
Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΠΟΛΕΩΣ
Κατά τόν Καθηγητή Δημ. Τσάμη, «ὁ ὅρος Νεομάρτυρας χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά κατά τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας, γιά νά ἀντιδιαστείλει τούς Μάρτυρες τῆς περιόδου αὐτῆς πρός τούς Μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων. Σήμερα ὅμως ἀποδίδεται σ’ ὅσους μαρτύρησαν ἐν Χριστῶ ἀπό τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου μέχρι τήν ἐποχή μας» (Δημ. Τσάμη, «Ἁγιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», σελ. 108).
Ὁ πρῶτος βιογράφος τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁριοθετεῖ τήν ἐμφάνισή τους μετά τήν Ἅλωση τῆς ΚΠόλεως (1453).
«Νεομάρτυρες – γράφει ὁ Καθηγητής Χρ. Κρικώνης – ἀπό 200 καί πλέον ἐτῶν, ἐπεκράτησε νά ὀνομάζονται ἐκεῖνοι πού ἀπέθνησκαν ἀπό τά μαρτύρια τῶν Τούρκων, ἐπειδή ὁμολογοῦσαν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί δέν ἐδέχοντο νά ἀλλαξοπιστήσουν» (Χρ. Κρικώνη, «Ὁ Χριστοκεντρικός χαρακτήρας τοῦ μαρτυρίου τῶν Νεομαρτύρων», ΙΒ’ Συνέδριο Πατερικῆς Θεολογίας 1993, βλ. Πρακτικά, σελ. 69).
Ὅμως, «πρέπει νά σημειώσουμε – γράφει ὁ Καθηγητής Π. Β. Πάσχος – ὅτι ὁ περιορισμός τῶν Νεομαρτύρων στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας κρίνεται ὁλοένα καί πιό ἀκατάλληλος καί λιγότερο ὀρθός, μιά πού ἀδικεῖ τούς Μάρτυρες τῶν ἀμέσως προηγουμένων αἰώνων (ιβ’ – ιδ’), οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν γιά τούς ἴδιους λόγους καί ὑπό τόν αὐτό διώκτη, κατακτητή καί δήμιο. Γιά ἱστορικούς καί καθαρά ἐπιστημονικούς λόγους, στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πρέπει νά θεωροῦνται ὡς Νεομάρτυρες ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Χριστιανοί πού – στά ὑστεροβυζαντινά καί μεταβυζαντινά χρόνια – βασανίστηκαν γιά νά ἐξωμώσουν κι ἀφοῦ ὑπέστησαν τά πάνδεινα ἀπό τούς βαρβάρους Μουσουλμάνους, ὁμολόγησαν τήν καλήν ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί προτίμησαν τόν αἱμάτινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου» (Π. Β. Πάσχου, «Ἅγιοι, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ – Εἰσαγωγή στήν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», σελ. 109 – 110).
Τό ἴδιο τονίζει καί ὁ Καθηγητής Χρ. Κρικώνης. «Ἐπειδή μαρτύρια καί ἐξισλαμισμοί – γράφει – εἶχαν παρατηρηθῆ ἀπό τοῦ 12ου καί 13ου αἰ. καί εἶχαν τόν αὐτόν φορέα, δηλαδή τόν Τοῦρκο κατακτητή καί τά αὐτά αἴτια, ἤτοι τόν θρησκευτικό φανατισμό, τήν μισαλλοδοξία, τόν σωβινισμό καί τήν ἀπληστία τῶν Τούρκων, γι’ αὐτό στόν Ἑλληνορθόδοξο χῶρο Νεομάρτυρα εἶναι ὀρθότερα νά ὀνομάζομε κάθε ὁμολογητή τῆς πίστεως εἰς τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο ἀπό τούς Τούρκους, ὄχι μόνο κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἀπό τῆς Ἁλώσεως τῆς ΚΠόλεως τοῦ 1453, ἀλλά ἀπό τόν 12ο αἰ. καί ἐντεῦθεν» (Χρ. Κρικώνη αὐτ. σελ. 69).
Στούς Νεομάρτυρες αὐτούς, τούς πρίν τήν Ἅλωση τῆς ΚΠόλεως, περιλαμβάνονται μεταξύ ἄλλων οἱ Νεομάρτυρες Ἰωάννης τῆς Σουτσεάβας Μολδαβίας (+ 1292), Παρθένα ἡ Ἐδεσσαία (+ 1375), Γεώργιος τῆς Σόφιας (+ 1437, ὁ ἐπιλεγόμενος «Παλαιός») καί σέ παλαιότερη ἐποχή οἱ Νεομάρτυρες Ἀρτσίλ Β’ Βασιλεύς τῆς Γεωργίας (+ 744), Ἠλίας τῆς Δαμασκοῦ (+ 779), Χριστόφορος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Σάββα Ἱεροσολύ-μων (+ 797) καί Ἄβδ – Ἄλ – Μασίχ τοῦ Σινᾶ (8ος αἰ.).
~Ὁμάδες Νεομαρτύρων
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες μποροῦν νά διακριθοῦν σέ τέσσερεις βασικές ὁμάδες:
Στήν πρώτη ἀνήκουν οἱ Μουσουλμάνοι πού δέχθηκαν τόν Χριστιανισμό καί σύμφωνα μέ τόν Ἰσλαμικό νόμο θανατώθηκαν (λ. χ. οἱ 23 Ὀθωμανοί πού ἐκχριστιανίσθηκαν στά Θυάτειρα καί θανατώθηκαν τό 1682 στήν ΚΠολη καί οἱ Νεομάρτυρες Ἰωάννης ἀπό τήν Κόνιτσα, Ἀχμέτ ὁ Κάλφας καί Κωνσταντίνος ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν).
Στή δεύτερη περιλαμβάνονται ὅσοι θανατώθηκαν μέ ἀφορμή κάποια πολιτική – ἀπελευθερωτική ἐξέγερση – ἐπανάσταση (π.χ. ὁ Ἱερομάρτυρας Σεραφείμ ἀρχιεπ. Φαναρίου πού μαρτύρησε κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ Μητροπ. Λαρίσης Διονυσίου Φιλοσόφου καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Ε’ Πατριάρχης ΚΠόλεως κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821).
Στήν τρίτη περιλαμβάνονται οἱ λεγόμενοι αὐτόκλητοι Μάρτυρες, αὐτοί δηλαδή πού φλεγόμενοι ἀπό τόν πόθο τοῦ ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρίου, προκάλεσαν τούς Ὀθωμανούς καί τήν πίστι τους καί γι’ αὐτό θανατώθηκαν.
Στήν τέταρτη, τέλος, ὁμάδα περιλαμβάνονται Νεομάρτυρες πού προηγουμένως, γιά διαφόρους λόγους, εἶχαν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί προέκριναν τήν δημόσια μαρτυρία – ὁμολογία τῆς Χριστιανικῆς πίστεως γιά τήν ἀποκαταστασή τους, μέ ἀποτέλεσμα τόν θάνατό τους.
~Ἡ τιμή τῶν Νεομαρτύρων
«Οἱ Νεομάρτυρες – γράφει ὁ π. Γ. Μεταλληνός – ἦταν μόνιμο στήριγμα τῶν ὑποδούλων, κυρίως μετά τό μαρτύριό τους. Γιατί ἀναγνωρίζονταν ἀμέσως ὡς Ἅγιοι καί πρίν ἀπό τήν ἐπίσημη ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἀνακήρυξή τους» (π. Γ. Μεταλληνοῦ, «Τουρκοκρατία – Οἱ Ἕλληνες στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία», σελ. 101).
Ὁ λόγιος Μανουήλ Γεδεών, ἀναφερόμενος στούς Νεομάρτυρες γράφει: «Οἱ τῶν κάτω χρόνων (μετά τήν Ἅλωσιν) Ἕλληνες, αὐτόπται γενόμενοι τῆς ὑπέρ Χριστοῦ ἀθλήσεως Ὀρθοδόξου τινός – Ἕλληνος ἤ Βουλγάρου ἤ Τούρκου, ἀνδρός ἤ γυναικός – κατέταττον αὐτόν εἰς τό Ἑορτολόγιον, γεραίροντας τήν ἄθλησιν ἐν ὠδαῖς ἱεραῖς καί ὕμνοις καί ποτέ καί ναόν εἰς αὐτόν ἐγείροντες» (Μ. Γεδεών, «Ἁγιοποιήσεις…», σελ. 70).
Ὅμως ἡ τιμή τῶν Νεομαρτύρων ὡς Ἁγίων συνάντησε καί ἀντιδράσεις. Σέ κάποιες περιπτώσεις οἱ πρώην ἀρνησίθρησκοι καί οἱ αὐτόκλητοι ἀντιμετωπίσθηκαν «μέ πολύ σκεπτικισμό ἤ μέ ἐπιτιμητική εἰρωνία» (Δημ. Τσάμης). «Μερικοί δέν τούς θεωροῦσαν Μάρτυρες – γράφει ὁ Π. Β. Πάσχος – ἐπειδή προηγουμένως εἶχαν ἀλλαξοπιστήσει».
Ὅμως παρά τίς ὅποιες ἀντιδράσεις ἡ Ἐκκλησία θεωροῦσε τούς Νεομάρτυρες Ἁγίους Της καί σάν Ἁγίους τούς τιμοῦσε. Οἱ Ἅγιοι Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί Ἀθανάσιος ὁ Πάριος στά ἔργα τους ἐκφράζουν αὐτή τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος μάλιστα ἔγραψε καί εἰδική πραγματεία στήν ὁποία ὑποστηρίζει, «ὅτι οἱ νέοι Μάρτυρες εἰσιν Ἅγιοι καί πρέπει νά τιμῶνται ὡς τοιοῦτοι ἄνευ κανονικῆς διαγνώσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας».
«Ἡ θέση αὐτή – συνεχίζει ὁ π. Γ. Μεταλληνός – πού βρίσκει ἔρεισμα στήν Ὀρθόδοξη παράδοση, διευκόλυνε καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, πού δέν μποροῦσε πάντα νά προχωρεῖ στήν ἐπίσημη ἀναγνώριση τῶν Νεομαρτύρων, χωρίς νά προκαλεῖ τήν Πύλη» (π. Γ. Μεταλληνοῦ αὐτ. σελ. 101).
Ὁ Ὀνούφριος Ἰβηρίτης, βιογράφος τῶν τεσσάρων Ὁσιομαρτύρων τῆς Ἰβηριτικῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, γράφει ἀναφερόμενος στίς ἀντιδράσεις αὐτές: «Ἡ Ἐκκλησία ὅμως τοῦ Χριστοῦ ἀνέκαθεν ἀπό αὐτήν τήν ἀρχαιότητά Της, ἐδέχθη καί δέχεται πάντας τούς δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν ἀρνηθέντας τήν εἰς Χριστόν πίστιν, εἶτα μετανοήσαντας καί ὁμολογήσαντας αὐτήν ἐνώπιον τυράννων καί ἀποθανόντας ὑπέρ αὐτῆς, ὡς Μάρτυρας τιμῶσα αὐτούς καί μέ ἐτησίους ἑορτάς δοξάζουσα καί μέ ἐπινικίους ὕμνους γεραίρουσα αὐτούς» (μ. Ὀνουφρίου Ἰβηρίτου, «Ἀκολουθία καί μαρτύρια τῶν ἁγίων ἐνδόξων τεσσάρων νέων Ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου, Ἰγνατίου, Ἀκακίου καί Ὀνουφρίου…», 1862, σελ.
Στίς ἀντιδράσεις αὐτές, μεταγενέστερη χρονικά, θά μποροῦσε νά ἐνταχθεῖ καί ἡ θέση τοῦ Μανουήλ Γεδεών (παρά τά προηγουμένως γραφέντα ἀπό τόν ἴδιο), ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται σέ «δῆθεν μαρτυρήσαντες», «μοναχικό φανατισμό» καί «παράφρονες νέους» (Μ. Γεδεών αὐτ. σελ. 27, 38 καί 125). Σχετικά μέ τίς θέσεις αὐτές τοῦ Μ. Γεδεών ὁ Καθηγητής Π. Β. Πάσχος σημειώνει, ὅτι «ἡ ἀνάπτυξη τῆς Νεομαρτυρικῆς φιλολογίας…ἴσως φέρει στήν ἐπιφάνεια καί ἄλλες ἀνεξερεύνητες πηγές, ἰδίως ἀπό τίς βιβλιοθήκες τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους… καί θά βοηθήσει νά ἐξαλειφθοῦν ὁριστικά οἱ κάποιες ἐπιφυλάξεις ὡς πρός τήν ἀξία καί τήν σκοπιμότητα τῶν Νεομαρτύρων, ἰδίως στήν πνευματική περιοχή τοῦ Ἄθω» (Π. Β. Πάσχου αὐτ. σελ. 116).
~Σημασία τῆς θυσίας τῶν Νεομαρτύρων.
Ἡ θυσία τῶν Νεομαρτύρων (καί Μαρτύρων γενικά), ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν ἱεραποστολή τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς ἐκτός Αὐτῆς, ἀλλά καί μέ τήν ποιμαντική Της πρός τά μέλη Της. «Ἡνίκα ἄν τις τῶν Ἁγίων ἐπί μαρτύριον κληθῆ – γράφει ὁ Ἱππόλυτος – καί μεγαλεῖα τινα ὑπό Θεοῦ εἰς αὐτόν γεννηθῆ, εὐθέως πάντες ἰδόντες θαυμάζουσιν…, πολλοί δέ δι’ αὐτῶν πιστεύσαντες, ὡσαύτως καί αὐτοί Μάρτυρες Θεοῦ γίνονται» (ΒΕΠΕΣ 6, 55).
Τό ἴδιο βεβαιώνει καί ὁ ἅγ. Ἰουστῖνος. «Κεφαλοτομούμενοι καί σταυρούμενοι καί θηρίοις παραβαλλόμενοι καί δεσμοῖς καί πυρί καί πάσαις ταῖς ἄλλαις βασάνοις, ὅτι οὐκ ἀφιστάμεθα τῆς ὁμολογίας δῆλον ἐστιν. Ἀλλ’ ὥσπερ ἄν τοιαῦτά τινα γίνηται, τοσούτῳ μᾶλλον ἄλλοι πλείονες πιστοί καί θεοσεβεῖς διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ γίνονται» (Διάλογος 110, PG 6, 729 C).
Ἀκόμη, τό αἷμα τῶν Μαρτύρων θεωρεῖ ὁ Τερτυλλιανός σάν αἰτία τῆς καρποφορίας τῆς Ἐκκλησίας (Epist. 3, Apol. 50).
Ἡ θυσία τῶν Νεομαρτύρων ἔχει ἄμεση σχέση καί μέ τό θέμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ τῶν Χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. «Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Μ. Ἀσίας – γράφει ὁ Κ. Ἄμαντος – βαθμηδόν ἐχάθη, εξισλαμίσθη, πλήν ὀλίγων τμημάτων…Ὁ ἐξισλαμισμός ἔγινε βαθμηδόν, δέν ἔγινε ταχέως. Περί πολλῶν περιφερειῶν ἔχομεν πληροφορίας ὅτι ἦσαν Χριστιανικαί, καθ’ ὡρισμένην ἐποχήν καί ἔπειτα βαθμηδόν ἔγιναν Μουσουλμανικαί» (Κ. Ἀμάντου, «Σχέσεις Ἑλλήνων καί Τούρκων», Α’ 1955, σελ. 191).
«Ὁ Χριστιανός πού γινόταν Μωαμεθανός – γράφει ὁ Καθηγητής Δημ. Τσάμης – ἀποκτοῦσε αὐτόματα ὁρισμένα σπουδαῖα προνόμια, π.χ. ἀπαλλαγή ἀπό φορολογίες, προώθηση στά ἀνώτατα ἀξιώματα, ἀξιόλογα οἰκονομικά ὠφέλη, ἀθώωση ἀπό Τουρκικά δικαστήρια γιά ὁποιαδήποτε κατηγορία βαρυνόταν πρίν ἀλλαξοπιστήσει, κοινωνική ἀναγνώριση, κ. ἄ.» (Δημ. Τσάμη αὐτ. σελ. 111).
Κατόπιν τούτου, «τό μόνο τεῖχος καί ἡ μόνη δύναμη, πού μποροῦσε νά σταματήσει τό ἀκατάσχετο κῦμα τοῦ ἀφελληνισμοῦ καί τοῦ ἐξισλαμισμοῦ, ἦταν οἱ Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τό ἡρωϊκό πρότυπο γιά ὅλους τούς Ἑλληνοθοδόξους: Νά μήν ὑποκύπτουν καί νά μήν ἐξωμοτοῦν, ὅταν ὑφίστανται πιέσεις καί μαρτύρια» (Π. Β. Πάσχου αὐτ. σελ. 111).
«Στήν ἀντίσταση τοῦ Γένους – γράφει ὁ π. Γ. Μεταλληνός – περιλαμβάνονται καί οἱ Νεομάρτυρες. Αὐτοί προέβαλλαν τήν συνεπέστερη γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἀποτελεσματικότερη ἀντίσταση στόν κατακτητή, χωρίς μάλιστα θυσίες ἄλλων, παρά μόνο τοῦ ἑαυτοῦ τους. Οἱ Μάρτυρες τοῦ ὑπόδουλου Γένους ξαναζωντάνευσαν μέσα στή δουλεία τήν ἀρχαία Χριστιανική παράδοση τοῦ μαρτυρίου… Εἶναι οἱ συνεχιστές τῆς παράδοσης τῶν ἀρχαίων Μαρτύρων. Ἡ ὁμολογία τους ἀποσκοποῦσε στήν ἀπόρριψη τοῦ κατακτητή καί τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπεροχῆς τῆς δικῆς τους πίστεως» (π. Γ. Μεταλληνοῦ αὐτ. σελ. 99 – 100).
«Θά μποροῦσε κανείς νά ἱσχυριστεῖ μέ βεβαιότητα – γράφει ὁ Δημ. Τσάμης – ὅτι ἕνας ἀπό τούς πιο βασικούς λόγους τῆς προετοιμασίας τῶν Νεομαρτύρων ἀπό τούς πνευματικούς τους, γιά νά προσέλθουν θεληματικά καί ὑπομείνουν μέ γενναιότητα τό μαρτύριο, ἦταν νά τονωθοῦν τά θρησκευτικά αἰσθήματα τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί νά ἐνισχυθεῖ ἡ ἐμμονή του στήν Ὀρθοδοξία. Ἀναμφίβολα τό πιό ἐντυπωσιακό καί ἀποτελεσματικό ὅπλο πού διέθετε ἡ Ἐκκλησία, γιά νά ἀντικρούσει καί πολεμίσει τόν κίνδυνο ἀπό τόν ἐξισλαμισμό, ἦταν τό μαρτύριο τῶν πιστῶν παιδιῶν Της» (Δημ. Τσάμη αὐτ. σελ. 119).
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες ἐμφανίζονται σέ μία περίοδο κατά τήν ὁποία, «ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔλειψεν – κατά τόν ἅγ. Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη – ἡ πίστις ἠσθένησεν, ἡ ελπίς ὁλιγόστευσε, ἡ ἀρετή ἐξέλιπε καί ἡ κακία ἐπερίσσευσεν, ὁ νόμος ἠπράκτησε καί τό Εὐαγγέλιον ἔμεινεν ἀργόν, ἡ ἀνομία ἐπληθύνθη, ἡ δέ ἀγάπη ἐψύγη, κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, «διά τό πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν, ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. 24, 12). (Ἁγ. Νκοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, «Λόγος ἐγκωμιαστικός εἰς τούς Ἁγίους Νεομάρτυρας τούς μετά τήν Ἅλωσιν τῆς ΚΠόλεως μαρτυρήσαντας»).
Ὁ ἴδιος Ἱερός Πατέρας χαρακτηρίζει τούς Νεομάρτυρες, «ἀνακαινισμόν ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, δόξα μέν καί καύχημα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγχον δέ καί καταισχύνην τῶν ἑτεροδόξων, παράδειγμα ὑπομονῆς εἰς ὅλους τούς Ὀρθοδόξους καί παρακίνησιν εἰς τό νά μιμηθοῦν διά τοῦ ἔργου τό μαρτυρικόν τους τέλος ὅλοι οἱ Χριστιανοί, οἱ κατά περίστασιν εἰς τό μαρτύριον ἀναγκαζόμενοι» (ἁγ. Νικοδήμου αὐτ.).
«Εἶναι ἕνα θαῦμα παρόμοιον – συνεχίζει – ὡσάν νά βλέπη τις εἰς τήν καρδίαν τοῦ χειμῶνος ἐαρινά ἄνθη καί τριαντάφυλλα, μέσα εἰς τήν βαθυτάτην νύκτα ἡμέραν καί ἥλιον, μέσα εἰς τό ψηλαφητόν σκότος φῶτα λαμπρότατα, ἐν τῶ καιρῶ τῆς αἰχμαλωσίας νά βλέπει ἐλευθερίαν καί ἐν τῶ καιρῶ τῆς τωρινῆς ἀσθενείας ὑπεφυσικήν δύναμιν» (ἁγ. Νικοδήμου αὐτ.).
~Ἀριθμός τῶν Νεομαρτύρων
Ὁ Καθηγητής Δημ. Τσάμης δέχεται, ὅτι «ὁ ἀριθμός τῶν Νεομαρτύρων παραμένει ἀπροσδιόριστος καί πρέπει νά εἶναι πολύ μεγάλος… Δέν γνωρίζουμε ἀκριβῶς τόν ἀριθμό τῶν Νεομαρτύρων καί αὐτό ὀφείλεται στίς ἰδιάζουσες συνθῆκες τρομοκρατίας πού ἐπικρατοῦσαν τότε, στήν ἔλλεψη ἐλέυθερης ἐπικοινωνίας καί στόν δισταγμό τῆς Ἐκκλησίας νά ἀνακηρύξει ἐπίσημα τούς Νεομάρτυρες ὡς Ἁγίους, γιά νά μήν ἐρεθίσει τούς Τούρκους» (Δημ. Τσάμη αὐτ. σελ. 108 – 109).
Ὁ λόγιος Καισάριος Δαπόντες σημειώνει, ὅτι «εἶναι ὑπέρ τούς χιλίους καί περισσότεροι» (Καισαρίου Δαπόντε, «Κατάλογος ἱστορικός… (1700 – 1784)», ἔκδοση Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη τ. 3, 1872, σελ. 134).
Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος γράφει, ὅτι «οὐκ ἔστι πόλις καί τόπος ὅπου τόν Ὀρθοδόξων ἡμῶν οὐ προχέονται ὑπέρ τῆς εὐσεβείας τά αἵματα» (ἀρχιεπ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, «Οἱ Νεομάρτυρες», σελ. 16).
Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης – ἀφοῦ ἀριθμεῖ τούς μέχρι τήν ἐποχή του Νεομάρτυρες – γράφει, ὅτι «οὗτοι μερίς βραχεῖά ἐστι τοῦ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων παρ’ ἡμῖν» (Εὐγ. Βουλγάρεως, «Ἐπιστολή πρός Πέτρον τόν Κλαίρκιον…», σελ. 31).
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό «Νέον Μαρτυρολόγιον» ἀριθμεῖ 94 Νεομάρτυρες, ὁ ἱστορικός Κων. Σάθας στόν «Κατάλογο τῶν ἀπό τῆς Ἁλώσεως τῆς ΚΠόλεως μέχρι τοῦ 1811 ἔτους ὑπέρ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως μαρτυρησάντων» ἀριθμεῖ 101 (παραδεχόμενος, ὅτι ὁ κατάλογός του δέν εἶναι πλήρης), ὁ ἀρχιεπ. Χρυσ. Παπαδόπουλος 126 καί ὁ Ἰω. Περαντώνης στό «Λεξικόν Νεομαρτύρων» 162.
Ὁ κατάλογος τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων ἔχει αὐξηθεῖ ἀπό νεώτερες μελέτες καί δημοσιεύσεις (ὅπως τοῦ μ. Μωϋσέως Ἁγιορείτου στούς «Ἁγίους τοῦ Ἁγίου Ὄρους» καί τοῦ Ἱερομ. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου στό «Νέο Συναξαριστή»).
Μόνο στή Θεσσαλονίκη κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 μαρτύρησαν 164 Νεομάρτυρες (Ἰω. Μαμαλάκη, «Δοσιθέου Κωνσταμονίτου, Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν Ἱερομαρτύρων καί Ὁσιομαρτύρων», Περιοδικό Γρηγόριος Παλαμᾶς 46/1963, σελ. 332 ἑ.)
Στόν κατάλογο πού δημοσιεύεται στή συνέχεια δέν περιλαμβάνονται οἱ Νεομάρτυρες τοῦ ἀθεϊστικοῦ διωγμοῦ στήν τέως Σοβιετική Ἕνωση (1917 – 1989), οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ μετριοπαθεῖς ὑπολογισμούς ἀνέρχονται στά 20.000.000! καθώς καί οἱ Νεομάρτυρες τῆς γενοκτονίας τῶν Ὀρθοδόξων Σέρβων ἀπό τούς Παπικούς Κροάτες, πρίν καί κατά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται στίς 800.000! (Γιά τούς Ρώσους Νεομάρτυρες βλ. σχετική δημοσίευση στό ἡμέτερο «Ρωσικό Ἁγιολόγιο», σελ. 95 – 103).
{ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ “Αρχονταρίκι”]