
ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, ΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ;
~Του μακαριστού Αρχιμ. π. Ανανία Κουστένη.
Ἡ ἁγία Ἑλένη πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους τὸ 326 μ.Χ., σταλμένη ἀπὸ τὸν ἅγιο καὶ Μέγα Κωνσταντῖνο, καὶ βρῆκε τὸν Τίμιο Σταυρό, στὶς 6 Μαρτίου.
Καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἔκαμε ἐνέργειες, μὲ τὴ σύμπραξη καὶ τὴν ἔγκριση καὶ τὴ βοήθεια τὴ μεγάλη τοῦ υἱοῦ της, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καὶ ἄρχισε νὰ κτίζεται ὁ ναὸς τῆς Ἀναστάσεως στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὴν Ἱερουσαλήμ. Καὶ σὲ ἐννέα χρόνια ἐτελείωσε.
Ἡ ἁγία Ἑλένη, ἐν τῷ μεταξύ, εἶχε κοιμηθεῖ, ἀλλὰ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ζοῦσε καὶ ἐβασίλευε.
Καὶ στὶς 13 Σεπτεμβρίου, τὸ 335 μ.Χ., ἐννέα χρόνια ἀφότου εὑρέθη ὁ Τίμιος Σταυρός, στὴν ἁγία Σιών, ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια. Ἦταν ἐκεῖ ἀναρίθμητοι ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ καὶ λαὸς κι ὁ βασιλεὺς καὶ ἄρχοντες καὶ συγκλητικοί, ἕνα πλῆθος δυσεξαρίθμητον.
Καὶ τὴ δεύτερη μέρα τῶν ἐγκαινίων, 14 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, ἦταν τόσα τὰ πλήθη, ποὺ ἤθελαν νὰ ἀσπασθοῦν τὸν Τίμιο Σταυρό, ἡ πρώτη μέρα ἔφυγε μὲ τὰ ἐγκαίνια καὶ τὶς διαδικασίες, ἄλλωστε τὰ ἐγκαίνια ἔχουν μεγάλες διαδικασίες καὶ μάλιστα τόσο μεγάλα ἐγκαίνια, τὴ δεύτερη μέρα, λοιπόν, ζήτησε ὁ λαός, ἀφοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ προσκυνήσουν ὅλοι τὸν Τίμιο Σταυρό, νὰ τὸν ὑψώσει ὁ πατριάρχης, ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, καὶ νὰ τὸν δοῦνε, τουλάχιστον.
Τί χάρη ἔχουν τὰ μάτια, ποὺ λέει κι ὁ ἐθνικός μας ποιητής!
Νὰ τὸν δοῦνε τὰ μάτια.
Ν’ ἁγιασθοῦν καὶ τὰ μάτια.
Καὶ ν’ ἁγιασθεῖ καὶ ἡ ψυχή τους καὶ τὸ εἶναι τους.
Καὶ ὄντως ὕψωσε τὸν Σταυρὸ ὁ πατριάρχης τὸν Τίμιο ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ψηλά, τὸν εἶδαν ἐκεῖνα τὰ ἀμέτρητα πλήθη, καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν καὶ νὰ λένε τὸ «Κύριε, ἐλέησον».
Σείστηκε ὁ τόπος. Ἔφθασε μέχρι τὸν οὐρανὸ αὐτὴ ἡ κραυγὴ ἡ μεγάλη, αὐτὸ τὸ «Κύριε, ἐλέησον», αὐτὴ ἡ ψαλμωδία καὶ ἡ ἱκεσία, ἡ δέηση καὶ ἡ δοξολογία.
Καὶ πέρασαν, σιγά–σιγά, οἱ χρόνοι κι οἱ καιροί, ἡ ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων ξεχάστηκε, ἔγινε προεόρτιος τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κι ἔτσι, ἡ πρώτη ἡμέρα μετὰ τὰ ἐγκαίνια, ἡ μεθέορτος, ἔγινε κυρίως ἑορτή.
Καὶ ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία τὴν ὕψωση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔγινε στὰ 335, 14 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου.
Στὰ 614, ὅμως, μ.Χ. ἦλθαν οἱ Πέρσες, οἱ βάρβαροι αὐτοί, στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔκαμαν καταστροφὲς καὶ σφαγὲς καὶ λεηλασίες, καὶ πῆραν, γιὰ νὰ τιμωρήσουν τοὺς χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς προσβάλουν, τὸν Τίμιο Σταυρό, μαζὶ μὲ τὸν πατριάρχη Ζαχαρία καὶ μὲ ἄλλους πολλοὺς αἰχμαλώτους, στὰ βάθη τῆς Περσίας.
Τότε, ὁ μέγας αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Ἡράκλειος, ὁ ὄντως σταυροφόρος, ὁ πρῶτος σταυροφόρος τῆς Ἀνατολῆς, ἐπεχείρησε ἐκστρατεία καὶ πῆγε στὰ βάθη τῆς Περσίας, κι ἐκεῖ ἐνίκησε καὶ συνέτριψε τοὺς Πέρσας, στὴ Νινευί, 12 τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, 627.
Καὶ στὴ συνέχεια γύρισε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὕψωσε στὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας τὸν Τίμιο Σταυρό, καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο 629, 14 Σεπτεμβρίου, ὕψωσε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ πάλι στὸν ναὸ τῆς Ἀναστάσεως, ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε θριαμβευτικά.
Κι οἱ λαοί, τότε, καὶ τὰ ἔθνη καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὅλοι ἐδοξολόγησαν τὸν Κύριο καὶ ἐκραύγασαν τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Καὶ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, 629 μ.Χ., ὁ μέγας Ἡράκλειος ἐξέδωκε διάταγμα καὶ ὅρισε νὰ ἑορτάζεται σ’ ὅλη τὴν αὐτοκρατορία καὶ σ’ ὅλη τὴ χριστιανοσύνη τί;
Ἡ Παγκόσμιος Ὕψωσις τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Σ’ ὅλο τὸν κόσμο, σ’ ὅλη τὴν πλάση, σ’ ὅλη τὴν χριστιανοσύνη, τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὑψώνεται ὁ Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρός, πάνω στὸν ὁποῖον ὑψώθηκε ὁ φιλάνθρωπος Χριστός μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀνυψώσει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.
Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴ χάρη. Ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Ἀπ’ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς. Γι’ αὐτό, λίγο πρὶν πεθάνει ὁ Φιλάνθρωπος τί ἔλεγε; «Κἀγώ, ἐὰν ὑψωθῶ, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν».
-Κι ἐγώ, ἂν σταυρωθῶ καὶ ἀναστηθῶ, θὰ σᾶς ἑλκύσω κοντά μου. -Καὶ μᾶς ἑλκύει κοντά Του. Καθὼς Ἐκεῖνος ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐκάθησεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός, κι ἐκεῖ πρεσβεύει γιὰ μᾶς εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ μᾶς φροντίζει παντοιοτρόπως.
Κι ὅταν κάθε ψυχούλα φεύγει ἀπ’ αὐτὴ τὴν πλάση, ἔρχεται ὁ Ἴδιος, ὅπως ὅρισε στὸ Εὐαγγέλιο, καὶ τί κάνει; Μᾶς παραλαμβάνει. Ὁ ταπεινὸς καὶ πρᾶος Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ μᾶς παραλαμβάνει στὴ βασιλεία Του. Καὶ μᾶς ὑψώνει καὶ μᾶς φέρνει κοντά Του. Κοντά Του. Στὴν αἰώνια πατρίδα. Στὴν αἰώνια ζωή. Στὸν Παράδεισον. Κι αὐτὰ ὅλα εἶναι συγκλονιστικά.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, στὶς 14 τοῦ μηνός, -τὰ συνέπλεξα, 13 καὶ 14, γιατὶ μόνο ἔτσι ἐξηγοῦνται τὰ γεγονότα- ἑορτάζει τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Καὶ εὐλογεῖ τὰ τέσσερα πέρατα τοῦ κόσμου. Ἀνατολὴ καὶ Δύση, Βορρᾶ καὶ Νότο, τὸν τετραπέρατο κόσμο.
Κι ἔτσι γίνεται ὁ «σταυρὸς ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης». Τὸν ὑψώνομε, λοιπόν, κι ἐμεῖς τὸν Τίμιο Σταυρό, κάθε χρόνο, καὶ παίρνομε τὴ χάρη Του καὶ παίρνομε τὴ δύναμή Του καὶ λαμβάνομε τὴν προστασία Του κι ἔχομε χαρὰ μεγάλη.
Καὶ προσπαθοῦμε κι ἐμεῖς, μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴ διόρθωση τοῦ βίου μας, νὰ ἀνυψώνομε τὴ ζωή μας καὶ νὰ γινόμαστε καλύτεροι. Νὰ γινόμαστε τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἔχομε σταυρωμένο βίο καὶ σταυροαναστάσιμη πορεία, ὅπως ὁρίζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Εἶναι σπουδαῖα αὐτὰ καὶ μεγάλα.
«Σταυρὸς ὑψοῦται σήμερον καὶ κόσμος ἁγιάζεται».
Τί μεγάλη ἑορτή!
Τί θρίαμβος καὶ τί χαρά! Καὶ τί προστασία!
Καὶ τί ἀσφάλεια!
Τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστημένο Χριστὸ τὸν τρέμουν οἱ δαίμονες καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σκότους.
Τίποτε ἄλλο δὲν φοβοῦνται, ὅσο τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸν ἐσταυρωμένο χριστιανικὸ βίο.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης (+)
Φθινοπωρινὸ Συναξάρι, Τόμος Α´.
Ἀπολυτίκιον (Ἦχος δ’.)
Ὡς τοῦ ἄνω στερεώματος τὴν εὐπρέπειαν, καὶ τὴν κάτω συναπέδειξας ὡραιότητα, τοῦ ἁγίου σκηνώματος τῆς δόξης σου Κύριε, Κραταίωσον αὐτὸ εἰς αἰώνα αἰῶνος, καὶ πρόσδεξαι ἡμῶν, τὰς ἐν αὐτῷ ἀπαύστως προσαγομένας σοι δεήσεις, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, ἡ πάντων ζωῂ καὶ ἀνάστασις.
Κοντάκιον (Ἦχος δ’. Αὐτόμελον)
Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας, φωταγωγοῦσα τοὺς πιστούς, ἐν ᾧ ἑστῶτες κραυγάζομεν, Τοῦτον τὸν Οἶκον, στερέωσον Κύριε.