι πλούσιος μά στα πάθη υποταγμένος
απ’το φτωχό θα προτιμούσα και σοφό,
όταν το δυνατό μά ανόητο προτιμήσω
απ’αυτόν που είναι ολόγερος όχι όμως τόσο δυνατός.
Όμοιο
Είναι ένας άρρωστος βαριά και φάρμακα πολλά
παίρνει για τις αρρώστιες του κι άλλος υγεία γεμάτος,
χωρίς ούτε ένα φάρμακο· ποιόν πες μου μακαρίζεις;
σίγουρα το γερό κι εσύ όπως ο κόσμος όλος.
Έτσι κι αυτόν που χρειάζεται λίγα, φτωχός κι αν είναι
αλλά όχι αυτόν που κολυμπά σε χρήματα και πάθη.
Στην υπομονή
Ευτυχισμένο αν βρεις μες στους κακούς
του τέλους ξέρε η ελπίδα τον κρατεί.
Κι αν κάποιο βρεις καλό μες στα δεινά,
άγνισμα η λύπη ξέρε· κι αν μικρό
ίχνος πηλού έχει, πρέπει με τους πόνους
να σβήσει, να μή μείνει τίποτα για τη φωτιά.
Η του εχθρού είναι πειρασμός και πάλι
απ’το Θεό ευκαιρία να δειχτείς μεγάλος.
Ο Ιώβ ο νικηφόρος ας σε πείσει.
Της Σοφίας Ντρέκου