Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

«Η ΛΑΜΠΑΔΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΒΕ!…»

«Η ΛΑΜΠΑΔΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΑΒΕ!…»

 Ζοῦσε κάποτε σ’ ἕνα φημισμένο κηροπωλεῖο μιά ὑπέροχη λαμπάδα. Ἦταν ζωγραφισμένη μέ τά χρώματα τοῦ οὐράνιου τόξου.
Εἶχε κολλημένα πάνω της ἀστραφτερά διαμαντάκια, πού ὅταν τά φώτιζε ὁ ἥλιος ἔβγαζαν μελωδικές φωνοῦλες.
Ἡ λαμπάδα τῆς ἱστορίας μας ἦταν τοποθετημένη στό πιό κεντρικό σημεῖο τοῦ καταστήματος, γιά νά τραβάει τά βλέμματα τῶν πελατῶν.
Γύρω της ὑπῆρχαν ἕνα σωρό ἄλλες λαμπάδες, ἀλλά καμία δέν τήν ξεπερνοῦσε σέ ὀμορφιά καί λάμψη, γι’ αὐτό καί ὅλες τήν κοίταζαν μέ θαυμασμό.
Κάποιο πρωινό ὅμως, τήν ὥρα πού ὁ κηροπώλης ἅπλωσε τό χέρι του στό ράφι, ἔσπρωξε κατα λάθος ἕνα μικρό λευκό κεράκι πού κρεμόταν δίπλα στή λαμπάδα μας κι ἐκεῖνο, χωρίς νά τό θέλει, ἔδωσε μιά σκουντιά στήν πανέμορφη λαμπάδα.
– Εἶσαι ἀνόητο καί κακομαθημένο! Ἴιιιιι! Κοίτα τί μοῦ ἔκανες!!!
Μοῦ χάλασες τά χρώματα!!! Ὁρίστε, ξέβαψε τό λουλούδι μου πάνω σου!!! φώναξε ἐκνευρισμένη ἡ λαμπάδα κι ἔδειξε τό σημάδι ἀπό τό κέρινο λουλούδι της, πού ἔμεινε πάνω στό μικρό κεράκι.
– Συγγνώμη, δέν τό ἤθελα, ἀπολογήθηκε ντροπαλά τό λευκό κεράκι. Ἐξάλλου ἐσύ ἔχεις τόσα ἄλλα ὄμορφα στολίδια!
-Τά «συγγνώμη» νά τά κρατήσεις γιά τόν ἑαυτό σου!
– Μάαα…ψιθύρισε τό κεράκι, εἶναι τόσο δά μικρό τό σημάδι…
– Εἶσαι μέ τά καλά σου; ἔμπηξε τίς φωνές ἡ λαμπάδα.
Ξέρεις τί μοῦ ἔκανες; Πρόσβαλες τήν ἀξιοπρέπειά μου, χάλασες τήν ὀ μορφιά μου. Χώρια πού τώρα θά πέσει καί ἡ τιμή μου!
-Σοῦ εἶπα, καλή μου λαμπάδα, τό ἔκανα κατά λάθος, ξαναμίλησε τό κεράκι, συγχώρησέ με.
– Ἄκου νά συγχωρήσω! Σοῦ κάνουν πρῶτα τή ζημιά κι ὕστερα ζητοῦν συγγνώμη! Ὄχι δέν πρόκειται νά συγχωρήσω κανέναν.
Πράγματι ἡ περήφανη λαμπάδα τίναξε πίσω τό χρωματιστό φυτίλι της κι ἀποφάσισε νά μήν ξαναμιλήσει στό λευκό κεράκι. Δέν μποροῦσε οὔτε νά τό βλέπει.
Γι’ αὐτό καί πολύ εὐχαριστήθηκε, ὅταν σέ λίγες μέρες ὁ κηροπώλης τύλιξε τό κεράκι μαζί μέ ἄλλα, γιά κάποιον πελάτη.
– Οὔφ, ἐπιτέλους! Ἀπαλλάχτηκα! ἔλεγε ἡ λαμπάδα.
Οἱ μέρες περνοῦσαν. Ἔφτασαν οἱ διακοπές τοῦ Πάσχα. Σέ τρεῖς μέρες θά γιόρταζαν Ἀνάσταση. Στό κηροπωλεῖο τά κεριά εἶχαν πανηγύρι. Μά περισσότερο ἀπ’ ὅλα οἱ λαμπάδες. Καί πιό πολύ ἀπ’ ὅλες ἡ λαμπάδα μας.
-Πότε ἐπιτέλους θά μέ ἀγοράσουν; μονολογοῦσε γεμάτη λαχτάρα. Θέλω κι ἐγώ νά πάω στήν Ἀνάσταση καί νά πάρω Ἅγιο Φῶς! Ἄχ πότε; Πότε;
Κι ὅλο τέντωνε τά πολύχρωμα λουλούδια της κι ὅλο γύριζε πρός τό φῶς τά διαμαντάκια της κι ἐκεῖνα τραγουδοῦσαν.
Ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα.
– Μαμά, αὐτή τή λαμπάδα νά πάρουμε γιά τή Νίκη. Θά χαρεῖ πολύ! Ἀκούστηκε μιά παιδική φωνή μέσα στό κηροπωλεῖο.
– Κοίταξε τί ὄμορφη πού εἶναι! εἶπε τό παιδί καί τήν ἔπιασε στά χέρια του.
Ἡ Νίκη, πού εἶναι τόσο φτωχή, σίγουρα δέν θά ἔχει δεῖ ποτέ της τέτοια πανέμορφη λαμπάδα. Αὐτήν νά πάρουμε, μαμά, καί νά τήν ὀνομάσουμε λαμπάδα τῆς ἀγάπης!
– Μμμμ, λαμπάδα τῆς ἀγάπης; ξαφνιάστηκε ἡ λαμπάδα μας καί λίγο σάν νά ξεροκατάπιε στόν κέρινο λαιμό της.
Πράγματι σέ λίγες μέρες ἡ μικρή Νικούλα κρατοῦσε στά ἀδύνατα χεράκια της τήν πανέμορφη λαμπάδα. Τήν καμάρωνε, τήν γύριζε στό φῶς γιά νά ἀκούσει τά μελωδικά διαμαντάκια της. Σίγουρα τό βράδυ στήν Ἀνάσταση θά εἶναι θαῦμα, ἡ πιό λαμπερή!
Ἐπιτέλους ἦρθε τό βράδυ. Μεσάνυχτα. Ὅλοι μέσα στήν Ἐκκλησία μέ σβηστά τά φῶτα περίμεναν τό Ἅγιο Φῶς. Περίμενε καί ἡ Νίκη.
Καί νά σέ λίγο… πλημμύρισε παντοῦ τό Φῶς.
Ἅπλωσε τήν πανέμορφη λαμπάδα της. Ὅμως, τί παράξενο! ἡ φανταχτερή λαμπάδα δέν ἄναβε. Λυπήθηκε ἡ Νίκη. Ἔξυσε λίγο τό φυτίλι κι ἅπλωσε τή λαμπάδα ξανά. Καί πάλι ὅμως δέν ἄναβε!
Μέ τίποτα δέν ᾽ρχόταν τό Ἅγιο Φῶς πάνω της. Στενοχωρημένη ἡ Νίκη ἔτρεξε στίς φίλες της.
– Ἡ πανέμορφη λαμπάδα μου δέν ἀνάβει, εἶπε κι ἔβαλε τά κλάματα.
Οἱ φίλες της ἔκαναν πολλές προσπάθειες, ἀλλά μάταια. Ἡ Νίκη ἔκλαιγε. Ὁ κόσμος κοιτοῦσε παραξενεμένος.
Τότε… ἅπλωσε τό χέρι του ἕνας ἄγνωστος.
Κρατοῦσε ἕνα μικρό, λεπτούτσικο, φθηνό κεράκι. Ἦ ταν κάτασπρο καί λίγο λερωμένο στό κάτω μέρος του. Εἶχε λεκέδες ἀπό κάποιο χρῶμα.
Ὅμως τό κεράκι ἔλαμπε. Εἶχε πάρει τό Ἅγιο Φῶς κι ἦταν τόσο μά τόσο φωτεινό!
-Ἔλα νά σοῦ ἀνάψω ἐγώ τή λαμπάδα, εἶπε ὁ ἄ γνωστος καί πλησίασε τό κεράκι του στή φανταχτερή λαμπάδα.
– Ἴιιιι!!! φρίκη ἔπιασε τή λαμπάδα, ὅταν ἀναγνώρισε τό κεράκι.
Ποτέ! Ποτέ! Δέν πρόκειται νά πάρω ἀπό τό φῶς σου ποτέ!!! μουρμούρισε θυμωμένη καί κοίταξε τό σημάδι ἀπό τό λουλούδι της πάνω του.
– Ὦ, πανέμορφη λαμπάδα! εἶπε γεμάτο χαρά τό λευκό κεράκι.
Πόσο χαίρομαι πού σέ ξαναβλέπω. Μά, γιατί δέν ἔχεις ἀκόμη Ἅγιο Φῶς; Ἄν ἀ νάψεις τό φυτίλι σου, θά εἶσαι ἡ ὡραιότερη λαμπάδα τοῦ κόσμου! Ἔλα νά σοῦ δώσω λίγο ἀπό τό Φῶς.
-Ἐγώ ἀπό σένα;! Ποτέ! εἶπε ἀκατάδεχτα ἡ λαμπάδα καί γύρισε τό φυτίλι της ἀπό τήν ἄλλη μεριά.
Τή συζήτηση αὐτή κανένας δέν τή ἄκουσε.
Ὡστόσο ἡ Νίκη, πού κρατοῦσε τόση ὥρα σβηστή τή λαμπάδα της, ἔκλαιγε πιά μέ λυγμούς. Τότε τό κεράκι ἅπλωσε τή φωτίτσα του καί ψιθύρισε γλυκά:
-Πανέμορφη λαμπάδα, πρέπει νά ξέρεις ὅτι μόνο ἄν δώσεις τή συγγνώμη μέ τήν καρδιά σου, θά πάρεις Ἅγιο Φῶς. Μόνο ἄν γίνεις λαμπάδα τῆς ἀγάπης, θά δώσεις χαρά στό μικρό παιδί, πού σέ κρατάει.
-Λαμπάδα τῆς ἀγάπης…! μονολόγησε ἡ πολύχρωμη σβηστή λαμπάδα. Καί θυμήθηκε τήν ὥρα πού τήν ἀγόραζαν ἀπό τό κατάστημα.
Πώ-πώ! Πόσο σκληρή ἔγινε ἡ κέρινη καρδιά της! Σαστισμένη κοίταζε μιά τή Νίκη, πού ἔκλαιγε, καί μιά τό λευκό κεράκι, πού ἔλαμπε μέ τό Ἅγιο Φῶς. Τά διαμαντάκια της γέμισαν δάκρυα.
– Συγγνώμη…, ψιθύρισε μετανοιωμένη.
Καί τότε ξαφνικά μιά λάμψη τήν τύλιξε! Ἦταν τό Ἅγιο Φῶς. Τό Φῶς τῆς Ἀνάστασης. Τό φῶς τῆς συγγνώμης. Τό Φῶς τῆς Ἀγάπης!

Σ. Ν. Φ.
[Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»]
Προς τη Νίκη (Μηνιαίο Ορθόδοξο Χριστιανικό Νεανικό Περιοδικό) Ἀπρίλιος 2010