ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ!

[+ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ~ΠΕΜΠΤΗ “ΤΗΣ ΨΗΛΑΦΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ”~(23/4/2026) ~ΩΡΑ 6.45 π.μ. ~ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟ, ΕΟΡΤΙΟΣ ΟΡΘΡΟΣ, ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ, ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.]

Ήταν 22 Απριλίου, Παραμονή του Αγίου Γεωργίου.
Ο γέροντας Σάββας, ο μοναδικός κάτοικος ενός μικρού, ξεχασμένου χωριού στα βουνά, ετοιμαζόταν για τον εσπερινό.
Τα παιδιά του είχαν φύγει για την πόλη, η εκκλησία είχε κλείσει χρόνια, κι εκείνος άναβε κάθε βράδυ μόνο ένα κερί μπροστά στην παλιά εικόνα του Αγίου Γεωργίου στο εικονοστάσι του σπιτιού.

Απόψε όμως κάτι ήταν διαφορετικό.
Ένας βαρύς ίσκιος σκέπαζε την καρδιά του.
Όχι φόβος για τον εαυτό του, αλλά θλίψη για τον εγγονό του, τον Ανδρέα, που είχε μπλέξει με κακές παρέες.
“Τον δράκο του τον νίκησε ο Άγιος με το κοντάρι”, μονολόγησε, “μα τον δράκο της αμαρτίας πώς τον νικάμε;”

Καθώς διάβαζε την ευχή του, χτύπησε η πόρτα. Στο κατώφλι στεκόταν ένας νεαρός ταξιδιώτης, κουρασμένος, με σκονισμένα ρούχα.
-Γέροντα, με πήρε η νύχτα. Μου επιτρέπεις να μείνω ως το πρωί; Δεν έχω χρήματα, μα έχω δυο ψωμιά να μοιραστώ.

Ο γέροντας τον λυπήθηκε.
Τον έβαλε μέσα, του πρόσφερε λάδι, ελιές και λίγο κρασί. Καθώς έτρωγαν, ο γέροντας κοίταξε κατά λάθος τα χέρια του νέου.
Ήταν σκληρά, δουλεμένα, μα είχαν πάνω τους παλιές, περίεργες ουλές, σαν από σχοινιά.

-Τι δουλειά κάνεις, παιδί μου; ρώτησε.
Ο νέος χαμογέλασε πικρά.
-Δεν κάνω πια.
Σήμερα γιορτάζει κάποιος που αγάπησα πολύ.
Μα τον πρόδωσα. Ήμουν σε μια συμμορία.
Κλέβαμε. Με έπιασαν, με έδειραν, με έδεσαν.
Στη φυλακή ένας παπάς μου μίλησε για τον Άγιο Γεώργιο.
Μου είπε: “Δεν νίκησε τον δράκο μπαίνοντας στη φωλιά του.
Τον νίκησε βγαίνοντας από τη δική του φυλακή: τον φόβο.”

Ο γέροντας πάγωσε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
-Πώς σε λένε, παιδί μου;
-Ανδρέα, γέροντα.
Ο γέροντας έπεσε στα γόνατα και ευχαρίστησε τον Θεό.
Εκείνο το βράδυ, στην Παραμονή του Αγίου, το χαμένο του εγγόνι γύρισε σπίτι.
Όχι με άλογο και κοντάρι, μα ταπεινό, σκονισμένο, μετανοιωμένο.

Το πρωί, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, λειτούργησαν στο παλιό εκκλησάκι.
Δεν είχαν παπά, μα ο γέροντας Σάββας διάβασε την ανάσταση: “Χριστός ανέστη εκ νεκρών…”
Κι ο Ανδρέας, ο δικός του “δράκος” που νικήθηκε, άναψε το κερί.
Κι έτσι, ο Άγιος Γεώργιος τους χάρισε εκείνη τη μέρα το μεγαλύτερο θαύμα: την επιστροφή. Όχι από την άκρη του κόσμου, μα από την άκρη της απελπισίας.

Αυτή η ιστορία θυμίζει πως ο Άγιος Γεώργιος παραμένει πάντα “τροπαιοφόρος” ακόμα κι όταν τα τρόπαια είναι δάκρυα συγχώρεσης και αγκαλιές που ξανασμίγουν.

[Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού]

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading