Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Ωφέλιμα » Ορθόδοξος Συναξαριστής » 27 Ιουλίου – Μνήμη της Οσίας Ανθούσης της Ομολογητρίας

27 Ιουλίου – Μνήμη της Οσίας Ανθούσης της Ομολογητρίας

27 Ιουλίου – Μνήμη της Οσίας Ανθούσης της Ομολογητρίας

Χριστόν μεν αινεί Ανθούσα παρά πλάνοις,
Χριστός δε αύθις Ανθούσαν παρ’ Αγγέλοις.
Αύτη η Αγία ήτον κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, εν έτει ψμα’ [741], θυγάτηρ γονέων ευσεβών, Στρατηγίου και Φευρωνίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν η μακαρία, επειδή ηγάπησε την παρθενίαν και καθαρότητα από αυτάς σχεδόν τας μητρικάς αγκάλας, εζούσε μέσα εις τα όρη και εις τα σπήλαια και εις τας τρύπας της γης, κατά τον Απόστολον, αποστρεφομένη μεν και μισούσα, όλα τα βιωτικά πράγματα, μόνον δε την ησυχίαν αγαπώσα και εναγκαλιζομένη. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας έτυχε να υπάγη εις τον τόπον του Μαντινέου ένας Ιερομόναχος Σισίνιος ονομαζόμενος, ο οποίος ήτον θαυματουργός και Άγιος άνθρωπος, και εμεταχειρίζετο κάθε είδος αρετής. Όθεν η αοίδιμος Ανθούσα βλέπουσα αυτόν, επαρακινήθη να τον μιμηθή εις τας αρετάς. Και πρώτον μεν, έλαβεν από αυτόν τύπον και κανόνα, πώς να πολιτεύεται εις την μοναδικήν ζωήν. Δεύτερον δε, δια να γυμνασθή εις την υπακοήν, επροστάχθη παρ’ αυτού να έμβη μέσα εις ένα φούρνον αναμμένον. Η δε Αγία υπακούσασα, εμβήκεν εις αυτόν, και πάλιν ευγήκε, χωρίς να βλαβή ολότελα. Και άλλας δε υψηλοτέρας αρετάς έμαθεν από αυτόν η Οσία, αι οποίαι κάμνουσι τον άνθρωπον να πλησιάση εις τον Θεόν. Προείπε δε εις αυτήν ο Μοναχός εκείνος, ότι μέλλει να συστήση Μοναστήριον, και ότι έχει να λάβη την ηγουμενίαν εννεακοσίων καλογραίων, ο και πραγματικώς ηκολούθησεν ύστερον. Μετά ταύτα εκουρεύθη τας τρίχας από τον θαυματουργόν εκείνον Σισίνιον, και επροστάχθη παρ’ αυτού να κατοικήση εις το μικρόν νησάκι της λίμνης, της πλησιαζούσης κοντά εις το χωρίον το καλούμενον Περκελέ.
Καταγινομένη λοιπόν η μακαρία εις την εγκράτειαν, και εις την λοιπήν σκληραγωγίαν του σώματος, έγινε της Αγίας Τριάδος κατοικητήριον. Φορέσασα γαρ σίδηρα, και ενδυθείσα με φορέματα τρίχινα, ήγουν υφασμένα από γηδίσσας τρίχας, έξω σαρκός και κόσμου ενομίζετο κοντά εις τους φρονίμους. Πηγαίνουσα δε μίαν φοράν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον, παρεκάλει αυτόν να της δώση άδειαν να κτίση Ναόν εις το όνομα της Αγίας Άννης της μητρός της Θεοτόκου. Ο δε Σισίνιος νουθετήσας αυτήν πολλά και διδάξας, επροείπεν εις αυτήν σαφέστατα εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν, και έτζι αφήκεν αυτήν να υπάγη, φανερώσας και τον καιρόν, κατά τον οποίον έμελλεν αυτός να αποθάνη.
Έκτισε λοιπόν η Οσία τον ποθούμενον Ναόν της Αγίας Άννης, και εσυνάχθησαν εκεί έως τριάκοντα καλογραίαι. Και εις καιρόν οπού επλησίαζον να έλθουν εις έργον εκείνα, οπού επροείπεν ο Όσιος Σισίνιος εις την Αγίαν, ευγήκεν από την παρούσαν ζωήν ο μακάριος, και απήλθε προς Κύριον. Βλέπουσα δε μετά ταύτα η Αγία Ανθούσα, πως αι αδελφαί οπού εσυνάχθησαν, έδειχνον εις αυτήν υπακοήν και ευπείθειαν, τούτου χάριν έκτισεν ακόμη εκ θεμελίων δύω ιερούς Ναούς, τον ένα μεν, εις όνομα της Θεοτόκου, τον άλλον δε, εις όνομα των Αγίων Αποστόλων. Και τον μεν Ναόν της Θεοτόκου, αφιέρωσεν εις τας καλογραίας, τον δε Ναόν των Αγίων Αποστόλων, αφιέρωσεν εις τους Μοναχούς. Όθεν πολλοί κοσμικοί θέλοντες να μετανοήσουν δια τας αμαρτίας των, άφιναν τον κόσμον και επήγαιναν, πρότερον μεν εις τον ρηθέντα Άγιον Σισίνιον εν όσω έζη, ύστερον δε και εις την Αγίαν Ανθούσαν ταύτην, οδηγούμενοι από αυτήν και προς τας αρετάς παιδαγωγούμενοι.
Επειδή δε η Αγία ήτον γεμάτη από τα ορθά δόγματα της πίστεως, δια τούτο απεστρέφετο κάθε νεωτέραν αίρεσιν. Όθεν εκ τούτου έγινε περιβόητος, και η φήμη ταύτης διέδραμεν έως και εις αυτούς τους βασιλείς. Ήτον δε τότε βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος, ο και Καβαλίνος επονομαζόμενος, ως ανωτέρω είπομεν, ο μισόχριστος εκείνος και εικονομάχος, ο οποίος εσπούδαζε να γυρίση την Αγίαν ταύτην εις την πλάνην του. Όθεν αποστείλας ένα ομόφρονά του εικονομάχον, πήγαινε, του είπεν, εις το Μοναστήριον του Μαντινέου, και ευρών την Ανθούσαν, κατάπεισον αυτήν να κλίνη εις την εδικήν μας δόξαν, ήτοι εις το να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων. Και ει μεν πεισθή, καλώς αν έχοι, ειδέ μη, τιμώρησον αυτήν, έως ου να την πείσης και στανικώς να υποταχθή εις τα εδικά μας προστάγματα. Ο δε απεσταλμένος πέρνωντας μαζί του και άλλους ανθρώπους, και συνάξας πολλάς αγίας εικόνας, έφερεν εις εξέτασιν την Οσίαν, ομού και τον ανεψιόν της, ο οποίος ήτον Ηγούμενος εις ένα ανδρίκειον Μοναστήριον. Παρευθύς λοιπόν, τον μεν ανεψιόν της Αγίας Ηγούμενον, έδειρεν εις πολλήν ώραν και εξέσχισε το σώμα του, εις τον οποίον έδιδεν η Αγία θάρρος και δύναμιν δια να μένη εις την ομολογίαν και προσκύνησιν των αγίων εικόνων, και να υποφέρη ανδρείως τα βάσανα. Εις καιρόν δε οπού εκινδύνευε να αποθάνη από τα βάσανα, αφέθη και δεν εβασανίσθη πλέον.
Την δε Αγίαν Ανθούσαν ετέντωσαν από τέσσαρα μέρη, και έδειραν απανθρώπως με βούνευρα. Έπειτα ανάψας ο αλιτήριος τας αγίας εκείνας εικόνας, οπού εσύναξεν, έτζι αναμμένας τας έβαλεν επάνω εις την κεφαλήν της Αγίας, εις δε τους πόδας της έβαλεν αναμμένα κάρβουνα. Επειδή δε η Οσία έμεινεν αβλαβής, με την χάριν του Χριστού, δια τούτο εξώρισεν αυτήν. Μετά ταύτα επήγεν ο βασιλεύς Κοπρώνυμος εις την επαρχίαν εκείνην του Μαντινέου, και παραστήσας έμπροσθέν του την Αγίαν, εμελέτα να της κάμη πολλά βασανιστήρια. Αλλ’ η Αγία εμπόδισεν αυτόν από τους σκοπούς του, διατί τον επάταξε με αορασίαν, και δεν έβλεπεν. Επειδή δε η βασίλισσα εκινδύνευσεν επάνω εις την γένναν, και έμελλε να αποθάνη, δια τούτο ερώτησε την Αγίαν ο βασιλεύς περί αυτής. Η δε Αγία προείπεν, ότι δεν θέλει αποθάνη, αλλ’ έχει να γεννήση δύω παιδία αρσενικόν και θηλυκόν, και ου μόνον τούτο, αλλά προείπε, και ποίαν ζωήν μέλλει να περάση κάθε παιδίον. Ταύτα δε ακούσασα η βασίλισσα, ευλαβήθη. Όθεν αφιέρωσεν εις το Μοναστήριον της Αγίας πολλά υποστατικά και αφιερώματα. Τότε και ο βασιλεύς ευλαβηθείς, αφήκεν αυτήν, και πλέον δεν την επαίδευσεν. Έτζι ηξεύρει η αρετή και τα θηρία να ημερόνη, και τους πολεμίους να κάμνη φίλους.
Όθεν η Αγία εμεγαλύνθη, και ευφημίζετο από τα στόματα πάντων. Δια τούτο και πολλοί έτρεχον εις αυτήν, άλλοι μεν, δια να λάβουν την ευχήν της και ευλογίαν, άλλοι δε, δια να γένουν Μοναχοί, και άλλοι, δια να ιατρευθούν από τας ασθενείας οπού είχον. Ανάμεσα δε εις αυτούς επήγε και ένας στρατιώτης προς την Αγίαν ομού με την γυναίκα του. Και εζήτει από αυτήν παιδίον, οπού δεν είχεν, υποσχόμενος, ότι εάν γεννήση παιδίον, να προσφέρη αυτό εις τον Θεόν. Ακούσας δε να του ειπή η Αγία τα διανοήματα της καρδίας του, και λαβών πληροφορίαν παρ’ αυτής, ότι μέλλει να γεννήση παιδίον, χαίρωντας εγύρισεν εις τον οίκον του.
Πολλά δε και άλλα θαύματα εποίησεν η Οσία αύτη Ανθούσα, ώστε οπού (δια να μεταχειρισθούμεν το σχήμα της υπερβολής) αν ημπορή τινας να μετρήση την άμμον της θαλάσσης, και τας σταλαγματίας της βροχής, και το βάθος της θαλάσσης, και το ύψος του ουρανού, και το πλάτος και μήκος της γης, αυτός ημπορεί να γράψη και τα θαυμαστά έργα οπού εποίησεν αύτη. Επειδή όμως και αυτή ήτον άνθρωπος, και έπρεπε να γευθή θάνατον, δια τούτο ύπνωσεν η μακαρία τον δικαίοις πρέποντα ύπνον, κατ’ αυτήν την σημερινήν ημέραν της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Παντελεήμονος. Τούτο γαρ ηύχετο η αοίδιμος να τελειώση εις την ημέραν ταύτην. Τελειωθείσα δε, ενταφιάσθη μέσα εις το κελλίον, εις το οποίον επέρασε την ζωήν της. Ετέλει δε και μετά θάνατον θαύματα πάμπολλα, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών, και εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτής πολιτείας.
Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.
https://www.koinoniaorthodoxias.org/