Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Επίκαιρες Πνευματικές Αναζητήσεις » Στα άγια νήπια – Ρωμανού Μελωδού – απόδοση στα Νέα Ελληνικά αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη

Στα άγια νήπια – Ρωμανού Μελωδού – απόδοση στα Νέα Ελληνικά αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη

Στα άγια νήπια – Ρωμανού Μελωδού – απόδοση στα Νέα Ελληνικά αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη

Προοίμιον
Καθώς γεννήθηκε στη Βηθλέεμ ο Βασιλιάς του κόσμου
απ’ την Περσία έφθασαν οι Μάγοι με τα δώρα
έχοντας άστρο θεϊκό για οδηγό τους·
και τον Ηρώδη πιάνει ταραχή και θερίζει τ’ αθώα
παιδάκια σαν στάρι και χτυπιέται και δέρνεται,
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
Οίκοι
α΄
Ουράνια κι επίγεια ενώ γιορτάζουν,
τι να συμβαίνη στη Ραμά; Γιατί ακούστηκε
εκεί άμετρος θρήνος; Χαρά μεγάλη κάνει ο Ιακώβ
και η Ραχήλ γιατί θρηνεί;
Ο Ιωσήφ αναγνωρίσθηκε και η Ραχήλ γιατί αναστενάζει;
Ο Βενιαμίν ανυψώθηκε, τι κλαίει η Ραχήλ;
Ελάτε να δούμε λοιπόν που οφείλεται το πένθος και ο οδυρμός·
και σίγουρα δεν κλαίει τα πρώτα της παιδιά
που επουλήθηκαν και ξαναβρέθηκαν,
αλλά γι’ αυτά που τώρα δα κατάσφαξε ο Ηρώδης·
τον χρόνο εξακρίβωσε τ’ άστρου του λαμπερού
και στρατιώτες έστειλε στη Βηθλέεμ κι άφησε τη Ραχήλ
χωρίς παιδιά κι ήταν η αιτία της Μαριάμ το βρέφος·
μα η Ραχήλ ολόχαρη πάλι τα βρήκε στην αιώνια ζωή·
και ο Ηρώδης θρηνεί
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
β΄
Ο φόβος που πάντοτε μέσα του τον ετρόμαζε
τώρα τον βρήκε χωρίς να το θέλη·
κι όσα ακριβώς δεν περίμενε εμελέτησε κι έμαθε τον προφήτη που έλεγε·
προφητεύει δηλαδή ο Ησαϊας ότι «Παιδί θα γεννηθή
για χάρη μας κι έτσι ως Παιδί σ’ εμάς θα δοθή·
όλων είναι Δημιουργός και Κύριος των αιώνων·
και στους ώμους Του φέρνει της εξουσίας το σύμβολο (το Σταυρό)·
και ακούει στο όνομα
αγγελιοφόρος της τρανής αποφάσεως».
Απ’ τη φύση Του είναι Θεός Παντοδύναμος
στον ουράνιο θρόνο και στη γη είναι η φάτνη
και παντού δε χωράει·
καλώς λοιπόν Τον εφοβήθη ο Ηρώδης και σάστισε
και φρόντισε να μάθη ακριβώς
πού εγεννήθη ο Βασιλέας του παντός που σοτν κόσμο εφάνη· και το έμαθε στ΄αλήθεια
ότι η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
γ΄
Εκοιμήθηκε ήσυχα και σηκώθηκε άξαφνα
και ταραχή τον έπιασε απ’ τη δειλία·
γιατί πολύ φοβότανε ο Ηρώδης και έτρεμε το Όνομα
του Παιδιού που γεννήθηκε·
έμαθε δηλαδή από τους Μάγους του Θείου Βρέφουςτην δύναμη
τότε το γέλιο έσμιξε με το πένθος και φώναξε
«Ω συμφορές που δεν περίμενα, σαν βρέφος φοβάμαι·
ω ανόητες σκέψεις
να τρέμω ένα Παιδί που ούτε καν Το είδα·
επικράτησα στη θάλασσα και στη στεριά κι Ένα Νήπιο με τρομάζει·
Λοιπόν σήμερα τι θα κάνω; Αύριο τι θα πράξω;
Με μιας όλη τη γη εφώτισε ένα αστέρι και Τον Χριστό εκήρυξε
ισχυρό Βασιλέα που καταργεί τη δική μου
βασιλεία και κλαίω
γιατί η εξουσία μου γρήγορα καταλύεται.»
δ΄
Αυτά τα λόγια αμήχανος ο Ηρώδης αράδιαζε
και το νου του βασάνιαζε
πώς θα εξαφανίση το Νήπιο, που οι Μάγοι διαλάλησαν·
και το στρατό εκάλεσε και του έδωσε την άδεια
λέγοντας τέτοια σ’ όλους με την τραχιά φωνή του·
«Πηγαίνετε γρήγορα σε πόλεις και στην ύπαιθρο
αρματωμενοι βαριά, καμαρωτά περπατώντας
κι ασπλαχνία να δείχνετε,
και σκοτώστε τα όλα της Βηθλέεμ τα παιδιά·
δεν έχει λοιπόν δυσκολία ούτε δειλία τούτος ο πόλεμος
σας στέλνω να πολεμήσετε διχρονίτικα βρέφη και άπραγα· κανείς δεν προβάλλει αντίσταση,
ο βασιλιάς ετούτο προστάζη· οι λαοί όλοι τρέμουνε
και δε λένε ποτέ
ότι η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.»
ε΄
Άκουσαν οι στρατιώτες αυτά που τους είπε
και απάντησαν αμέσως στον Ηρώδη·
«Αυτά που μας επρόσταξες να τα πράξουμε διστάζουμε,
μήπως γελοιποιηθούμε·
γιατί κι ο πιο ανόητος άνθρωπος δε θα γελάση
που ενάντια στα νήπια κινήσαμε πόλεμο;
Αν είναι η Βηθλέεμ πατρίδα του Παιδιού που γεννήθηκε,
διάταξέ μας και ολόκληρη γρήγορα
πέρα για πέρα την ψάχνουμε΄πύργους και σπίτια·
Κανείς δε σου λέει, βασιλιά, να μη φροντίζης για το ζήτημα· κανείς δε σε καηγορεί που ερευνάς, για όσα έμαθες·
αφάνισε, αφάνισε Αυτόν που ‘ρθε στη γη από τον ουρανό· από παλιά συνήθιζε η Βηθλέεμ να βγάζη βασλιάδες·
πρόσεξε λοιπόν μη συγκροστής μαζί της,
γιατί η εξουσία σου γρήγορα καταλύεται.
ς΄
Πριν από χρόνια τον Δαβίδ, μεγάλο βασιλιά
έδωσε η Βηθλέεμ, που όταν γεννήθηκε
τα χρειάστηκε και δείλιασε ο Γολιάθ, ο αλλόφυλος,
όπως τώρα κι εμέις μ’ αυτό το Παιδί·
Αν, λοιπόν, βασιλιά συμφωνής, ας ερευνηθεί ολόκληρη
η Βηθλέεμ και τα περίχωρά της,
μήπως ανάμεσα στα νήπια που φονεύονται
βρεθή και το Βρέφος που γεννήθηκε
και το θανατώσουμε μαζί μ’ αυτά.
Έμαθες τη γέννησή Του και ξέρεις την πατρίδα Του·
οι Μάγοι σε κορόιδεψαν και οι προφήτες σε ξάφνιασαν· διάταξε το λοιπόν, εμάς τους δούλους σου,
κι Αυτόν που θέλει τη δική σου βασιλεία να πάρη
θα του αφαιρέσουμε τη ζωή απ’ τη γη,
και να μη φοβάσαι
πως η εξουσία σου γρήγορα καταλύεται.»
ζ΄
Αμέσως μόλις άκουσε αυτά που ειπώθηκαν
από τους στρατιώτες, ο φονιάς των παιδιών
απ’ το θυμό του άναψε κι έβγαζε σαν αστραπές της οργής του τα κύματα,
αγκάθια δεν έκαιγε μα σκότωνε βρέφη
και καταμόλυνε με αίματα τη γη·
γιατί του σάλεψε ο νους και εσκοτίσθη ο λογισμός
όχι από μεθύσι, αλλ’ από φθόνο
όντας ο ίδιος πικρό της κακίας σταφύλι·
εκλάδεψε μικρά παιδιά ο άδικος για Ένα·
κι ενώ αυτά αφάνισε, Εκείνο δεν Το βρήκε·
και για τούτο με θυμό κυριεύτηκε μεγάλο,
γιατί άκουσε φωνή που καταργούσε τη δική του βασιλεία σίγουρα
και θρηνούσε συνεχώς
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
η΄
Έψαξεν η αλεπού, ο Ηρώδης, για τα ίχνη του Μεγάλου
Λιονταρόπουλου, του Χριστού,
κι απόλυσε κοντά Του τα κακά σκυλιά, τους στρατιώτες,
που μέσα κι έξω έτρεχαν στη Βηθλέεμ κι έψαχναν για το Θήραμα·
και κατασπαράζει τα αρνιά, τα παιδάκια,
όχι όμως και το Λιοντάρι·
γιατί Αυτού ούτε το Βλέμμα ν’ αντέξη δεν μπορεί·
τον αητό οι γύπες πάνω στα βουνά αναζητούσαν·
κι Εκείνος βρισκότανε σε μέρος απόκρυφο
σκεπάζοντας και ζεσταίνοντας με τα φτερά Του
τη φωλιά που έχτισε προηγουμένως με τα χέρια Του,
κι αν ακόμα τώρα Τον γέννησε Κόρη, γυανίκα χωρίς άντρα· αφού είναι Αυτός ο Πλάστης της και ο Ποιητης του κόσμου
και της ειρήνης η αιτία,
κι ακόμα ο Ηρώδης πολεμά κι άσκοπα κουράζεται·
και θα κλάψη σίγουρα
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
θ΄
Ενώ νεφέλη φωτεινή ήταν απλωμένη
σ’ ολόκληρη την Ιουδαία και την εσκέπαζε,
κατάμαυρη θύελλα ο Ηρώδης προκάλεσε κι έρριξεν
όλους στο σκοτάδι·
γιατί τα χαρούμενα και γελαστά παιδάκια
αυτοστιγμής τα έκανε να κλαίνε πικραμένα·
τα παιδάκια που πριν λίγο ακόμα ευφραινόντουσαν με το Παιδί
της Πανάχραντης Αγίας Μαρίας
και που τώρα κλαίνε γοερά·
αφού σαν λουλούδια την ίδια μέρα κομμένα έπεφταν στη γη,
και καθένας που τα ‘βλεπε σπάραζε και στη Ραχήλ το έλεγε· «Έλα κλάψε Ραχήλ και μοιρολόγησε μαζί μας λυπητερό τραγούδι·
αντί για χαρούμενο τραγούδι, αντί για γλυκειά ψαλμωδία
μοιρολόι να προσφέρουμε,
άλλωστε του Ηρώδη η εξουσία γρήγορα καταλύεται.»
ι΄
Ο αχός εκείνων που κλαιγαν τα νέα τα παιδιά
ωσάν βροντή επάνω στη γη εχτύπαγε·
αφού φαράγγια και βουνά και οροπέδια αντηχούσαν κι εκλαίγανε·
εκείνον τον ολοφυρμό σαν να καναν δικό τους,
αμοιβαία θρηνούσαν και πονούσαν γοερά·
μπορούσες τότε να ιδής γεμάτη αίματα τη γη
και την έρημο και μέρη απάτητα,
γιατί έφτασε και μέχρι εκεί
ο παράνομος το θυμό του και ο όντως υπερήφανος·
αφού τςι μάνες εκυνήγαγε και μόλις τις έφθανε άραπαζε
μεσα απ’ τις αγκαλιές τους τα παιδιά σαν σπουργιτάκια τρυφερά που γλυκοκελαηδούσαν,
και κατέσφαζεν αυτά δίχως σκέψι, ο κακός
ότι τέτοια κάνοντας
η εξουίσα του γρήγορα καταλύεται.
ια΄
Έπεφταν οι στρατιώτες με το ξίφος τους γυμνό
πάνω στις μανάδες που κρατούσαν τα παιδιά στην αγκαλιά· κι απ’ το φόβο τρομαγμένες τα παιδιά που βάσταγαν
τα πετούσαν, εκείνα που με τόση εθήλαζαν αγάπη·
γιατί απ’ τη φύσι τους δειλές είναι όλες οι γυναίκες,
παρόλο πουναι προπετείς και θρασύτατες·
για τούτο άλλες απ’ αυτές παρακαλούσαν τους φονιάδες
και τους πρότειναν το λαιμό
επιθυμώντας να πεθάνουν
πριν απ’ τα παιδιά, παρά να τα βλέπουν άγρια να σφάζονται· κι αυτό μπορεί να αισθανθεί όποια έγινε μητέρα·
γι’ αυτό με πίκρα φώναζαν «Σκοτώστε τα· μα η αγκαλιά του Αβράαμ
θα τα καλοδεχτή όπως τον Άβελ τον πιστό.»
Ο δε Ηρώδης θρηνεί
γιατί η εξουσιά του γρήγορα καταλύεται.
ιβ΄
Την ώρα πόχυναν οι άνομοι αθώο αίμα
των άκακων παιδιών, έπρεπε οι μανάδες να θυμηθούν
τον Άβελ που πρόσφερε θυσία στο Θεό καθαρή και αμόλυντη
και να παρηγορηθούν· αφου κι εκέινος εφονεύθη·
και πάλι το Ζαχαρία έπρεπε να συλλογισθούν
που βρίσκεται κοντά στο Θεό και θα κατηγορήση
εκείνους που τον φόνεψαν·
γιατί πάντοτε ήσαν οι Ιουδαίοι
και οι άρχοντές τους εχθρικοί και παράνομοι,
φονιάδες και άφρονες και του Νόμου παραβάτες·
τον Μωυσή εξεγέλασαν· οι ίδιοι πάλι τον Ησαία κάποτε, πριόνισαν στη μέση·
και τα βρέφη της Ραχήλ τώρα κατασπαράζουν·
για τούτο και θρηνούν
αφού η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
ιγ΄
Ω κακία, ω μανία του βασιλιά,
ω συμπεριφορά απάνθρωπη, γιατί σε παιδάκια
εσήκωσε πόλεμο και τους συνανθρώπους του καθόλου δε συμπόνεσε·
τα δικά του τα παιδιά τότε δεν θυμήθηκε,
ούτε πως είναι κοινή η ανθρώπινη φύσι σε όλους·
δεν λυπήθηκε γονείς, τον εμέθυσε η οργή
και παραφρόνησε
και τότε όλους τους ανθρώπους
τους πήρε από κοντά σαν άγριο θηρίο,
που απ’ εκείνους φεύγει που του στήνουνε παγίδες και το κυνηγάνε.
Πατέρες έκλαιγαν παιδιά μαζί με τις μανάδες· και καθόλου τον αδιάντροπο
για ‘κείνους δεν τον ένοιαζε, παρά μονάχα ο εαυτός του·
ένα τον απασχολούσε κι έκλαιγε
ότι δηλαδή η εξουσια του γρήγορα καταλύεται.
ιδ΄
Με μαχαίρια αλύπητα
σκοτωμένα σαν εγκληματίες τ’ αθώα παιδάκια
άλλα μεν ετρυπήθηκαν άσπλαχνα και ξεψύχησαν και άλλα διαμελίσθηκαν·
άλλα αποκεφάλισαν στους μαστούς των μανάδων
καθώς είχαν κολλήσει και το γάλα ρουφούσαν,
και για τούτο λοιπόν στους μαστούς κρεμαστήκανε
τα σεπτά των νηπίων κρανία
κι έσφαξαν τις θηλές των μαστών
στο στόμα τους μέσα με τα δοντάκια τους τα τρυφερά·
και τότε έγιναν διπλοί οι πόνοι κι ανυπόφοροι
στις γυναίκες που θήλαζαν καθώς φυσικά
αποχωρίζονταν από τα δίχρονα παιδιά τους,
και τα έχαναν, όπως ο βασιλιάς επρόσταξε.
Γι’ αυτό και θρηνεί,
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
ιε΄
Το Σταφύλι ζητούσε το άγουρο, για το Οποίο έκανε
τρύγο παράκαιρο ο Ηρώδης,
γιατί ήταν εποχή του χειμώνα, όταν το Άσπαρτο Σταφύλι έφερε στον κόσμο η Μαρία,
και το Σταφύλι δεν το ανακάλυψε και τρυγάει τις αγουρίδες.
Αφού ο Καρπός της Μοναδικής Αγνής Παρθένου
μαζί με την Κληματαριά θα φύγει για την Αίγυπτο
και θα φυτευθή και θα καρποφορήση·
Και φεύγει απ’ τη χώρα των Ιουδαίων
που ‘ναι άκαρπη και άδεια από κάθε καλό.
Κι ήρθε κι έπεσε στο Νείλο τον καρποφόρο,
όχι σαν τον Μωυσή που στο ποτάμι και στο βάλτο τον έριξαν και σώθηκε μέσα στο καλάθι,
Εκείνος μάλλον έριξε εκεί όλα τα είδωλά τους,
επειδή ο Ηρώδης είναι φίλος τους,
η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
ις΄
Σχοινιά και δίχτυα αν και έπλεξαν τότε
για το Ελαφάκι της Παρθένου και Θεοτόκου
η παγίδα αχρηστεύθηκε και το Ελαφάκι σώθηκε ξεσχίζοντας τα δίχτυα,
και φεύγει με τη Μάνα Του την Άμωμη Ελαφίνα
στην Αίγυπτο, όπως το προείπε παλιά ο προφήτης Μιχαίας· Εσύ που βρίσκεσαι παντού κι όλα τα εξουσιάζεις, πού καταφεύγεις
και πού πηγαίνεις; Σε ποια πόλι
θα κατοικήσης;
Ποιο σπίτι θα Σε χωρέση; Και ποιος τόπος θα Σε κρύψη;
Ουδέποτε υπήρξε δημιούργημα αόρατο στο βλέμμα Σου· αφού τα πάντα είν’ γυμνά για Σένα γιατί των όλων Ποιητής είσαι Συ, Χριστέ.
Λοιπόν τι φεύγεις, Αγαθέ; Ο Ηρώδης εξ αιτίας Σου κλαίει και θρηνεί,
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
ιζ΄
Είναι γεγονός πως εκείνος που θέλει να φύγη φεύγει
για να ‘ναι άγνωστος, για να μην τον βρούνε εκείνοι που επίμονα τον ψάχνουν·
μα ο Μόνος Σπλαχνικός, ο Σωτήρας μας Ιησούς,
έφυγε μεν σαν άνθρωπος,
ενώ με τα έργα Του έγινε γνωστός σαν Θεός·
γιατί όταν εμπηκε στην Αίγυπτο,
ταρακουνήθηκαν αμέσως όλοι οι χειροποίητοι θεοί·
γιατί Εκείνος που προκάλεσε τρομάρα στον Ηρώδη,
Εκείνος και στα είδωλα έφερε το σεισμό·
στην αγκαλιά της Μάνας εκρυβότανε και εργαζόταν σαν Θεός·
στην Αίγυπτο επήγαινε και υπηρετούσε άγγελος
ουράνιος στη φυγή Του· εξοριζόταν εκούσια σαν ένα βρέφος άπραγο,
κι ως Παντοδύναμος Θεός στον καθένα αποδείχνονταν,
γι’ αυτό και ο Ηρώδης θρηνεί
γιατί η εξουσία του γρήγορα καταλύεται.
ιη΄
Εσείς, λοιπόν, αδέρφια μου, θέλω να συχωρέσετε
την εδική μου αμέλεια, κι απάνω σηκωθήτε
κι εμπρός ας προσκυνήσουμε Αυτόν που ήρθε κι έσωσε όλο το γένος το ανθρώπινο,
φωνάζοντας με πόνο καρδιακό στον Κύριο
απ’ τον αθρωποκτόνο να μας γλιτώση διάβολο
και από τις αμαρτίες ν’ απαλλαγούμε σύντομα
και της μετάνοιας νάβρουμε το δρόμο,
και πρώτος εγώ που αυτά διδάσκω·
γιατί πολλά αμάρτησα εν γνώσει και αγνοία μου
και τον Θεό εξόργισα με τα αισχρά τα έργα μου·
γι’ αυτό θερμοπαρακαλώ, μαζί μου να σταθήτε κι εγκάριδα να φωνάξουμε·
«Ω Θεέ, με τις πρεσβείες της Άχραντης Μητέρας Σου και των Αγίων Βρεφών
έξω μη με αφήνης, Χριστέ, από τη Βασιλεία Σου.»

Δ΄ αναθεώρησις έλαβε πέρας την 11η Αυγούστου 1986, Δευτέραν, ώραν 1μμ. Ρωμανέ μου, βοήθει μοι τω αθλίω και παντί τω αγαπώντι Σε. Ύμνος θεσπέσιος ο παρών. Δεν δύναμαι να τον αποδώσω κατ’ αξίαν και τούτο με λυπεί ου μετρίως. Συγνώμη, Ρωμανέ μου. Αεί παρέστηθί μοι…

Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, Απόδοση στα Νέα Ελληνικά αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, εκδ. Αρμός
Από: http://animusanimus.blogspot.com/