Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Πνευματικά Κείμενα » Πνευματικής Κατάρτισης και Αυτοσυνειδισίας » Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής (Άγιος Πορφύριος)

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής (Άγιος Πορφύριος)

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής (Άγιος Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης)

Ἡ ψυχή τοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι λεπτή, νά εἶναι εὐαίσθητη, νά εἶναι αἰσθηματική, νά πετάει, ὅλο νά πετάει, νά ζεῖ µές στά ὄνειρα. Νά πετάει µές στ ἄπειρο, µές στ᾽ ἄστρα, µές στά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, µές στή σιωπή. Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Αὐτό εἶναι! Πρέπει νά πονᾶς. Ν᾿ ἀγαπᾶς καί νά πονᾶς. Νά πονᾶς γι’ αὐτόν πού ἀγαπᾶς. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιά τόν ἀγαπημένο. Ὅλη νύκτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τά πόδια, γιά νά συναντηθεῖ µέ τόν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες, δέν λογαριάζει τίποτα, οὔτε ἀπειλές οὔτε δυσκολίες, ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό εἶναι ἄλλο πράγμα, ἀπείρως ἀνώτερο. Καί ὅταν λέμε ἀγάπη, δέν εἶναι οἱ ἀρετές πού θά ἀποκτήσομε ἀλλά ἡ ἀγαπῶσα καρδία πρός τὸν Χριστό καί τούς ἄλλους. Τό καθετί ἐκεῖ νά τό στρέφομε. Βλέπομε μιὰ μητέρα νά ἔχει τό παιδάκι της στήν ἀγκαλιά, νά τό φιλάει καί νά λαχταράει ἡ ψυχούλα της; Βλέπομε νά λάμπει τό πρόσωπό της, πού κρατάει τ ἀγγελούδι της; Ὅλ᾽ αὐτά ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τά βλέπει, τοῦ κάνουν ἐντύπωση καί µέ δίψα λέει: «Νά εἶχα κι ἐγώ αὐτή τή λαχτάρα στὸν Θεό µου, στόν Χριστό µου, στήν Παναγίτσα µου, στούς ἁγίους µας!». Νά, ἔτσι πρέπει ν᾿ ἀγαπήσομε τόν Χριστό, τόν Θεό. Τό ἐπιθυμεῖς, τό θέλεις καί τό ἀποκτᾶς µέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ.
Ἡμεῖς, ὅμως, ἔχομε φλόγα γιά τόν Χριστό; Τρέχομε, ὅταν εἴμαστε κατάκοποι, νά ξεκουρασθοῦμε στήν προσευχή, στόν Ἀγαπημένο ἤ τό κάνομε ἀγγαρία καί λέμε: «Ὢ, τώρα ἔχω νά κάνω καί προσευχή καί κανόνα…»; Τί λείπει καί νιώθομε ἔτσι; Λείπει ὁ θεῖος ἔρως. Δέν ἔχει ἀξία νά γίνεται µία τέτοια προσευχή. Ἴσως μάλιστα κάνει καί κακό.
Ἄν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχή καί γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστός τίς σχέσεις, διότι ὁ Χριστός «χοντρές» ψυχές δέν θέλει κοντά Του. Ἡ ψυχή πρέπει νά συνέλθει πάλι, γιά νά γίνει ἄξια τοῦ Χριστοῦ, νά µετανοήσει «ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά». Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή θά φέρει τόν ἁγιασμό. Ὄχι νά λέεις, «πᾶνε τά χρόνια µου χαμένα, δέν εἶμαι ἄξιος» κ.λ.π., ἀλλά μπορεῖς νά λές, «θυμᾶμαι κι ἐγώ τίς μέρες τίς ἀργές, πού δέν ζοῦσα κοντά στόν Θεό…». Καί στή δική µου τή ζωή κάπου θά ὑπάρχουν ἄδειες μέρες. Ἤμουν δώδεκα χρονῶν, πού ἔφυγα γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Δέν ἦταν αὐτά χρόνια; Μπορεῖ βέβαια νά ἤμουν μικρό παιδί, ἀλλά ἔζησα δώδεκα χρόνια μακράν τοῦ Θεοῦ! τόσα πολλά χρόνια!…
Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ στό βιβλίο του Υἱέ μου, δός µοι σὴν καρδίαν:
«Πᾶσα γὰρ ἐργασία σωματική τε καὶ πνευματική, μὴ ἔχουσα πόνον ἢ κόπον, οὐδέποτε καρποφορεῖ τῷ ταύτην µετερχοµένῳ, ὅτι βιαστὴ ἐστὶν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ “βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν”, βίαν εἰπὼν τὴν τοῦ σώµατος ἐν πᾶσιν ἐπίπονον ἄσκησιν”.
Ὅταν ἀγαπᾶς τόν Χριστό, κάνεις κόπο, ἀλλά εὐλογημένο κόπο. Ὑποφέρεις, ἀλλά µέ χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αὐτά εἶναι πόθος, θεῖος πόθος. Καί πόνος καί πόθος καί ἔρωτας καί λαχτάρα καί ἀγαλλίαση καί χαρά καί ἀγάπη. Οἱ μετάνοιες, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νηστεία εἶναι κόπος, πού γίνεται γιά τόν Ἀγαπημένο. Κόπος, γιά νά ζεῖς τόν Χριστό. Ἀλλ᾽ αὐτός ὁ κόπος δέν γίνεται ἀναγκαστικά, δέν ἀγανακτεῖς. Ὅ,τι κάνεις ἀγγαρία, δημιουργεῖ μεγάλο κακό καί στό εἶναι σου καί στήν ἐργασία σου.
Τό σφίξιμο, τό σπρώξιμο φέρνει ἀντίδραση. Ὁ κόπος γιά τόν Χριστό, ὁ πόθος ὁ ἀληθινός εἶναι Χριστοῦ ἀγάπη, εἶναι θυσία, εἶναι ἀνάλυσις. Αὐτό ἔνιωθε καί ὁ Δαβίδ: «Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή µου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου».. Ποθεῖ µέ λαχτάρα καί λιώνει ἡ ψυχή µου ἀπ᾿ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό τοῦ Δαβίδ ταιριάζει µέ τό στίχο τοῦ Βερίτη πού μ᾿ ἀρέσει: «Συντροφιά µέ τόν Χριστό λαχτάρησα νά ζήσω, ὥς νά φθάσει κι ἡ στερνή στιγμή νά ξεψυχήσω».
Χρειάζεται προσοχή καί προσπάθεια, γιά νά κατανοεῖ κανείς αὐτά πού μελετάει καί νά τά ἐνστερνίζεται. Αὐτός εἶναι ὁ κόπος πού θά κάνει ὁ ἄνθρωπος. Στήν κατάνυξη, στή ζέση, στά δάκρυα θά μπεῖ µετά χωρίς νά κοπιάσει. Αὐτά ἀκολουθοῦν, εἶναι δῶρα Θεοῦ. Ὁ ἔρωτας θέλει προσπάθεια; Μέ τήν κατανόηση τῶν τροπαρίων καί κανόνων καί τῶν Γραφῶν ἕλκεσαι εὐφραινόμενος, μπαίνεις µέσα στήν ἀλήθεια εὐφραινόμενος. «Ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν µου», ὅπως λέγει ὁ Δαβίδ. Ἔτσι αὐθόρμητα μπαίνεις στήν κατάνυξη, ἀναίμακτα. Καταλάβατε;
Ἐγώ ὁ καημένος ἐπιθυμῶ ν᾿ ἀκούω τά λόγια τῶν Πατέρων, τῶν ἀσκητῶν, τά λόγια τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Σ’ αὐτά θέλω νά ἐντρυφῶ. Αὐτά καλλιεργοῦν τό θεῖο ἔρωτα. Τά ἐπιθυμῶ καί προσπαθῶ, ἀλλά δέν μπορῶ. Ἀρρώστησα καί «τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής». Δέν μπορῶ νά κάνω μετάνοιες. Τίποτα. Ἐπιθυμῶ, ἔχω ζῆλο καί ἔρωτα νά εἶμαι στό Ἅγιον Ὄρος καί νά κάνω μετάνοιες, νά προσεύχομαι, νά λειτουργῶ καί νά εἶμαι μ᾿ ἕναν ἀκόμη ἀσκητή. Εἶναι καλύτερο νά εἶναι δύο. Τό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Οὗ γὰρ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγµένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν µέσω αὐτῶν».
Πηγή : Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου – Βίος και Λόγοι
https://orthodoxfathers.com/