Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Επίκαιρες Πνευματικές Αναζητήσεις » ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ 100 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ 100 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

Από τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου (δ’ μέρος)

…Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα.
Πολλά όμως διασπείρονταν από τους κακούς ανθρώπους στην Αθήνα περί του Πενταπόλεως και της ανεγέρσεως της Μονής. Πολύ τον κατέτρεξε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης.Είναι αληθές, ότι ο Θεός παρεχώρησε να περάσει και εκεί πολλές θλίψεις και πίκρες. ΙΙαρ’ όλη την εκεί εργασία του, πολλοί κακοί, άνθρωποι, όργανα του διαβόλου έλεγαν, ότι ο Άγιος είναι υποκριτής και, ότι όλα αυτά που κάνει, είναι υποκριτικά. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον κατηγορούν για ανηθικότητες και, ότι το Μοναστήρι το κατάντησε άντρο ακολασίας! Διέδιδαν, ότι οι Μοναχές γεννούσαν νόθα παιδιά και τα πετούσε στο πηγάδι.

Κάποια μητέρα, μάλιστα, που την έλεγαν στην Αίγινα Κερού είχε μια κόρη 16 ετών χαριτωμένη, συνετή, φρόνιμη και θεοφοβούμενη. Η μητέρα αυτή είχε μανία καταδιώξεως προς την κόρη της και πολλές φορές επιχείρησε να την σκοτώσει. Το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα βρήκε καταφύγιο
στο Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Ο Άγιος, πονόψυχος καθώς ήταν, το δέχτηκε και το προστάτεψε. Η Κερού δεν μπορούσε να το χωνέψει και άρχισε να συκοφάντη τον Άγιο. Ο Εισαγγελεύς πήρε την κατάθεση και την επομένη πήγε αγριεμένος στην Αίγινα με δυο χωροφύλακες. Παραβίασε την πόρτα, παρά τους κανονισμούς του Μοναστηριού, και μπήκε κατ’ ευθεία στο διαμέρισμα του Αγίου. Οι Μοναχές αναστατώθηκαν και άρχισαν να κλαίνε. Ο Δεσπότης σηκώθηκε με το συνηθισμένο Χριστιανικό του χαμόγελο να τους υποδεχτεί. Ο Ανακριτής έξω φρενών, είπε εις τον εβδομηκονταετή τότε γέροντα: —Βρε παλιοκαλόγερε!… που είναι τα παιδιά που κάνεις; (Επακολούθησε αισχρότατη φράση). Αυτά κάνεις εδώ πέρα;

Κατόπιν τον έπιασε από το ράσο και τον απειλούσε, λέγοντας: Θα σου ξεριζώσω τα γένια τρίχα, τρίχα.
Ο Άγιος δεν έβγαλε λέξη. Μόνον με το χέρι του έδειχνε ψηλά και έλεγε: —Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός!!
Και πράγματι! «ἔστι δίκης ὀφθαλμός, Ὅς τά πάνθ’ ὁρᾶ».
Ο ασεβέστατος Εισαγγελεύς σε μια εβδομάδα αρρώστησε βαριά. Είχε τρομερούς πόνους από την αρρώστια του. Το χέρι εκείνο, που έπιασε και κουνούσε τον Άγιο, ξεράθηκε. Τότε το συναισθάνθηκε και ζήτησε να τον πάνε μπροστά στον Άγιο, για να τον συγχωρέσει. Πράγματι τον πήγαν. Έπεσε στα πόδια του Αγίου, μαζί με την γυναίκα του και ζητούσε να τον λυπηθεί. Ο Άγιος προσευχήθηκε στο Θεό πολύ. Ήταν ο μακάριος ανεξίκακος και μακρόθυμος. Τον συγχώρησε με την καρδιά του. Τού Εισαγγελέως έπειτα από δύο χρόνια του κόψανε το χέρι. Εκείνο το χέρι που κουνούσε, από το γιακά του ράσου, τον Άγιο. Το Μοναστήρι του όμως, παρ’ όλα αυτά, πρόκοψε. Εν τω μεταξύ η Αδελφότης μεγάλωσε, γιατί προσετέθησαν και άλλες Αδελφές και μάλιστα μορφωμένες. Έγινε ένα πνευματικόν κέντρο, που ξεκούραζε ψυχικά και φώτιζε τους ανθρώπους

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ’ όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.

[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ»]