ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΥΧΩΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΕΚΤΑΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ: ~ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΗΜΕΡΑ 11/2/2026 Η ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΤΥΧΩΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΜΑΣ! (ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ +10/9/1968)
~ΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΣΙΑΚΗ ΕΥΧΗ ΤΟΥ!

O Παπα – Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884.
Οι γονείς του, ο Παύλος και η Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι και επόμενο ήταν και ο γιος τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχει κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλει να αφιερωθεί στον Θεό από μικρό παιδί.

Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάει σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν με ζωηρή φύση.
Ήθελαν να ωρίμασει και στην σκέψη και μετά να αποφασίσει μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών.
Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές.
Στα Μοναστήρια που πήγαινε, παρόλο που ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνει τους άλλους.

Μετά λοιπόν από τα Μοναστήρια της πατρίδας του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει για το Άγιον Όρος.

Στο Άγιον Όρος, η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ’ αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητές Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια.
Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Φιλότιμα αγωνιζόταν για να γίνει και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ’ ένα Κελί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα.
Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε και επόμενο ήταν να δεχθεί πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.

Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθεί, για να βοηθάει πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθεί.

Τη Θεία Λειτουργία ο παπά-Τύχωνας την αγαπούσε πολύ.
Ο υποτακτικός του Όσιος Παΐσιος διηγείται χαρακτηριστικά: «Η Θεία Λειτουργία για τον Γέροντα ήταν ένα άνοιγμα του ουρανού. Σαν τον Παύλο ηρπάζετο και σαν τον Άγιο Σπυρίδωνα συναναστρέφετο τους αγγέλους του Κυρίου.
Όταν έμπαινε στην Αγία Αναφορά και άρχιζε να διαβάζη την ευχή: «Μετά τούτων και ημείς των μακαρίων δυνάμεων Δέσποτα φιλάνθρωπε βοώμεν και λέγομεν Άγιος.. Άγιος» ο παπά-Τύχων έβλεπε τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ».

Ο ευλογημένος γέροντας ζούσε πραγματικά τη θεία Λειτουργία. Την αγαπούσε τόσο, καθώς λέει ο ιερομόναχος Αγαθάγγελος, που «την ώρα της λειτουργίας έφτανε να μεταρσιώνεται.
Έφτανε να βραδυάζη, απ’ το πρωί που είχε αρχίσει, και δεν είχε τελειώσει. Όλος έξαρση, την ώρα του Χερουβικού και του καθαγιασμού, έψαλε με αγγέλους τον ύμνο τους στα ουράνια. Τον ψάλτη τον έβγαζε στον διάδρομο του κελλιού του, έξω από τον ναό, να ψάλη το χερουβικό.
Έβλεπε κατόπιν πως ήταν στην αγία Τράπεζα και τελείωνε την λειτουργία και δεν καταλάβαινε πως πέρασε η ώρα…»

Πραγματικά στο πρόσωπο του ιερέα Τύχωνα βλέπομε, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος, «τον μεθυσμένο από την αγάπη του Θεού, τον ιερουργόν που μεθίσταται σε άλλους κόσμους και ημπορεί να λέγει ότι τον σηκώνει ο Δεσπότης Χριστός και τον εξάγει «του τε χώρου του τε ζόφου και εισάγει εις άλλον, είτε κόσμον ή αέρα….και προς φως εισάγει μέγα» (Συμεών ο Νέος Θεολόγος}.

Και συνεχίζει ο π. Αγαθάγγελος:
Μετά, ο Γέροντας αποσυρόταν και έκλαιγε για δυό και τρεις ημέρες. Το μαξιλάρι του γινόταν μούσκεμα.
Την θεία μετάληψη δεν περίμενε να βραδυάση για να την διαβάση, αλλά την διάβαζε από το μεσημέρι. Και όλη την ημέρα προετοιμαζόταν για την Θεία Λειτουργία και θεία κοινωνία της επόμενης ημέρας.
Έλεγε, ότι ο πιστός πρέπει να προετοιμάζεται όλο το εικοσιτετράωρο για να μπορή να γίνη μέτοχος στο σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Κατά την Προσκομιδή, μνημόνευε επί ώρες όλα τα ονόματα που είχε και στο τέλος ακουμπώντας τα με το χέρι έλεγε ξανά: -Μνήσθητι Κύριε όλου κόσμου…
Κάποτε, μετά την μνημόνευση των πολλών ονομάτων μ’ ένα χαριτωμένο τρόπο ακούμπησε το χέρι του σ’ αυτά λέγοντας προς εμένα:
Παιντί καρντιά σ’ όλο κόσμο…

Με μεγάλη απλότητα μου έλεγε πως οι Άγγελοι, οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Ιεράρχες, οι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Ανάργυροι και πάντες οι Άγιοι είναι παρόντες, καθώς τους μνημονεύουμε στην αγία Προσκομιδή, και έρχονταν βοηθοί σ’ όλον τον κόσμο, που τα ονόματά τους ώρες μνημόνευε.

Ακόμη και για την Θεία Λειτουργία έλεγε στον Μοναχό, που θα τον βοηθούσε και θα έκανε τον ψάλτη, να έρχεται το πρωί με το φώτισμα. Την ώρα δε της Θείας Λειτουργίας του έλεγε να μένη στον μικρό διάδρομο, έξω από τον Ναό, και από εκεί να λέη το Κύριε, ελέησον, για να νιώθη τελείως μόνος του και να κινήται άνετα στην προσευχή του.

Όταν έφθανε στο Χερουβικό, ο Πάπα -Τύχων ηρπάζετο είκοσι έως τριάντα λεπτά, και ο ψάλτης θα έπρεπε να επαναλάβη πολλές φορές το Χερουβικό, μέχρι να ακούση τις περπατησιές του στην Μεγάλη Είσοδο. Όταν τον ρωτούσα μετά στο τέλος «τι βλέπεις, Γέροντα», εκείνος μου απαντούσε:
–Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ δοξολογούν τον Θεό.

Έλεγε επίσης στην συνέχεια:
– Έμενα μετά από μισή ώρα με κατεβάζει ο φύλακάς μου Άγγελος και τότε συνεχίζω την Θεία Λειτουργία…
Γιά τον Παπά-Τύχωνα, όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν Διακαινήσιμες, και ζούσε πάντα την Πασχαλινή χαρά.
Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το: Δόξα Σοι ο Θεός, Δόξα Σοι ο Θεός.
Αυτό συνιστούσε και σε όλους, να λέμε το: Δόξα Σοι ο Θεός, όχι μόνο όταν περνάμε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός, για φάρμακα της ψυχής.

Λειτουργούσε συνήθως κάθε Κυριακή, αλλά είχε φυλαγμένο Άγιον Άρτο και κοινωνούσε κάθε μέρα.
Στη λειτουργία έβλεπαν να αλλοιώνεται το πρόσωπό του. Τα μάτια του μέσα στο σκοτάδι ήταν πολύ φωτεινά.
Πάντα λειτουργούσε με κατάνυξη και δάκρυα. Την ώρα της θείας Λειτουργίας το Ευαγγέλιο το διάβαζε με δάκρυα. Με δάκρυα σήκωνε τα Άγια και έκανε την Είσοδο, εκτός βέβαια από τις αρπαγές και τις θείες οπτασίες που είχε.

Τον παπα-Τύχωνα, όταν ήταν μόνος του, τον ξελειτουργούσε και ο γερω-Γερόντιος. Τον πλήρωνα δέκα δραχμές για κάθε θεία Λειτουργία, την εποχή εκείνη που δίναν πέντε δραχμές στον παπά.
Μια φορά τον είδε υπερυψωμένο πάνω από τη γη. “Πιο μεγάλο άγιο σ’ όλο το Άγιον Όρος δεν έχω δει”, έλεγε ο γερω-Γερόντιος.

Διηγήθηκε ο Όσιος Παισιος:
“Ο παπα-Τύχων στη Λειτουργία, για να μην αποσπάται, κλείδωνε την πόρτα της Εκκλησίας, κι εγώ έλεγα το Κύριε ελέησον απ’ έξω από το διάδρομο.
Μια φορά, σε μία θεία Λειτουργία κατά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, χάθηκε η φωνή του. Περίμενα πέντε ώρες περίπου και δεν τον διέκοψα γιατί δεν είχα ευλογία.
Μετά από πέντε ώρες συνέχισε με το “Εξαιρέτως…”. Πού βρισκόταν τόσες ώρες;
Μάλλον ηρπάζετο σε θεωρία. Την ημέρα εκείνη η θεία Λειτουργία τελείωσε το απόγευμα”.

Έλεγε ο Γέροντας: “Μετά από τρία χρόνια παραμονή στο Κοινόβιο, ο μοναχός είναι για πόλεμο” (πνευματικό).
“Καλύτερα τρεις μετάνοιες με ταπείνωση, παρά χίλιες με υψηλοφροσύνη”.
“Μόνο η ταπείνωση θα μας σώσει. Ταπεινόφρονες πραγματικούς πολύ λίγους θα βρεις. Πρέπει να τους ψάξεις με το κερί“.

Καρυώτης Γέρων μαρτυρεί: “Ο παπα-Τύχων ήταν πολύ απλός και ζούσε σ’ ένα δικό του κόσμο. Ήταν βιαστής πολύ και παρόλο που νήστευε ήταν σωματώδης. Όταν ερχόταν στο Κελί μας και τον βάζαμε να φάει, έτρωγε μόνο δυο κουταλιές για ευλογία. Τώρα δεν έχει κανέναν σαν αυτόν, μην ψάχνετε”.

Εκοιμήθη στις 10 Σεπτεμβρίου του 1968 αφού είδε σε όραμα την Παναγία μαζί με τον άγιο Σέργιο και τον άγιο Σεραφείμ, και του προείπαν ότι θα περάσει η εορτή του Γενεθλίου της Θεοτόκου και θα τον πάρουν.

Κοντά του ήταν ο υποτακτικός του Όσιος Παΐσιος που τον γηροκόμησε, τον έθαψε και τον διαδέχθηκε στο Καλύβι. Μετά έγραψε τον βίον του παπα-Τύχωνα που του παρουσιάστηκε μετά την κοίμησή του.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν

Από άρθρα πατέρων.
Πηγή: iconandlight
[Απο τη σελίδαα “Panteleimon Krouskos”]

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading