Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Ωφέλιμα » Ιστορικά Θέματα » ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΑ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΜΑΣ!

ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΑ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΜΑΣ!

lefteria

ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΑ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΜΑΣ!

-Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος – Κιλκὶς
Στὴν ἄκρη μιᾶς μικρῆς λίμνης ξεδιψοῦσαν κάποια περιστέρια. Λίγο πιὸ πέρα, ἀναπηδοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὸ νερό, παίζοντας, λίγα βατράχια. Ξαφνικὰ κάποιος ἔριξε μιὰ μεγάλη πέτρα. Τὰ νερὰ αναταράχτηκαν. Τότε, τὰ μὲν περιστέρια ὑψώθηκαν στὸν οὐρανό, οἱ δὲ βάτραχοι ὅρμησαν καὶ βούτηξαν στὴ λάσπη, κοάζοντας, καὶ δὲν ξαναφάνηκαν. Ὁ μῦθος εἶναι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ οὐρανοφάντορος….
Συμβαίνει αὐτὸ ποὺ συμβαίνει, μὲ τὸν λεγόμενο κορονοϊό. Ἔπεσε μιὰ τρανὴ κοτρόνα στὴν λίμνη τῆς ἀφασίας καὶ τῆς περιρρέουσας εὐδαιμονίας. Ταράχτηκαν πολλοὶ καὶ πολύ. Ταράχτηκαν οἱ εκκλησιομάχοι τῆς αγραβάτωτης θολοκουλτούρας. Ταράχτηκαν καὶ οἱ ἁβροδίαιτοι τζιτζιφιόγκοι τῶν τηλεοπτικῶν ἀναθυμιάσεων, οἱ βάτραχοι τῆς τιποτολογίας. Πῶς ἀντιδροῦν; Βούτηξαν στὴ λάσπη καὶ κοάζουν: φταίει ἡ Θεία Κοινωνία. Τὰ περιστέρια ὅμως, τὰ παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας, πετοῦν ψηλά, ὑψιπέτες ἀετοί.
Τὰ ἴδια λασπώδη βατράχια βάλλουν καὶ κατὰ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων τῆς Πατρίδας ποὺ τὴν ὑπερασπίζονται καὶ…
ἀποκρούουν τὰ μαινόμενα ταγκαλάκια τοῦ τουρκοερτογάν στὸν Ἕβρο. Χωμένοι στὸν βοῦρκο τους ψελλίζουν τὶς συνήθεις μαγαρισιές: οἱ φασίστες -οἱ Ἔνοπλες Δυνάμεις μας- δὲν ἀφήνουν τοὺς ταλαίπωρους Πακιστανούς καὶ Αφγανούς νὰ κυριεύσουν τὴν Πατρίδα… Πιάνουμε τὴν μύτη, μᾶς πνίγει ἡ δυσωδία τους…. Καὶ ἀναρωτιέσαι περίλυπος: μὰ ὑπάρχουν Ἕλληνες ποὺ στηρίζουν καὶ ψηφίζουν αὐτὸ τὸ καρκίνωμα;
Θυμᾶμαι, εἶχα διαβάσει, ὅτι ρώτησαν τὸν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς: «Τί θὰ κάνεις Γέροντα, ἂν ἀκούσεις ὅτι γίνεται πόλεμος;» Ἀπάντησε: «θὰ μπῶ στὸ ναὸ καὶ θὰ κάνω μιὰ Θεία Λειτουργία παιδί μου!!».
Ναί, οἱ Θεῖες Λειτουργίες, τὸ μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας κράτησε καὶ κρατᾶ καὶ θὰ κρατήσει πατρίδα μας. Τὰ ἅγια δισκοπότηρα ἀπελευθέρωσαν τὴν Ἑλλάδα.
Διαβάζω στὸν β’ τόμο τῶν «Ἁπάντων» τοῦ Γ. Τερτσέτη, σελ. 322, ἀπὸ ὁμιλία του στὶς 25 Μαρτίου 1869.
«Κύριοι ἀκροαταί, εἰς τὰ 1822 πολεμιστὴς στρατιώτης περίφημος ἐπῆγε εἰς σεβάσμιον πνευματικὸν νὰ ξομολογηθεί, νὰ μεταλάβει. Ἐξωμολογήθη, ὁ πνευματικός τον εὐχήθη, τὸν ἐχάϊδευεν, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: δὲν μπορῶ νὰ σὲ δώσω μεταλαβιά. -Διατί;- Χύνεις αἷμα ἀνθρώπινον! Ὠργίσθη ὁ στρατιώτης καὶ ἔτρεξε παραπονούμενος εἰς τὸν ἐπίσκοπον Μεθώνης. Τὴν Κυριακήν, τοῦ λέγει, νὰ εἶσαι εἰς τὴν λειτουργίαν, νὰ εἶσαι πλησίον μου. Ἦλθε ἡ Κυριακή, ψάλλεται ἡ λειτουργία. Ὁ Δεσπότης εἰς τὴν μεσινήν θύρα, εἰς τὴν ὥρα τῆς μεταλαβιάς κρατῶντας τὸ δισκοπότηρο, φωνάζει τὸν στρατιώτη, ἔλα τοῦ λέγει, πᾶρε, κράτει τὸ δισκοπότηρο∙ μετάλαβε μὲ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια. Τὰ χέρια σου εἶναι πλέον ἀθῶα καὶ πλέον εὐεργετικὰ εἰς τὴν πατρίδα ἀπὸ τὸ εδικά μας. Ἡμεῖς οἱ ἱερεῖς δεόμεθα τὸν Ὕψιστο μὲ τὴ φωνή, ἐσὺ σταίνοντας τὰ στήθη σου εἰς τὰ βόλια τοῦ ἐχθροῦ».
Βαλτέτσι, 12 Μαΐου 1821. Τὸ γιαταγάνι τοῦ Νικηταρά τοῦ Τουρκοφάγου, γονατίζει τὴν ὑπερφίαλη Τουρκιά. «Ἐκείνην τὴν ἡμέρα» ὑπαγορεύει ὁ Κολοκοτρώνης στὰ Ἀπομνημονεύματά του, «ἦταν ἡμέρα Παρασκευὴ καὶ ἔβαλα λόγον, ὅτι: Πρέπει νὰ νηστεύσωμεν ὅλοι διὰ δοξολογίαν ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ νὰ δοξάζεται αἰῶνας αἰώνων ἕως οὗ στέκει τὸ ἔθνος, διατὶ ήτον ἡ ἐλευθερία τῆς Πατρίδος».
20 Ἰουνίου 1913. Μάχη τοῦ Κιλκίς. Διαβάζω στὸ βιβλίο «Ἀθάνατη Ἑλλὰς» τοῦ Δ. Καλλιμάχου, ἐθελοντοῦ ἱεροκήρυκος τῆς Ἔ’ Μεραρχίας: «Ἐπέρασεν ὡραία ἡ νυχτιά κατόπιν ἑνὸς μεγαλειώδους θριάμβου. Καὶ τὴν ἐπαύριον τὴν αὐγήν της 20 Ἰουνίου, ἐνῶ οἱ πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ερρόδιζον τὰς κορυφὰς τῶν μενεξεδένιων ὀροσειρῶν τοῦ Μπέλες, ἤκουσα καὶ τὸ τραγούδι τῶν παλληκαριῶν μας. Ἦτο ἡ ἑωθινή των προσευχή. Ἐσταυροκοπήθησαν καὶ ἔψαλλον, βαδίζοντες, τὴν ὡραία λεβεντιὰ καὶ τὴν πατρίδα ποὺ ἐγιγαντώνετο μὲ τὸ θριαμβευτικὸ τῶν διάβα.
– Παπούλη, θέλω νὰ φιλήσω τὸν σταυρό σου γιὰ βοήθεια, κι ἂν πάγω, νὰ πάγω σὰν Χριστιανός…
– Ὁ σταυρὸς μαζί σας, παλληκάρια μου».
Καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴν Δοϊράνη ἔσπευσαν νὰ λειτουργηθοῦν στὸν ναὸ τοῦ προφήτου Ηλιού. «Εἶπα ἐνώπιον πυκνοῦ ἐκκλησιάσματος ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῆ ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ἰσχυροτάτων ἐντυπώσεων, προσπαθησας νὰ ἑρμηνεύσω τὰ ἀνεξερεύνητα τῆς Θείας Πρόνοιας ἥτις ηὐδόκησε νὰ ἐπιταχύνει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν χρησμῶν… 500 χρόνων». Καὶ πάλι Θείᾳ Κοινωνίᾳ ἀπὸ τοὺς ἀθάνατους μαχητὲς τοῦ Κιλκίς, τὰ λαμπρὰ παλληκάρια ποὺ ἀπελευθέρωσαν τὴν Μακεδονία, αὐτὴν ποὺ ἔπνιξαν «οἱ βάτραχοι» στὸν βοῦρκο τῶν Πρεσπῶν.
«9 Μαρτίου 1940. Ἡμέρα Κυριακή. Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ μνήμῃ τῶν ἁγίων Σαράντα.
Στὸ μέτωπο τῆς Ἀλβανίας εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Μουσολίνι καὶ κατευθύνει προσωπικὰ τὴν περίφημη ἐαρινὴ ἐπίθεση.
Νιώθω μία ψυχικὴ ἀγαλλίαση, συνδυασμένη μὲ ἔντονη νευρικότητα.
Ἐνῶ δηλαδὴ νωρὶς τὸ πρωὶ ἑτοιμαζόμασταν γιὰ νὰ τελέσουμε στὸ σπίτι ποὺ μέναμε τὴ θεία Λειτουργία, ξαφνικὰ ἄρχισε καταιγισμὸς πυρὸς ἀπὸ ὅλμους τοῦ ἀντίπαλου πυροβολικοῦ.
Παππούλη μου, μοῦ λέει ὁ διοικητής, πῶς νὰ κάνουμε σήμερα Λειτουργίᾳ;
Σήμερα ἀκριβῶς ἐπιβάλλεται νὰ λειτουργήσουμε, ἀπάντησα ἐγώ, γιὰ νὰ μποῦμε κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ διοικητὴς τελικὰ ὑποχώρησε, κι ἔτσι ἀπολαύσαμε τὴ θεία μυσταγωγία μὲ μία ὡραία χορωδία ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ἐνῶ ὁ γύρω χῶρος εἶχε μεταβληθεῖ σὲ κόλαση φωτιᾶς.
Στὴ Λειτουργία αὐτὴ ζήσαμε τὴ θαυμαστὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Δύο φορὲς στὴν διάρκεια της ὀβίδες πυροβολικοῦ ἔγλειψαν τὴν ἄκρη τοῦ τοίχου τοῦ σπιτιοῦ μας καὶ ἔπεσαν στὸν ἀπέναντι χῶρο καὶ βυθίστηκαν στὸ χῶμα χωρὶς νὰ ἐκραγοῦν.
Ἄν ἔσκαζαν, θὰ σκοτωνόμασταν ὅλοι μέσα στὸ σπίτι… Τὴν μέρα αὐτὴ κοινώνησαν ὁ ὑποδιοικητής, ὁ ὑπασπιστὴς καὶ πολλοὶ στρατιῶτες τοῦ συντάγματος».
Διηγεῖται ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Ἀργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος ποὺ ἐκοιμήθη στὶς 4 Ἰουλίου τοῦ 1985. Ὑπηρέτησε ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας κατὰ τὴν γιγαντομαχία τοῦ ’40. Στὶς αετοράχες τῆς Πίνδου καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου. Διηγήσεις ποὺ ἀποδεικνύουν πὼς ἡ Θεία Κοινωνία ἦταν ἡ μεγάλη δύναμη, ἡ ἐξ ὕψους βοήθεια, ποὺ θωράκιζε καὶ ἐνθάρρυνε τοὺς Ἕλληνες στὸ μέτωπο.
Παρέθεσα τρεῖς μαρτυρίες ἀπὸ τὰ τρία ψηλώματα τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση 1821, τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους τοῦ 1912-13 καὶ τὸ Ἔπος του 1940.
Ἐπαναλαμβάνω: Τὰ ἅγια δισκοπότηρα ἀπελευθέρωσαν τὴν Πατρίδα. Ἡ Ἑλλάδα μεταλαμβάνει σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ πολεμᾶ γιὰ τὴν λευτεριά της.
Ἄς τὸ βάλουν ὅλοι καλὰ στὸ νοσηρὸ μυαλό τους, ὅσοι βλασφημοῦν κατὰ τῆς Θείας Κοινωνίας:
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «πολεμουμένη λαμπρότερα καθίσταται».
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ «ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ»]