Ι. Ν. «ΜΕΓΑΛΗΣ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ – ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Αρχική » Ωφέλιμα » Ορθόδοξος Συναξαριστής » ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΤΟΥ ΚΗΔΕΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΤΟΥ ΚΗΔΕΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ

31 ΙΟΥΛΙΟΥ – ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ ΤΟΥ ΚΗΔΕΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ

Όλοι οι Ευαγγελιστές, μηδενός εξαιρουμένου, μνημονεύουν στα ιερά συγγράμματά τους το γεγονός της αποκαθηλώσεως του νεκρού επί σκοπώ και για περιορισμένο χρονικό διάστημα Ιησού. Κατά συνέπεια, αναδεικνύουν δυο υπέροχες μορφές, του Ιωσήφ και του Νικοδήμου, ρίχνοντας φως στα φιλάνθρωπα, θεόφιλα και φιλεύσπλαχνά τους έργα ∙ αντίδωρο ευγνωμοσύνης και υποδειγματικής αγάπης –η οποία «ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Ιωάν. 4:18)– προς τον Διδάσκαλο και Θεό τους. Σε μια προσεκτική μελέτη των στίχων που αφιερώνονται στην αποκαθήλωση και στον ενταφιασμό του Κυρίου, παρατηρούμε τον κάθε Ευαγγελιστή να σκιαγραφεί ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Ιωσήφ, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα διάφορες πληροφορίες για την κοινωνική και ιδιωτική του ζωή.
Ο Ιωσήφ καταγόταν από την Αριμαθαία, ιουδαϊκή πόλη της περιοχής Εφραίμ (Στέργιου Σάκκου, Ερμηνεία στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, τ. 3, εκδ.«Χριστιανική Ελπίς», Θεσσαλονίκη 2012, σ. 363). Ήταν πλούσιος σύμφωνα με τον Ματθαίο και πιο συγκεκριμένα «εὐσχήμων βουλευτής» (Μαρκ. 15:42). Το αξίωμα του «βουλευτή» τον κατέτασσε ανάμεσα στα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου των Ιουδαίων, ενώ ο χαρακτηρισμός «εὐσχήμων» φανερώνει άνθρωπο ευλαβή και συνετό. Ο Λουκάς τον ονομάζει άντρα «ἀγαθὸ καὶ δίκαιο» (Λουκ. 23:50), γνωρίσματα που αποδεικνύονται με τη στάση του∙ όταν το Συνέδριο των Ιουδαίων αδίκως καταδίκασε τον Ιησού, «οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν» (Λουκ. 23:51). Ήταν «κεκρυμμένος» μαθητής του Ναζωραίου, σύμφωνα με τον Ιωάννη, «διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων» (Ιωάν. 19:38). Ο ιερός Χρυσόστομος πιθανολογεί ότι ανήκε στην ομάδα των εβδομήκοντα (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΠΕ, Ε.Π.Ε, τ. 14, εκδ.«Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1981, σ. 678). Μπορούμε ακόμη να εικάσουμε πως συμπεριλαμβανόταν στους ένθερμους μαθητές, αφού «προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 23:51).

Όσο διαρκούσαν τα πάθη του Σωτήρα, συμπαραστεκόταν διακριτικά στο Διδάσκαλό του με πόνο ψυχής και αγάπη υιική. Κάθε μαστίγωμα που υφίστατο ο Ιησούς έσχιζε την δική του ύπαρξη, το όξος που ποτίσθηκε Αυτός πίκρανε και τα δικά του χείλη. Η συγκίνηση, η ιερή αγανάκτηση που αντάριαζε την ψυχή του εξαιτίας της ανείπωτης αδικίας εις βάρος του πνευματικού του Πατέρα, η θλίψη που τον κυρίευε στη θέα των Παθών, καθώς επίσης τα γεγονότα «τα σημεία» που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Αθανάτου οδήγησαν τον Ιωσήφ χωρίς καμία αναστολή, χωρίς καθόλου να λιποψυχήσει, στη γενναία απόφαση∙ «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»(Μαρκ. 15:43). Εμβαθύνοντας στην κίνησή του, ο Άγιος Χρυσόστομος σχολιάζει:
«Αυτός είναι ο Ιωσήφ ο οποίος προηγουμένως κρυβόταν. Τώρα όμως μετά τον θάνατο του Χριστού έδειξε μεγάλη τόλμη. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του Συνεδρίου και πολύ επιφανής. Από αυτό μάλιστα φαίνεται καθαρά η ανδρεία του. Διότι καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του, όταν διακήρυξε την απέχθειά του προς όλους με την συμπάθειά του προς τον Ιησού, και τόλμησε να ζητήσει το σώμα Του, και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνον αφού πέτυχε αυτό που ήθελε»
(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία ΠΗ, Ε.Π.Ε, τ. 12, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1981, σ. 353).

Ο Πιλάτος συγκατατίθεται στην παράκλησή του και του χαρίζει αυτό που ποθεί. Κουβαλάει ο Ιωσήφ το πολύπαθο Τίμιο σώμα, προτρέποντας τον Άγιο Επιφάνιο ν’ αναφωνεί:
«Μακαρίζω τα χέρια σου, Ιωσήφ, που υπηρέτησαν και ψηλάφισαν τα θεόσωμα χέρια και πόδια του Ιησού, που έσταζαν ακόμη αίμα. Μακαρίζω τα χέρια σου, που άγγιξαν την αιμορροούσα πλευρά του Θεού πριν από τον πιστό – άπιστο Θωμά που είχε αξιέπαινη περιέργεια. Μακαρίζω το στόμα σου που γέμισε αχόρταγα και ασπάσθηκε το στόμα του Ιησού κι’ από εκεί γέμισε με Άγιο Πνεύμα. Μακαρίζω τα μάτια σου που ενώθηκαν με τα μάτια του Ιησού, και από εκεί πήραν το αληθινό φως. Μακαρίζω το πρόσωπο σου που πλησίασε το πρόσωπο του Θεού. Μακαρίζω τους ώμους σου που σήκωσαν Αυτόν που βαστάζει όλους. Μακαρίζω το κεφάλι σου που το άγγιξε ο Ιησούς, η κεφαλή των πάντων. Μακαρίζω τα χέρια σου στα οποία βάσταξες Αυτόν που βαστάζει τα πάντα. Μακαρίζω τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, γιατί έγιναν Χερουβίμ μπροστά στα Χερουβίμ σηκώνοντας και μεταφέροντας επάνω τους τον Θεό» (Από το Διακόνημα).

Δεν εξαντλείται όμως εδώ η φιλοστοργία του Ιωσήφ. Παραχωρεί τον τάφο, τον δικό του, τον λαξευτό, τον ακατοίκητο, τον καινούριο, στον Ιησού. Τον θάβει με κάθε επισημότητα ακολουθώντας την ιουδαϊκή παράδοση, Τον τυλίγει με καινούρια σινδόνια και Τον αλείφει με πανάκριβα αρώματα που προσέφερε ο Νικόδημος (Ιωάν. 19:39). Το ακατανόητο -και συνάμα θαυμαστό- είναι ότι προβαίνει σε όλες αυτές τις ενέργειες έχοντας τη βεβαιότητα ότι περιθάλπει έναν νεκρό που δεν θα αναστηθεί ∙ τον Διδάσκαλό του, τον οποίο ασφαλώς και αγαπούσε, αλλά Εκείνος τον «εξαπάτησε». Του υποσχέθηκε πως θα αναστηθεί και τώρα κείτεται νεκρός μέσα στα χέρια του, έχοντας υποστεί τον ατιμωτικότερο θάνατο. Νεκρές οι ελπίδες του Ιωσήφ, όπως άλλωστε και των υπολοίπων απογοητευμένων και τρομαγμένων μαθητών. Η υποδειγματική αφοσίωσή του όμως υψώνεται εφάμιλλη με αυτή των γενναίων μυροφόρων. Διακινδυνεύει πλούτη, καριέρα, ίσως και την ίδια του την ζωή για ν’ αποδώσει τιμή λίγης ώρας στο νεκρό Διδάσκαλό του, για να διακονήσει Αυτόν στον οποίο αφιέρωσε όλη τη φλόγα της καρδιάς του. Κι ο Αναστημένος καρδιογνώστης Κύριός του θέλησε, παρόλη την απιστία του, να καταγράψει τέσσερις φορές αυτό το άλμα της αγάπης του Ιωσήφ στο θεόπνευστο βιβλίο Του για να μην λησμονηθεί στους αιώνες.
Μετά την ένδοξη Ανάσταση του Χριστού, ο Άγιος Ιωσήφ «δαπάνησε» το υπόλοιπο της ζωής του, όπως και οι υπόλοιποι μαθητές Του, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο στα έθνη. Κατά την παράδοση -χωρίς να είμαστε απόλυτα βέβαιοι- ο Άγιος κατευθύνθηκε προς την Αγγλία, όπου και εργάστηκε ιεραποστολικά μέχρι την ειρηνική του κοίμηση.

Η μνήμη του τιμάται στις 31 Ιουλίου εκάστου έτους και την Κυριακή των Μυροφόρων, δύο εβδομάδες μετά το Πάσχα.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β΄
Ὀ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρὰ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο· ἀλλὰ τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τὸ μέγα ἔλεος.
Του Κων/νου Μεταλλίδη
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ «ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ»]