
Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια, η αγία που απαλύνει τον πόνο αυτών που αγωνίζονται
~Αλεξία Ιωαννίδου
Η Αγία Αναστασία ζούσε στη Ρώμη την εποχή του Διοκλητιανού (3ος αι). Ήταν από ευκατάστατη οικογένεια. Η μητέρα της ήταν χριστιανή και από πολύ νωρίς φύτεψε στην καρδιά του παιδιού της την αγάπη για τον Ιησού Χριστό. Ο πατέρας της ήταν εθνικός (ειδωλολάτρης) και αποφάσισε να την παντρέψει με κάποιον που δεν ταίριαζε στον ενάρετο χαρακτήρα της κόρης του.
Αυτή προφασιζόμενη ότι ήταν άρρωστη απέφευγε τις σχέσεις με τον σύζυγο που της επέβαλαν. Τις νύχτες ντυνόταν με φτωχικά ενδύματα και μαζί με την θεραπαινίδα της επισκέπτονταν τους μάρτυρες που βασανίστηκαν στη φυλακή (εξαγοράζοντας τους φρουρούς). Αφότου έπλενε τα πόδια και τις πληγές των μαρτύρων, τους εμψύχωνε με λόγια σοφά προσπαθώντας να τους ενισχύσει για να μην δειλιάσουν μπροστά στο μαρτύριο, ώστε να λάβουν το στέφανο της μαρτυρίας, να συγκαταλεχθούν στην ουράνια πολιτεία μαζί με τους αγίους του Χριστού.
Ο σύζυγος της Αναστασίας πολύ νωρίς πνίγηκε σε ένα ταξίδι του προς την Περσία και έτσι εκείνη μπόρεσε να αφιερώσει απρόσκοπτα τη ζωή της στη στήριξη των χριστιανών ομολογητών.
Όταν αυτοί ολοκλήρωναν τον αγώνα τους –με το μαρτύριό τους και το θάνατό τους–, η Αναστασία φρόντιζε ώστε να ταφούν με ευλάβεια και τιμή.
Ένα βράδυ που ο Διοκλητιανός διέταξε να φονευθούν όλοι οι χριστιανοί φυλακισμένοι είτε με πνιγμό, είτε με καύση, είτε περνώντας από μαχαίρι, εκείνη βλέποντας τα άδεια κελιά αναλύθηκε σε λυγμούς. Όταν την ρώτησαν οι φρουροί γιατί θρηνεί έτσι, τους αποκάλυψε πως και αυτή είναι χριστιανή.
Η Αναστασία καθώς ήταν από επιφανή οικογένεια και κατείχε υψηλή κοινωνική θέση δεν παραδόθηκε αμέσως στους δήμιους, αλλά της «έδωσαν την ευκαιρία» να απολογηθεί και να αρνηθεί τον Χριστό. Όταν την προσήγαγαν στο ανάκτορο και την παρουσίασαν μπροστά στον Διοκλητιανό, χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν έτοιμη από καιρό και θαρραλέα, δήλωσε πως η καρδιά της είναι ολότελα δοσμένη στον Χριστό, ότι απαρνείται τα εγκόσμια και ότι διακατέχεται από χαρά και ανυπομονησία γιατί σε λίγο θα συναντήσει τους συντρόφους της στην Ουράνια Βασιλεία – όλους αυτούς που έπλενε τις πληγές και τους ενθάρρυνε να κρατήσουν την πίστη τους.
Την οδήγησαν σε έναν θάλαμο γεμάτο κοσμήματα και πολυτελή ενδύματα και το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να προκαλέσουν τη θυμηδία της Αγίας. Αυτά τα είχε έτσι και αλλιώς στην ζωή της και τα παραγκώνισε. Μετά της έδειξαν τα όργανα βασανιστηρίων, όμως η αυτή έμεινε ανέκφραστη.
Επί τρεις ημέρες παρέμεινε προσευχόμενη δίχως ύπνο και φαγητό την ώρα που οι διώκτες του χριστιανισμού μηχανεύονταν κάθε είδους μέσο για να την πείσουν να θυσιάσει στα είδωλα. Τελικά η Αναστασία, λόγω της μεγάλης επιρροής και της περιουσίας που είχε στη Ρώμη, αλλά και από φόβο των Αρχών επειδή ο δικαστής που ανέλαβε να την «αλλαξοπιστήσει» και είχε πρόθεση να την κακοποιήσει τυφλώθηκε και πέθανε ζητώντας το έλεος από τα είδωλα, απελευθερώθηκε και έφυγε για τη Νίκαια της Βιθυνίας.
Στο υπόλοιπο της ζωής της δεν σταμάτησε να επισκέπτεται φυλακισμένους χριστιανούς σε διάφορες πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για να τους εμψυχώνει λίγες ώρες πριν από το μαρτύριό τους. Ο βίος της συνδέεται με τους βίους άλλων Αγίων, όπως με αυτόν της Θεοδότης και των τριών παιδιών της, του πνευματικού της πατέρα Χρυσόγονου, του Ζωίλου αλλά και πλήθους άλλων ομολογητών.
Μαρτύρησε εντέλει στο Σίρμιο της σημερινής Σερβίας. Οι δήμιοί της την είχαν καθηλώσει στο έδαφος, δένοντας τα χέρια και τα πόδια της σε ξύλινους πασσάλους. Δίνοντας φωτιά στο εύφλεκτο υγρό με το οποίο είχαν ποτίσει το πεδίο περίμεναν πως η Αγία θα ολιγοπιστήσει. Όμως εκείνη, έμπλεη Θείου έρωτα, χωρίς να χάσει καθόλου το θάρρος της παρέδωσε το πνεύμα στον Δημιουργό της.
Η μνήμη της δοξάζεται στις 22 Δεκεμβρίου και ο λαός τής έδωσε το προσωνύμιο «Φαρμακολύτρια» επειδή γιατρεύει ψυχικές και σωματικές νόσους. Ως μάρτυρας απεικονίζεται στις εικόνες με πορφυρό μανδύα κρατώντας στο δεξί της χέρι το σταυρό και στο αριστερό μια υδρία (στην οποία ετοίμαζε τα μίγματα από τα φάρμακα).
Από τη σελίδα: “www.pontosnews.gr”