Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ

ginaikapanagia

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ 

Γαλάτεια Γρηγορειάδου-Σουρέλη
Aσε με να σε σεργιανίσω στην ιστορία, στο περιβόλι πιο σωστά να πω, της γυναίκας του τόπου μου. Θα αρχίσω μετά την κραυγή «Εάλω η Πόλις», τότε πού «όλα τα ‘ σκίαζε ή φοβέρα και τα πλάκωνε ή σκλαβιά». Τότε πού «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μέσ’ στη χώρα», μια γυναίκα έλαμψε, ή Ρηγούλα Μπενιζέλου, ή Φιλοθέη.
Πριν υπάρξει Κοσμάς Αιτωλός, οι δάσκαλοι του Γένους, πρώτα μια γυναίκα κατάλαβε πώς οποίος χαθεί για την Ορθοδοξία, είναι χαμένος για το Γένος. Στην Τουρκοκρατούμενη Αθήνα μαζεύει τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα να τους μάθει Τέχνη, Γράμματα. Φτιάχνει Νοσοκομείο, Γηροκομείο- μαζεύει τις ανύπαντρες μητέρες, κρατά τα μωρά τους- ξενοδοχείο κάνει, για τους γυρολόγους• πηγάδι να πίνουνε νερό οι διψασμένοι, το Ψυχικό, Όπως ονομάστηκε.
Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, το Γένος μου δίνει ιδιαίτερη τιμή στη μάνα. Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «κάτσε να φας, κάτσε να πιεις» παρακαλάμε τον Άγιο Βασίλη. Μα αυτός βιάζεται. «Που πας;» τον ρωτάμε. «»Από τη μάνα μου έρχομαι, στο δάσκαλο πηγαίνω» απαντά ο Άι-Βασίλης, το Γένος μου δηλαδή.
Βραβεύεται παγκόσμια ο ποιητής μας Σεφέρης με Νόμπελ. Στο τέλος πρέπει να ευχαριστήσει. Το κοινό -ή αφρόκρεμα της υφηλίου. Και αρχίζει: «Προέρχομαι από ένα Γένος πού ξέρει πώς καρπός της μάνας μας είμαστε. Για νανούρισμα λέει « Κοιμήσου και σου κέντησα αετούς στο μαξιλάρι. Αγιά Σοφιά και Παναγιά νάχεις για προσκεφάλι».
Ή γυναίκα του τόπου μου νανούριζε το σκλαβωμένο Ελληνόπουλο με το: «Πέφτω κάνω το Σταυρό μου, άγγελο έχω στο πλευρό μου• δούλος του Θεού λογιού
μαι και κανέναν δε φοβούμαι».
Ή γυναίκα του τόπου μου δεν ήξερε πολλά γράμματα Μάθαινε όμως μια μοναδική πρόσθεση στα παιδιά και στα εγγόνια της, πρόσθεση όλο δόγμα και στέριωμα για τη ζωή: Ένας εΐν’ ο Κύριος, δεύτερη ή Παναγιά, τρίτος εΐναι ο Πρόδρομος, τέσσερα τα Εύαγγέλια, πέντε ή πεντάτευχος, έξι τα έξαπτέρυγα, εφτά είν’ τα Μυστήρια οχτώ το όχταήχι εννιά είναι τα τάγματα, δέκα είν’ οι εντολές, έντεκα τα έωθινα, δώδεκα οι «Απόστολοι».
Χριστό και Ελλάδα ή γυναίκα του τόπου μου έδινε με το γάλα της στο μωρό. Γυναίκες πού, όπως λέει ο ποιητής, «με το Ψαλτήρι έθέριεψαν, και το χρυσό στεφάνι της Υπερμάχου έφίλησαν και πάλι στο μακελιό!!!» Γιατί έγνοια τους -ή λευτεριά του τόπου τους. Ή Λενιώ Μπότσαρη ήταν ή σημαιοφόρος στο Σουλιώτικο σώμα, ήταν ή «Μπαϊρακτάραινα». Και ή ήρωϊκή μάνα των Λαζαίων έλεγε στα παιδιά της: «Κατάρα νάχετε παιδιά, μη λυγίσουν τα κορμιά σας, όσο να ζείτε, τη Τουρκιά να μη την προσκυνάτε!!».
Ήταν αυτή ή Γυναίκα πού έδωσε 30.000 νεομάρτυρες πού δεν έπρεπε να ξεχάσουν πώς εΐναι Χριστιανοί και «Ελληνες. Στον ένοπλο Μακεδονικό αγώνα, όπως τονίζει ό Ακαδημαϊκός Βαφόπουλος, έντονη ή παρουσία της.
«Όποιος ξεχάσει τη Μακεδονία μας, γιος μου δε λογιαριάζεται, καταραμένος να ναι!!», έλεγε στα παιδιά της. Μετέφεραν όπλα, τρόφιμα, πληροφορίες, κρύβοντας στα σπίτια τους αγωνιστές, νοσηλεύοντας τραυματίες καί αρρώστους. Πολλές φορές καί φυσέκια έκρυβαν ανάμεσα στις πλούσιες πλεξούδες τους καί όπλα κάτω από τίς κάπες τους. Οι γεροντότερες έπλεκαν ακάματα μάλλινα για τους αγωνιστές καί κεντούσαν τα διακριτικά στα πηλίκιά τους.
Το Παρθεναγωγείο της Θεσσαλονίκης ετοίμαζε δασκάλες πού πήγαιναν στα σχολειά της Μακεδονίας πού αναστέναζαν κάτω από τον Βούλγαρο κομιτατζή να μάθει το Ελληνόπουλο ελληνικά. Πυρπολούσαν το σχολειό οι Βούλγαροι, καιγότανε μαζί καί ή δασκάλα, άφοϋ προλάβαινε να χτυπήσει τον εχτρό.
Το λάβαρο της Αγίας Λαύρας πού ό Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός το έβγαλε άπ’ την ωραία πύλη καί κηρύττει την έναρξη του αγώνα, το κέντησαν γυναίκες στη Σμύρνη.
Προτού να αρχίσουν το κέντημα τα κορίτσια, άναβαν το καντήλι, έκαναν το σταυρό τους καί καθώς κεντούσαν έλεγαν προσευχές καί έψελναν σιγά τροπάρια. Στό τέλος δε του κάθε κεντήματος θύμιαζαν το ιερό αυτό εργόχειρο. Ό συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός στο βιβλίο του «Συναξάρι «Ανδρέα Κορδοπάτη» γράφει: «…καί πέθανε ή μάνα… Το είχε καταλάβει. Μας πήρε κοντά της. Την Πίστη σας, μας είπε, να μην την αλλάξετε. Αυτό θυμάμαι…».
Δασκάλα 18 χρονών, μόνη της μέσα στην καταστροφή της Σμύρνης, διέσωσε 100 παιδιά του ορφανοτροφείου Σμύρνης. Τα πήγε στη Θεσσσαλονίπη με καράβια, παρακαλώντας, καί περίμενε να τελειώσουν δλα, να μάθουν μια τέχνη, καί μετά παντρεύτηκε.
Τί να σου πω για τις γυναίκες της Πίνδου! Σκαρφάλωσαν εκεΐ πού τα μουλάρια δεν μπόραγαν να σκαρφαλώσουν, ζαλωμένες με πολεμοφόδια, γιατί οι φαντάροι μας είχαν απομείνει σε ένα οχυρό χωρίς πολεμοφόδια. Να, κι άλλο θα σου πω. Οί νικητές της Πίνδου προχωρούσαν. Καθώς έφτασαν στον ποταμό Βογιούσα τρόμαξαν. Το απότομο ρέμα εμπόδιζε τους σκαπανείς. Οί γυναίκες μπήκαν οι ίδιες μέσα στα νερά καί πιασμένες οφιχτά από τους ώμους, σχημάτισαν πρόχωμα πού άνάκοπτε την ορμή του πόταμου καί ευκόλυνε τους γεφυροποιούς.
Ό Νικηφόρος Βρεττάκος θα τραγουδήσει τη γυναίκα της Πίνδου: «Στής ιστορίας το διάσελο όρθιος ό / γιος πολέμαγε κι ή μάνα κράταε τα / βουνά, όρθιος να στέκει ό μπροΰντζος, χιόνι καί σύννεφο. Κι άχολόγαγε ή Πίνόος. Τα φαράγγια κατέβαζαν / τραγούδια κι άναπήδαγαν τα έλατα / καί χόρευαν οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν «είτε παίδες Ελλήνων…». Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν / Παναγιές τις ανέβαιναν. Με την ευχή στον ώμο τους κατά το /γιο πήγαιναν…»
«Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει για μια νοσοκόμα Ελληνίδα, πού κρατούσε στην αγκαλιά της έναν Ιταλό στρατιώτη πού ήταν σε αφασία. Στό ένα της χέρι είχε ένα ιταλικό λεξικό καί ψιθύριζε Ιταλικά «γιε μου… γιε μου». «Με νομίζει για μάνα του», είπε στην έκθαμβη Τσάτσου.
Επί 40 χρόνια ή Δέσποινα Άχλαδιώτη ύψωνε στο μικρό νησί της Ρω την Ελληνική σημαία. Ή «Ακαδημία (1975) Αθηνών τίμησε την Κυρά της Ρω, τη γυναίκα με τη σημαία.
Ή Γυναίκα του τόπου μου στεριώνει τα γιοφύρια. Μη ξεχνάς το γιοφύρι της «Αρτας «»Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν». Μα ή γυναίκα του πρωτομάστορα θεληματικά δέχεται να στεριώσει, με το θάνατο της, το γιοφύρι.
Καί το Γένος μου, μια γυναίκα -τη Γοργόνα- έβαλε φρουρό στο Αιγαίο, καί να σε ρωτάει με αγωνία μήπως καί πέθανε ό Μεγαλέξανδρος στη μνήμη σου.
Καί τελειώνει το σεργιάνι με το ποίημα του Κωστή Παλαμά:
«Χαίρε Γυναίκα, / εσύ Αθηνά, Μαρία, Ελένη, Εύα, / να ή ώρα σου! / Τα ωραία φτερά δοκίμασε κι άνέα/ καί καθώς είσαι ανάλαφρη / καί πια δεν είσαι σκλάβα / προς τη μελλόμενη «Αγια Γη πρωτύτερα / εσύ τράβα / κι ετοίμασε τη Νέα Ζωή, μιας Νέας Χαράς / Υφάντρα, / κι υστέρα αγκάλιασε, ύψωσε καί φέρε εκεί / τον άντρα / Καί πλάσε τον Πρωτοπλάστη».
Γαλάτεια Γρηγορειάδου-Σουρέλη
Από:Panteleimon Krouskos