
Διήγημα: “Το σάλι”
~Ελένη Κ. Παπαδοπούλου
«Φόρεσε το σάλι σου, θα πουντιάσεις μάνα!»,
άκουσε την κόρη της να φωνάζει και η φωνή της ακούστηκε πνιχτή σαν να της έφευγαν αναφιλητά από το στόμα. Είχανε περάσει δύο μήνες από το κακό. Οι θύμησες, νωπές, ανακαλούνταν σε κάθε οπτικό και ηχητικό ερέθισμα.
Το σάλι, με τα ωραία μοτίφια και τις γυαλιστερές χάντρες, που τις είχε φέρει ο άντρας της, ο Δημητρός, ο πραματευτής, από τα Αλάτσατα. Τι όμορφο τετράγωνο σάλι! Κάλυπτε τους ώμους και την πλάτη της. Τής έδινε ζεστασιά γλυκιά και την ανακούφιζε από τους πόνους.
Η Βενετώ ήταν μια γυναίκα εργατική και ψυχοπονιάρα. Δούλευε ολημερίς στο σπίτι της κυρά Αθηνιώς που ήταν κατάκοιτη και ξεχασμένη από τους γιους της. Της τα έδινε όλα στο χέρι και, όταν η γριά γυναίκα ησύχαζε στην κλίνη της, η Βενετώ έπλεκε. Ήταν η ώρα της ξεκούρασης. Με δυο μακριές βελόνες έδινε στην κλωστή σχήματα της φύσης. Πόσο την ηρεμούσε το πλέξιμο και πόσο καθάριζε τις σκέψεις της.
Τα χρήματα λιγοστά, ο Δημητρός της χανόταν με τους μήνες στους δρόμους του εμπορίου και η μοναχοκόρη τους, να ανασταίνει τα παιδιά της, αφότου ο άντρας της έφυγε με την υπηρέτριά τους και τους εγκατέλειψε. Οι πόνοι της δουλειάς και οι έγνοιες της ζωής της την καταρράκωναν τη Βενετώ. Το σάλι, όμως, που βγήκε από τα χέρια της, τής έδινε κουράγιο.
Ήταν δικό της δημιούργημα, γέννημα τέχνης και αγάπης. Μαύρο σαν την ψυχή της αλλά ζεστό σαν τη θέρμη της επιθυμίας της για ζωή. Φορώντας το και περπατώντας στους δρόμους της Σμύρνης, ένιωθε να την κοιτούν όλοι οι διαβάτες και να την επαινούν για την ομορφιά του εργόχειρού της.
Όταν ο βοριάς λυσσομανούσε στον Φραγκομαχαλά σκέπαζε μ’ αυτό το κεφάλι της και αισθανόταν προφυλαγμένη από τις αέρινες ριπές, ενώ, όταν ο ήλιος έριχνε ευθύβολα τις ακτίνες του, το σάλι πάλι τής προστάτευε τα μαλλιά και το μέτωπο από το κάμα.
Το σάλι ήταν το μοναδικό ρούχο που πήρε φεύγοντας από το σπίτι της. Το προικώο σπίτι της, αυτό που είχε παραδοθεί στις φλόγες που κατάπιναν λαίμαργα τον ελληνικό μαχαλά εκείνη την ημέρα του Αυγούστου. Άρπαξε το σάλι και την κόρη με τα παιδιά της και έτρεξαν στο «Κε», την προκυμαία τους, να σωθούν. Οι καπνοί εξαφάνισαν τον Πάγο και έπνιγαν τους απεγνωσμένους Έλληνες. Τύλιξε με το βρεγμένο, στο θαλασσινό νερό, σάλι τα πρόσωπα των εγγονιών της και τρέχοντας όλοι μαζί έφτασαν στο ψαροκάικο που αναχωρούσε εκείνη τη στιγμή, άγνωστο για πού… Με ένα πήδημα βρέθηκαν στην κουβέρτα του ανακουφισμένοι. Έστρωσαν κάτω το σάλι και ξαπόστασαν για λίγο μέχρι να περάσει η λαίλαπα και να φτάσουν στη νέα πατρίδα τους.
Της Ελένης Κ. Παπαδοπούλου
Από τη σελίδα: “https://www.fractalart.gr/”