Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

ipolisealo

«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ»

Η Πόλη έπεσε… Σαν σήμερα οι μνήμες ξυπνούν…
Η Κωνσταντινούπολη… Η πόλη του Κωνσταντίνου… Η πόλη της Παναγιάς… Η πόλη της καρδιάς μας…!!!
Το 330 ο Μέγας Κωνσταντίνος σε μια σπάνιας ευφυΐας κίνηση μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην περιοχή του Βυζαντίου, εκεί όπου Ευρώπη και Ασία συναντιούνται, εκεί όπου χρόνια που μεσολάβησαν από τη γέννηση ως το θάνατό της, η Πόλη έζησε στιγμές δόξας μα και φρίκης, γνώρισε πιστούς φίλους μα και κηρυγμένους εχθρούς. Όνειρο πολλών φιλόδοξων ήταν τούτη η πόλη, για την οποία οι έμποροι της Μεσαιωνικής Δύσης έλεγαν ότι ήταν λουσμένη στο φως. Κι όμως οι πόλεμοι και οι εσωτερικές τριβές κάποτε την γονάτισαν, ώστε όταν ο Μεχμέτ ο Βʹ ξεκινούσε το φιλόδοξο σχέδιο να την αποκτήσει, η Πόλη ήταν η σκιά του παλαιού της εαυτού.
Παρόλα αυτά, ίσως να μην χανόταν από τους Οθωμανούς εάν δεν την είχαν αποδεκατίσει πρώτα οι ίδιοι οι Χριστιανοί…
Η μεγάλη κατηφόρα για την Κωνσταντινούπολη είχε αρχίσει το 1204, όταν οι Σταυροφόροι την άλωσαν και με πρωτοφανή μανία κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτισμού της. Στα 57 χρόνια που έμειναν οι Δυτικοί, οι βιβλιοθήκες της απογυμνώθηκαν, οι ναοί της βεβηλώθηκαν, οι θησαυροί της κλάπηκαν, τα ταμεία της άδειασαν. Όταν το 1261 ο στρατηγός Στρατηγόπουλος την ελευθέρωσε, η Βασιλεύουσα δεν ήταν παρά μια πόλη ρημαγμένη που πέρασε τα τελευταία 129 ελεύθερα χρόνια της πασχίζοντας μάταια να βρει δυνάμεις για να αμυνθεί κόντρα στους πανίσχυρους Οθωμανούς.
Ποιος μπορούσε να υπερασπιστεί μια τέτοια πόλη;
Μόνο ένας μεγάλος ήρωας. Το όνομά του;
«ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ»
Ο γιος του Εμμανουήλ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάτση, ήταν εκείνος που δέχτηκε να σηκώσει το βάρος: Μολονότι είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης, δέχτηκε να στεφθεί Κύριος μιας Αυτοκρατορίας που περιοριζόταν πια σε μερικά δεσποτάτα, να οργανώσει την άμυνα με άδεια ταμεία, να σώσει την Πόλη του ή να χαθεί μαζί της, να μην την αφήσει να σβήσει ακέφαλη. Αυστηρός, ηθικός, γνήσιος ηγέτης από αυτούς που δεν κρύβονται στα παλάτια τους ή στα γραφεία τους, αλλά ηγούνται και ορμούν πρώτοι στον αγώνα. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν και είναι η φωνή της Πόλης και των ιδανικών της: Ελευθερία, Αγάπη, Ομόνοια, Πίστη, Αγώνας μέχρις εσχάτων. Το πρώτο μέλημά του ήταν η οικονομική ανόρθωση του κράτους. Αλίμονο όμως: Στην πιο κρίσιμη στιγμή της Πόλης, ο άνθρωπος που είχε ορκιστεί να την προστατέψει από τους εχθρούς, έπρεπε να βρει τρόπο να νικήσει το πιο φρικτό ελάττωμα της φυλής μας: Τη διχόνοια…
Ενώ ο Μωάμεθ ένωνε τους μουσουλμάνους από κάθε σημείο της Ανατολής, ο Κωνσταντίνος είχε να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις ανάμεσα στους ενωτικούς και στους ανθενωτικούς. Ήταν δε το μίσος τόσο δυνατό, που οδηγούσε σε προδοσία: την ώρα που ο Αυτοκράτορας χρειαζόταν και το τελευταίο νόμισμα, πολλοί ανθενωτικοί προύχοντες έκρυβαν στα υπόγεια των σπιτιών τους τα τιμαλφή, αρνούμενοι να βοηθήσουν,γιατί όπως είχε πει ο μέγας Λογοθέτης Λουκάς Νοταράς «κάλιο το σαρίκι του σουλτάνου, παρά η τιάρα του Πάπα…» Μέσα στη γενική αναστάτωση, ο Κωνσταντίνος αγωνιζόταν να οργανώσει την άμυνα: Έκλεισε τον Κεράτιο κόλπο με τεράστια αλυσίδα και ενίσχυσε με άνδρες τα πιο αδύναμα σημεία του διπλού Βυζαντινού τείχους ανάμεσα στις πύλες του Ρωμανού και Ανδριανούπολης, όπου τα τείχη ακολουθώντας το ύψος του εδάφους χαμήλωναν. Είχε δε στη διάθεσή του 4.973 Έλληνες της Πόλης, 2.000 εθελοντές και 700 σιδηρόφρακτους άνδρες του Ιουστινιάνη, του πρωτοστράτορα. Στο πλάι του, ως αρχηγός του στόλου ‐αν και ανθενωτικός‐ ο Νοταράς, ο οποίος είχε στείλει στα τείχη τα δύο μεγαλύτερα αγόρια του και ήταν από τους λίγους που έβαλε τελικά την προσωπική του γνώμη στο περιθώριο για το καλό της πατρίδας.
Από την άλλη πλευρά ο Μωάμεθ είχε στη διάθεσή του πάνω από 250.000 άνδρες: από τους οποίους μόνο οι 42.000 ήταν τακτικός στρατός. Οι υπόλοιποι ήταν βαζιβουζούκοι, δηλαδή άτακτοι, πλιατσικολόγοι, που θα τους έριχνε πρώτους στη μάχη, για να κουράσουν τον αντίπαλο. Είχε ακόμα 14 πυροβολαρχίες (τις πρώτες στην παγκόσμια ιστορία). Το μεγάλο του όπλο όμως ήταν η μπομπάρδα, ένα μεγάλο κανόνι με κάνη μήκους 8 μέτρων και με δυνατότητα να καλύπτει απόσταση 1.500 μέτρων, φτιαγμένο από τον Ούγγρο τεχνίτη Ουρμπάν. Αυτό το κανόνι είχε παζαρέψει πρώτα ο Κωνσταντίνος, γιατί έβλεπε πως ήταν η μοναδική ελπίδα της Βασιλεύουσας. Δυστυχώς τα σχέδια του συνάντησαν άδεια ταμεία και τσακωμούς κι έτσι η μπομπάρδα έφτασε στα χέρια του εχθρού και στήθηκε στο πιο αδύνατο σημείο των τειχών.
Την αποφράδα εκείνη ημέρα του 1453, οι κραυγές των επιτιθέμενων σχίζουν τον αέρα και η Κωνσταντινούπολη καλεί με τις καμπάνες το λαό της στα τείχη. Η επίθεση ξεκινά κατά κύματα: Πρώτα στέλνονται οι άτακτοι. Για δύο ώρες τα τείχη πολιορκούνται μα η άμυνα κάνει καλή δουλειά. Η Πόλη δεν γονατίζει. Από θαλάσσης τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα για τους Έλληνες, αν και όλοι καταλαβαίνουν ότι ο στόλος του εχθρού θέλει μόνο να απασχολήσει τους άνδρες και όχι να τους νικήσει. Η μεγάλη μάχη δίνεται στην κοιλάδα του Λύκου. Ο Μωάμεθ ρίχνει το ασκέρι του Ισχάκ Πασά, αλλά η πυκνή τους διάταξη επιτρέπει στους Έλληνες να ρίχνουν στο ψαχνό. Η Πόλη δεν γονατίζει. Τα κανόνια τραντάζουν τα τείχη. Λίγο πριν το ξημέρωμα η μπομπάρδα γκρεμίζει ένα τμήμα από το εξωτερικό τείχος του Αγίου Ρωμανού και οι πρώτοι 300 οσμανλήδες ορμούν μα αποδεκατίζονται από τον Κωνσταντίνο και τους άνδρες του. Η Πόλη πάλι δε γονατίζει. Με το πρώτο φως της ημέρας ο Μωάμεθ στέλνει τους γενίτσαρους, αλλά οι αμυνόμενοι, άριστα εκπαιδευμένοι από τον Ιουστινιάνη, άριστα εμψυχωμένοι από τον Παλαιολόγο δεν εγκαταλείπουν. Η Πόλη δεν γονάτισε ακόμα. Ο Ιουστινιάνης όμως πληγώνεται την πιο κρίσιμη στιγμή και οι άνδρες του τον απομακρύνουν από το πεδίο της μάχης. Ο Κωνσταντίνος σπεύδει στο πλευρό του και πάνω στην αγωνία του τον ικετεύει να παραμείνει: «Κάνε υπομονή αδερφέ. Σε έχουμε ανάγκη». Εκείνος όμως δεν αντέχει άλλο. Οι άνδρες του τον βάζουν σʹ ένα καράβι με προορισμό τη Χίο. Πεθαίνει εν πλω.
Ο Κωνσταντίνος επιστρέφει στα τείχη, και ρίχνεται στη μάχη αλλά την αναταραχή που προκάλεσε η απώλεια του Ιουστινιάνη αντιλαμβάνεται ο Μωάμεθ. Τα κανόνια χτυπούν το εξωτερικό τείχος που τελικά υποχωρεί. Όλο το δράμα παίζεται τώρα στην πύλη του Αγίου Ρωμανού όπου ο Κωνσταντίνος δίνει την ύστατη μάχη και στην πύλη της Αδριανούπολης, πολύ κοντά σε μια πόρτα που αν και ασήμαντη για τους Βυζαντινούς, έμεινε γνωστή ως η πιο μυστηριώδης πόρτα της ιστορίας: την «Κερκόπορτα». Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά κάτω από ποιες συνθήκες κυμάτισε η σημαία του Μωάμεθ πάνω από την κερκόπορτα. Ήταν προδοσία; Κι αν ναι από ποιους; Η αλήθεια χάθηκε στη δύνη της μάχης ή των συμφερόντων και μόνο θρύλοι κράτησαν το όνομά της ζωντανό κι έμεινε η Κερκόπορτα ως «ένας κόκκος άμμου που έκρινε την ιστορία του κόσμου», όπως παρατηρεί ο Στέφαν Τσβάιχ. Η σημαία των Οθωμανών πάνω στα τείχη έδωσε πρώτη το μήνυμα : ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ…
Η κραυγή “Εάλω η Πόλις” αντήχησε, ενώ από στόμα σε στόμα ακούγονταν πλέον σε όλα τα σημεία της Βασιλεύουσας, όταν οι σημαίες των Τούρκων έγιναν ορατές στα τείχη, από τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης.
Ο Αυτοκράτορας αντιστάθηκε γενναία μέχρι τέλους στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.
O ίδιος ο Κωνσταντίνος, με τη γυαλιστερή πανοπλία του γεμάτη αίματα και το σπαθί στο χέρι, πολεμούσε ασταμάτητα, έχοντας ξεφορτωθεί την πορφύρα και τα Αυτοκρατορικά διακριτικά, ανάμεσα στους άνδρες του, μέχρι που κυκλώθηκε από τα Οθωμανικά στίφη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, κάτω από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Γενίτσαρων, ακούστηκε να κραυγάζει πάνω από τη βοή της μάχης:
“Μα δεν υπάρχει χέρι χριστιανού να μου πάρει τη ζωή;”
Έτσι άφησε την τελευταία του πνοή ο ύστατος Έλληνας Αυτοκράτορας, με το σπαθί στο χέρι, πιστός στις παραδόσεις ηρωισμού και αυταπάρνησης, έσχατος υπερασπιστής της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας.
Η Πόλη του Κωνσταντίνου γονάτισε μετά από 57 μέρες πολιορκίας, μετά από 1123 χρόνια πορείας. Την είδε γονατισμένη εκείνος ή είχε χαθεί πριν συνειδητοποιήσει το τέλος της αγαπημένης του; Κανένας δεν ξέρει. Το σώμα του αναζητήθηκε από το Μωάμεθ μέσα στις επόμενες μέρες και αναγνωρίστηκε από τα χρυσά αυτοκρατορικά σανδάλια. Τον αναγνώρισε ενώπιον του Σουλτάνου ο αιχμάλωτος Νοταράς. Ο Νοταράς εκτελέστηκε, αφού είδε να πεθαίνουν ο 14χρονος γιος και ο γαμπρός του, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει. Ο γενναίος Βυζαντινός προτιμούσε να τους δει να πεθαίνουν, παρά να τον δουν εκείνοι. Φοβόταν λένε μήπως ο γιος του τρομάξει από το θάνατο του πατέρα του και αλλαξοπιστήσει.
Όσο για την Αγιά Σοφιά; Έγινε φρικτός τάφος για τους ικέτες, από τους πρώτους Οθωμανούς που μπήκαν στην Πόλη και θα καταστρεφόταν στα σίγουρα από τη μανία των απαίδευτων στρατιωτών, εάν δεν έσπευδε ο ίδιος ο Μωάμεθ για να την προστατέψει. Κάποιοι λένε πως την προστάτεψε από φόβο προς τους Δυτικούς (μήπως η καταστροφή του πιο σημαντικού Ναού προκαλούσε την αντίδραση των χριστιανών) και κάποιοι εις μνήμην της χριστιανής μητριάς του. Το σίγουρο είναι ότι ο Σουλτάνος πάτησε το ίδιο απόγευμα πάνω στην Αγία Τράπεζα και στρέφοντας το πρόσωπο προς τη Μέκκα ευχαρίστησε τον Αλλάχ, χρίζοντάς τον Ναό σε τζαμί. Την Παρασκευή 1 Ιουνίου 1453 γίνεται και η επίσημη μουσουλμανική προσευχή στο Ναό της του Θεού Σοφίας. Οι τοιχογραφίες της καλύφθηκαν από ασβέστη και μόνο η Πλατυτέρα δεν δέχτηκε να καλυφθεί μα στέκει εκεί μέχρι σήμερα με ακάλυπτο το πρόσωπο κι ορθάνοιχτα τα μάτια και φυλάει την Πόλη της καρδιάς της.
Ποιος ξέρει; Ίσως θέλει να είναι παρούσα όταν πραγματοποιηθεί η προφητεία των Αρχαγγέλων:
Μην κλαις Αφέντρα και Κυρά πάλι δικιά σου θα ‘ναι…
●Και μετά την Άλωση τι…? (Η επόμενη μέρα…)
Όταν οι τελευταίοι υπερασπιστές είτε έπεσαν υπό το βάρος των Οθωμανών που εισέρρεαν στην Πόλη από κάθε πιθανό και απίθανο άνοιγμα είτε οχυρώθηκαν στα τελευταία σημεία αντίστασης, οι στρατιώτες του κατακτητή είχαν πλέον δικαίωμα σε τρεις μέρες λεηλασίας, ενώ όταν αυτή έληγε, όλα τα λατρευτικά κτίρια των υποδούλων μετατρέπονταν σε τζαμιά ή κατεδαφίζονταν. Έτσι οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε ένα απίστευτο όργιο λεηλασιών, φόνων και βιασμών. Οι χιλιάδες τακτικών και ιδιαίτερα οι ημιάγριοι Βαζιβουζούκοι άτακτοι έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους άνδρα, γυναίκα, παιδί. Ουδείς μπορούσε να ξεφύγει από τη μανία των κατακτητών.
Έκοβαν αδιακρίτως κεφάλια, χέρια, πόδια, σε μια τρομερή μανία που προερχόταν από τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας και το βαρύ φόρο αίματος που χρειάστηκε να πληρώσουν, αλλά και από το πολύχρονο αίσθημα κατωτερότητας που διακατείχε τους νεόκοπους κατακτητές σε σχέση με τους Βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν πίσω τους 3.000 χρόνια Ελληνικού πολιτισμού. Αυτά τα συναισθήματα μετουσιώθηκαν σε σφαγή.
Oι Έλληνες, μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πάνω τους βιαστικά και με ακαταστασία, χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Mε θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη, έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση… Το πλήθος, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, την Αγιά Σοφιά.
Μαζεύτηκαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους και χωρίς αντίσταση σφαγιάστηκαν όλοι μέσα στο ναό. Άλλοι πάλι σ’ άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για πού. Σε λίγο σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως φάνηκαν γενναίοι, αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους. Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν, αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν.
Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό κλαγγών όπλων και ουρλιαχτών, μέσα στα ποτάμια αίματος που πλημμύριζαν τα σπίτια, τις πλατείες και τους δρόμους, μέσα σε αυτό το όργιο της καταστροφής και του πλιάτσικου, ο Μωάμεθ άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι αν άφηνε τους βάρβαρους στρατιώτες του να συνεχίσουν, δεν θα του έμενε τίποτε να κυβερνήσει από την κάποτε υπερήφανη Πόλη. Έτσι, σε λιγότερο από 24 ώρες από την πτώση της Πόλης, ο Σουλτάνος διέταξε την άμεση παύση του πλιάτσικου και έδωσε εντολή στους Γενίτσαρους να σύρουν έξω από την Πόλη όποιον αρνηθεί να υπακούσει τη διαταγή.
Μέσα σε ελάχιστες ώρες η καταστροφή είχε σταματήσει. Tα τελευταία σώματα άτακτων είχαν συρθεί έξω από τα τείχη και όσοι (ελάχιστοι) Έλληνες είχαν επιβιώσει, έβγαιναν σιγά-σιγά από τις εκκλησίες και τις κρυψώνες τους. H συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων είχε είτε σφαγιασθεί είτε σκλαβωθεί. Οι περισσότεροι Τούρκοι, μετά την εκτόνωση της αρχικής μανίας τους, άρχισαν να σκέφτονται περισσότερο το κέρδος και λιγότερο τη σφαγή, οπότε τα θύματά τους αιχμαλωτίζονταν για να πωληθούν στη συνέχεια ως σκλάβοι.
Φυσικά, ο ήδη συρρικνωμένος πληθυσμός της Πόλης δεν συνιστούσε πλέον ούτε κωμόπολη. Γι’ αυτό μία από τις πρώτες κινήσεις του Μωάμεθ αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως νέας πρωτεύουσας του Οθωμανικού κράτους ήταν να φέρει πολυάριθμους αποίκους, κυρίως Τούρκους ή εξισλαμισμένους Ανατολίτες, Έλληνες, αλλά και Αρμένιους και Εβραίους, να κατοικήσουν στην αχανή και κατακτημένη πόλη, αμέσως μετά την παύση της σφαγής.
Ο Μωάμεθ εισήλθε επικεφαλής εντυπωσιακής πομπής και προσευχήθηκε στην Αγιά Σοφιά, τον κύριο Χριστιανικό ναό της Πόλης, που είχε χτιστεί από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό το έτος 532. H Αγιά Σοφιά θα μετατρεπόταν πλέον σε Μουσουλμανικό τέμενος. O κατακτητής δεν φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρος με την παλιά αριστοκρατία και τη διοικητική ελίτ του Βυζαντίου. Μέσα σε λίγες μέρες είχε εκτελέσει το σύνολο των επιφανών Βυζαντινών που κατείχαν κάποιο αξίωμα και δεν είχαν φροντίσει να αποχωρήσουν.
O Μωάμεθ είχε πλέον κερδίσει τον τίτλο του Πορθητή. H Πόλη ήταν δική του και η αντίσταση είχε παύσει. Κατόρθωσε να εκπληρώσει το πρώτο μέρος του ονείρου του, που ήταν η ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε όλο της το μεγαλείο: Η «Νέα Ρώμη» ήταν δική του. H μελλοντική απόπειρά του να καταλάβει την ίδια τη Ρώμη απέτυχε παταγωδώς, αλλά για την ώρα ήταν θριαμβευτής, κατακτητής και μπορούσε πλέον να σφετεριστεί τον τίτλο «Καϊζέρ ι ρουμ», (Καίσαρας των Ρωμαίων).
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ»]