Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

GRAMMA

Το γράμμα …

Ο παπα-Δημήτρης ήταν καιρό στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου τα μάτια του είχαν δει πολύ πόνο και θλίψη . Ένα μεσημέρι Κυριακής και ενω είχε τελειώσει τη Θεία λειτουργία είδε δίπλα στην εικόνα της Θεοτόκου μια γυναίκα..
Τα μάτια της γεμάτα δάκρυα γονατιστή χωρίς ίχνος εγωισμού φιλούσε τα χέρια της Παναγιάς.Ο γέροντας πλησίασε κοντά της έσκυψε και την άγγιξε απαλά, όπως το πρωινό αεράκι που σηκώνει τα φθινοπωρινά φύλλα. -Ότι κι αν έχεις Παναγία μας είναι η ελπίδα της είπε. Εκείνη τον κοίταξε βαθιά μέσα στο βλέμμα ψάχνοντας κάτι -Δεν κλαίω από λύπη αλλά από αγάπη Πάτερ μου. Ο παπά-Δημήτρης λύγισε στο άκουσμα της λέξης αγάπης ,αφού κι αυτός πριν ένα χρόνο είχε χάσει τη πρεσβύτερα του.
Παιδιά δεν του έδωσε ο Θεός είχε μόνο την ελπίδα ότι μέρα θα αγκαλιάσει ξανά το χαμένο ταίρι του -Έλα παιδί μου κάτσε να τα πούμε θέλω να μάθω…. Πάτερ μεγάλωσα στην Εύβοια τέταρτο παιδί του Θωμά, ξυλουργός στο επάγγελμα ο πατέρας μου, φτώχεια μεγάλη. Στα δεκαέξι μου παντρεύτηκα. Ο άντρας μου ναυτικός στο επάγγελμα, έλειπε μήνες από το σπίτι κι η πεθερά μου έβγαζε όλη την χολή της πάνω μου. Μάγισσα την έλεγαν στην γειτονιά κι όλοι την μισούσαν..
Το πρώτο καιρό δεν είχα παρατηρήσει τίποτα. Όλα άρχισαν όταν αρρώστησε βαριά ο πεθερός μου από καρκίνο μέσα σε δύο μήνες έσβησε σαν το κερί. Εγώ ζούσα στο δικό μου κόσμο τα παιδιά μου πάνω από όλα.
Δεν πέρασε λίγος καιρός κι έφυγε στα καλά καθούμενα κι άντρας της νύφης της την ώρα που οδηγούσε το αυτοκίνητο στην Εθνική οδό πρόλαβε ο Χριστόφορος να σταματήσει στην άκρη του δρόμου και να σωθεί η γυναίκα του.
Τότε ήμουν έγκυος στο δεύτερο παιδί τη Κλειώ μου. Ένα πρωί τυχαία κατέβηκα να φτιάξω πρωινό στα παιδιά μου κι άκουσα να λέει Άγιο έχει αυτή όλα γυρνάνε εναντίον μου. Όταν γύρισε ο Χρήστος μου από το ταξίδι του τα είπα όλα.
Εκείνος γέλασε και μου είπε μην πιστεύεις σε αυτά.
Ένα ταξίδι ακόμα και θα μείνω μόνιμα εδώ,
τόσο πολύ με αγαπούσε . Έτσι κι έγινε.
Σε ένα μήνα σταμάτησε το βαπόρι κι έκατσε σπίτι. Όλα άρχισαν να γίνονται όμορφα στην ζωή κι ο άντρας μου ήταν δίπλα μου κτίσαμε την φωλιά μας μέσα στην αγάπη κι αυτή την αγάπη έδινα απλόχερα στα παιδιά μου. Ανοίξαμε ένα μικρό μαγαζάκι με ψιλικά στην Οδό Θησέως Ο Χρήστος έπιασε άλλη δουλειά στο εργοστάσιο σιδήρου
κι εγώ μόλις άφηνα τα παιδιά στο σχολείο καθόμουν στο μικρό μαγαζάκι.
Ένα βράδυ η μικρή μου ψηνόταν στο πυρετό έπαιρνα τηλέφωνο το άντρα μου μα δεν απαντούσε μετά πήρα την πεθερά μου. άρχισε να μου φωνάζει γιατί την ενόχλησα. Έκλεισα το τηλέφωνο βάζοντας τα κλάματα. Για καλή μου τύχη άκουσε τους λυγμούς μου ο Κώστας από το διπλανό διαμέρισμα ο αδελφικός φίλος του άντρα μου χτύπησε το κουδούνι κι όταν είδε τι τρέχει άρπαξε το παιδί για το Νοσοκομείο. Γρίπη μας είπαν έκατσε μια βδομάδα εκεί . Καθόμασταν μία εγώ μία ο Χρήστος. Όλα καλά είπα μέσα μου θα περάσει κι αυτό ζήτησα δύναμη από το Θεό και την πήρα.
Τα επόμενα χρόνια κύλησαν καλά λίγα προβλήματα λίγες χαρές περνούσε ο καιρός. Ήταν παραμονή των τριών ιεραρχών μόλις είχα βγει από την Εκκλησία και βάδιζα στο δρόμο κάτι δεν μου πήγαινε καλά ένα περίεργο συναίσθημα Όταν έφτασα σπίτι είδα την αστυνομία από έξω και πλησίασα…..Το μόνο που θυμάμαι ήταν την λέξη ατύχημα κι ύστερα σκοτάδι .Στη κηδεία του άντρα μου.
Θυμάμαι την Αννούλα να μου σφίγγει το χέρι, την Κλειώ μου να με ρωτά….Γιατί;
εγώ σιωπηλή, να κοιτάζω το μνήμα να βλέπω τις στάλες της βροχής
να πέφτουν πάνω στο χώμα και να θέλω να ουρλιάξω να φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής εκείνο το καταραμένο Γιατί !!!! Φύγαμε τελευταίες αφήνοντας
την τελευταία ανάσα μας πάνω στο βρεγμένο μνήμα .Περπατούσαμε μέσα στο σκοτάδι κι έβλεπα γύρω μου τα δέντρα σκυμμένα να απλώνουν τα κλαδιά τους θλιμμένα. Το βράδυ αγκάλιασα τη φωτογραφία του άντρα μου .
Μόνη ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους να κλαίω μέσα στην σιωπή αναζητώντας, τι άλλο εκείνον που αγάπησα με όλη την ύπαρξη…
Δεν το έβαλα κάτω πολέμησα γιατί ήμουν μάνα και πατέρας μαζί. Το πρωί
στο μαγαζί, το βράδυ καθάριζα σκάλες, πέρασαν τα χρόνια, γκρίζαραν τα μαλλιά μου οι κόρες μου άρχισαν να σπουδάζουν, περισσότερα λεφτά περισσότερες υποχρεώσεις. Δεν το έβαλα κάτω πάλεψα γιατί το χρωστούσα στον άντρα μου .
Ήρθε ο καιρός τα κορίτσια μου αγάπησαν παντρεύτηκαν έμεινα και πάλι μόνη.
Όμως πέστε ο Θεός πέστε ο άντρας μου ένα απόγευμα Σαββάτου μπήκε στο μαγαζί μετά από χρόνια ο Κώστας έλειπε στην Αυστραλία. Ήρθε να με δει, βλέπεις αγαπούσε πολύ τον άντρα μου.
Με κοίταξε και μου έδωσε ένα γράμμα που του είχε στείλει δύο μέρες που είχε φύγει. Το άνοιξα κι είδα τα γράμματα του μια μέρα πριν το θάνατό του, τον παρακαλούσε να δώσει όρκο στην Παναγία εάν ποτέ πάθει τίποτα να με προσέχει για πάντα κι όπως έκανε.
Κάθε μήνα ερχόταν μια μεγάλη παραγγελία από Αθήνα ποτέ δεν ρώτησα ποιος ήταν ήθελα τα λεφτά τα είχα πραγματικά ανάγκη .Τότε τα κατάλαβα όλα
Άρχισα να κλαίω έκλεισα το μαγαζί κι ήρθα εδώ δίπλα της να τις πω ένα ευχαριστώ μια μοναδική φορά μια τελευταία φορά.
Ο Γέροντας έσκυψε και της φίλησε τα χέρια ξέρεις οι Άγιοι είναι Άγιοι γιατί αγάπησαν με όλη τους την ψυχή το Θεό εσύ μέσα από την αγάπη για τον άντρα σου δεν διαφέρεις σε τίποτα από αυτούς γιατί απέδειξες πόσο πολύ είναι δυνατές οι λέξεις μαρτύριο και αγάπη.
Ευλόγησε την γυναίκα κι ύστερα κάτω από φως του ήλιου άρχισε να περπατά μέσα στο κοιμητήριο του Ναού .Σκεφτόταν τα λόγια εκείνης της γυναίκας που συνάντησε. Όλα εκείνα πο είπε. Σταμάτησε κοίταξε τη θάλασσα το απέραντο .γαλάζιο. Ένιωσε το δροσερό Θαλασσινό αέρα στο πρόσωπο .Πήρε μια βαθιά ανάσα…..Και μετά έκλαψε…
Mixalis Dematas