Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

dematas

Ο Άγιος

Ο Κωστής ζούσε σ» ένα μικρό δυαράκι στο Λουτράκι παρέα με τον γάτο του,
το Μιλτο. Οι γειτονιά, άνθρωποι γεμάτοι καλοσύνη ήξεραν πόσο φτωχός
ήταν και του έφερναν
κάθε μέρα ένα πιάτο φαΐ τον επιούσιο όπως λέει ο απλός λαός.
Ο Κωστής ήταν από ένα χωριό
των Τρικάλων από μια πολύ φτωχή αγροτική οικογένεια.
Ο πατέρας του κ. Ανέστης αγρότης
από πάππου προς παππού,
σκληρός άνθρωπος πίστευε στο ρητό
η δουλειά κάνει τον αφέντη
σταμάτησε τον μικρό παιδί από το σχολείο πολύ νωρίς.
Η μητέρα του η Θεώνη ράπτρα
στο επάγγελμα, γυναίκα της Εκκλησίας
μεγάλωσε το μικρό Κωστή
με χριστιανικός αρχές
(Να είσαι πρώτα καλός άνθρωπος
κι ο Θεός θα στα φέρει όλο δεξιά)
του έλεγε πάντα πριν κοιμηθεί.
Όταν έγινε 16 χρονών ο Κωστής ανακοίνωσε στους γονείς του ότι θα φύγει οριστικά από το χωριό.
Θα κατέβω στην Αθήνα Μάνα για μια καλύτερη ζωή.
Η Θεώνη στο άκουσμα της απόφασης κόντεψε να πεθάνει από τη θλίψη.
Κ. Ανέστης έξω φρένων τον κλείδωσε στο δωμάτιό του.
Άκου εκεί να θέλει να φύγει ακόμα
δεν βγήκε από το αυγό του}
έλεγε και ξαναελεγε στο καφενέ του χωριού τύφλα στο μεθύσι.
Ένα βράδυ ο Κωστής έφυγε κρυφά από το σπίτι πήρε λίγο ψωμί, λίγο λάδι κι άρχισε να τρέχει για την Εθνική οδό έκανε σταμάτησε ένα φορτηγό για την πρωτεύουσα.
Το πρωί κατέβηκε στο Σταθμό Λαρίσης κι από κει πεινασμένος έφτασε στην κρεαταγορά του Ρέντη ζήτησε δουλειά αλλά τίποτα. Ένα πρωί τον βρήκε να κοιμάται στα σκαλιά της Εκκλησίας ο ΠαπαΘωμάς το λυπηθηκε το παιδί και το πήρε υπό την προστασία του.
Ο Κωστής θυμόταν πάντα τα λόγια της μάνας του τρεις δεκάρες κέρδιζε μία στο φτωχό της γειτονιάς.
Κοντά στην Εκκλησία υπήρχε ένας κουρέας Κ. Δημήτρης στον Μικρό άρεσε το επάγγελμα αυτό και τις μέρες που δεν άναβε τα καντήλια του Ναού πήγαινε και βοηθούσε τον γέροντα. Έμαθε τη δουλειά του κουρέα πολύ γρήγορα μπορεί να μην ήξερε γράμματα αλλά έξυπνος ήταν. Πήγε και σε νυχτερινή σχολή πήρε το πτυχίο της κομμωτικής με άριστα.
Ένα βράδυ μεταξύ πολύ σκέψεως
κι αγωνίας πήρε την μεγάλη απόφαση
θα ανοίξω δικό μου μαγαζί κι έφυγε για το Λουτράκι. Αγόρασε κι ένα παλιό δυαράκι να μην έχει στο λαιμό του τη θηλιά από το νοίκι. Τα πρώτα χρόνια η δουλειά πήγαινε πολύ καλά όμως η ζωή δεν τα φέρνει πάντα οπως θέλουμε
από ένα μικρόβιο παρελυσε το αριστερό χέρι του σύντομα η επιχείρησή πτώχευσε.
Στην ίδια πολυκατοικία
στο δεύτερο όροφο δηλαδή
στο από πάνω διαμέρισμα έμενε
η Μυρτώ είχε έρθει κι αυτή από το νησί χιώτικη αρχόντισσα ήταν.
Η Μυρτώ είχε μείνει χήρα πολύ νέα αφού είχε βουλιάξει το βαπόρι που δούλευε ο Αρίστος ο άντρας της..
Ωραία γυναίκα με πλούσια μαύρα μαλλιά, με κάτι μάτια γεμάτα τσαχπινιά.
Είχε δικό της μαγαζί λίγο πιο κάτω
στην οδό Βενιζέλου .
Γνωρίστηκαν τυχαία μία μέρα στην είσοδο της πολυκατοικίας της γυάλισε αμέσως. Βλέπεις ο Κωστής ήταν ωραίος άνδρας γκρίζα μαλλιά ψηλός, γεροδεμένος με ένα υπέροχο χαμόγελο Σύντομα άρχισαν να κάνουν παρέα
στην αρχή η Μυρτώ πήγαινε για λίγα λεπτά μια τελείωνε η ζάχαρη,
μια ο καφές, μετά οι επισκέψεις
έγιναν ώρες. Τελικά το επιθυμητό έγινε ένα βράδυ της Αποκριάς λίγο το ξενύχτι λίγο το κρασί ξύπνησαν κατά λάθος στο ίδιο κρεβάτι κι όπως ήταν αναμένω ο έρωτας δεν κοιτάει ούτε πρώτο όροφο ούτε δεύτερο όλα τα ίδια του φαίνονται.
Με την βοήθεια του Θεού το σπιτικό τους στήθηκε και σύντομα η Μυρτώ έμεινε έγκυος. Ενα υγιέστατο ξανθό παιδάκι άρχισε να βολτάρει
στο σαλόνι τους
Όμως όπως η ζωή έχει καλές στιγμές έχει και κακές
κι η Μυρτώ μετά από δέκα χρόνια ευτυχίας αρρώστησε από την καρδιά της, βρέθηκε στο κρεβάτι γιατί έπρεπε να βρεθεί ένας δότης, οι μέρες κυλούσαν και το κορίτσι γινόταν μέρα με τη μέρα χειρότερα.
Ώσπου ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο
ο δότης είχε βρεθεί σύντομα το χειρουργείο κανονίστηκε στο Ωνάσειο. Εκείνο το πρωί ο Κωστής τις έδωσε ένα φιλί στη γυναίκα του να ξερες πόσο σ’ αγαπώ….
Η πόρτα του χειρουργείου έκλεισε δώδεκα ώρες κράτησε το χειρουργείο κι άλλες δύο μέρες στην εντατική
Η Μυρτώ όταν ξύπνησε τα μάτια είδε το φως του ήλιου που έμπαινε στο δωμάτιό της χαμογέλασε σαν ένα μικρό κοριτσάκι ήξερε ότι όλα είχαν πάει καλά δίπλα το παιδί της ο μικρός Ορέστης κρατώντας στα χέρια του ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
-Ορέστη ο πατέρας σου
που είναι; ρώτησε η Μυρτώ ..
~Μέσα στην καρδιά σου
κορίτσι μου
μέσα στη καρδιά σου
απάντησε η μητέρα της
με τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
Mixalis Dematas