Στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας ο Αγιορείτης γέροντας Πετρώνιος Προδρομίτης

Στην αναγραφή του Αγιορείτη γέροντα Πετρώνιου, Δικαίου της Ιεράς Σκήτης Τιμίου Προδόμου, της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας προέβη κατά την τελευταία συνεδρίασή της (τήν 30ήν καί τήν 31ην Αὐγούστου 2025) η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η μνήμη του Οσίου Πετρωνίου ορίστηκε να τιμάται στις 24 Φεβρουαρίου εκάστου έτους.

Γράφει ο μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης:

Στήν προσπάθειά μου νά γνωρίσω καλλίτερα τήν προσωπικότητα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Πετρωνίου καί τήν προέλευσί του, κάποια ἡμέρα μοῦ ἔδωσε ἀρκετά στοιχεῖα γιά τήν οἰκογένειά του καί τήν παιδική του ἀνατροφή. Ἰδού τί ἔγραψε ὁ ἴδιος:

«Γεννήθηκα τήν 23ην Μαΐου τοῦ 1916 στό χωριό Φαρκάσα τοῦ νομοῦ Νεάμτς τῆς Ρουμανίας ἀπό πτωχή καί εὐσεβῆ οἰκογένεια. Ἤμουν τό προτελευταῖο ἀπό τά ἐννέα παιδιά. Οἱ γονεῖς μας Ἰωάννης καί Ὀλυμπία, ἁπλοϊκοί καί εὐλαβέστατοι χριστιανοί, θυσιάσθηκαν κυριολεκτικά γιά τά παιδιά τους. Τό τελευταῖο ὁ Δημήτριος, ἔφυγε γιά τήν αἰωνιότητα σέ μικρή ἡλικία, πρᾶγμα τό ὁποῖο προκάλεσε, ἰδιαίτερα στήν μητέρα μου, ἀβάσταχτο πόνο.

Δέν ἦταν γραμματισμένοι ἄνθρωποι. Εἶχαν ὅμως ἕνα ἄμετρο ζῆλο γιά τίς ἑορτές καί τίς ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας, στίς ὁποῖες συμμετεῖχαν ἀνελλειπῶς. Βασική τους φροντίδα, ἐκτός ἀπό τήν βιολογική καί χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους, ἦταν ἡ ἄσκησις τῆς ἐλεημοσύνης σέ καθημερινή βάσι. Καλοῦσαν τούς ξένους τοῦ χωριοῦ στό σπίτι μας, τούς φιλοξενοῦσαν καί τούς ἀνέπαυαν. Ποτέ δέν ἀνεχώρησε ξένος ἀπό τό σπίτι μας, μέ ἀδειανά χέρια. Ὁ πατέρας μου, ἐνίοτε ἐμάλωνε τήν μητέρα μου, διότι εἶχε πάντοτε τά χέρια της ἀνοικτά. Κάθε Σάββατο πρωΐ ἔδινε ἐλεημοσύνη γιά τήν ἀνάπαυσι τῶν κοιμηθέντων. Μετέφερε στήν ἐκκλησία μία λεκάνη γάλα ἤ μαγειρευμένο φαγητό μέ νερό καί τό ἐμοίραζε στούς ἄλλους χριστιανούς. Ἰδιαίτερα ἐφρόντιζε γιά τούς γείτονές της νά ἔχουν ὅ,τι ἐχρειάζοντο γιά τήν ζωή τους.

Μετά τήν ἀκολουθία τοῦ Σαββάτου, ἀσχολεῖτο μέ τό πλύσιμο τῶν ρούχων μας καί τό ἀπόγευμα μαγείρευε τό αὐριανό φαγητό, διότι οὐδέποτε μαγείρευε τήν Κυριακή. Ἀφ᾿ ὅτου κτυποῦσε ἡ καμπάνα γιά τόν ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου, σταματοῦσαν ἀμέσως ὅλες οἱ δουλειές μας, γεωργικές καί σχολικές ἀπασχολήσεις.

Τήν Κυριακή τό πρωΐ φορούσαμε ὅλοι μας τά καθαρά μας ροῦχα καί ἐπηγαίναμε στήν ἐκκλησία. Ὁ πατέρας μας, σηκωνόταν ἐνωρίτερα τό πρωΐ. Ἔκανε μόνος του τήν προσευχή του, ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς πρός τιμήν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί μετά ἐδιάβαζε τίς ἀποστολικές καί εὐαγγελικές περικοπές τῆς Κυριακῆς. Ὅταν ἀναχωρούσαμε γιά τήν ἐκκλησία ζητούσαμε μεταξύ μας συγχώρησι. Ἔλεγαν οἱ μέν στούς δέ: «Συγχωρέστε με» καί «ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρέση». Αὐτό συνέβαινε ὄχι μόνο ἀνάμεσα στά μέλη τῆς οἰκογενείας μας μας, ἀλλά καί πρός τούς γείτονες.

Τίς νηστεῖες Δευτέρας, Τετάρτης καί Παρασκευῆς τίς κρατοῦσαν οἱ γονεῖς μου μέ πολλή εὐλάβεια καί ἀκρίβεια. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦταν ἕνα σημαντικό γεγονός γιά τήν χριστιανική ζωή ὅλης τῆς οἰκογενείας μας. Γιά τήν περίοδο αὐτή κρατούσουμε ξεχωριστά πιάτα, λεκάνες καί κουτάλια. Οἱ μεγάλες ἑορτές Πάσχα καί Χριστούγεννα διαρκοῦσαν πολλές ἡμέρες στά χωριά μας.

Ἡ μητέρα μου, ἦταν μία ἀνεπανάληπτη νοικοκυρά. Αὐτή ἔραβε, ὕφαινε στόν ἀργαλειό καί ἔπλεκε. Μᾶς ἔκανε ἡ ἴδια ὅλα τά ἐνδύματά μας: ὑποκάμισα, παλτά, γελέκια καί ζακέττες. Ἀκόμη ὕφαινε κουβέρτες καί βελέντζες γιά τά κρεββάτια μας.

Μᾶς ἐδίδαξαν νά ἔχουμε φόβο πρός τόν Θεό, ἀγάπη στήν Ἐκκλησία, σεβασμό καί τιμή πρός τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ μητέρα μας, ἄν καμμιά φορά εἴμασταν ζωηροί καί ἀπείθαρχοι καί τῆς χαλούσαμε τήν ἁρμονία τοῦ «κοινοβίου» της, δέν ἐλυπόταν νά μᾶς δέρνει. Ἄλλωτε μᾶς ἀνέφερε παραδείγματα ἁγίων καί ὅ,τι ἄκουγε στήν ἐκκλησία ἀπό τόν ἱερέα.

Ὅλα αὐτά καί ἡ τάξις πού ἐπήραμε ἔγιναν μιά καλή συνήθεια γιά ὅλα τά παιδιά τῆς οἰκογενείας μας. Ἔκτοτε, τά μεγαλύτερα παιδιά παρακινοῦσαν τά μικρότερα γιά τήν ἐφαρμογή τῶν χριστιανικῶν μας καθηκόντων καί τόν ἀλληλοσεβασμό μεταξύ μας. Ἄσχημα λόγια καί ἀνάρμοστες συμπεριφορές ἦταν ἄγνωστα στήν οἰκογένειά μας. Τά βράδυα, πρίν κοιμηθοῦμε, μᾶς ἐρωτοῦσε ἡ μητέρα μου, πῶς περάσαμε τό διάστημα τῆς ἡμέρας. Γιά κάθε ἀτόπημά μας εἴχαμε καί κάποιον κανόνα…

Τήν Μεγάλη Πέμπτη κάθε χρονιᾶς ἡ μητέρα μου ἔφευγε τό πρωΐ καί ἐπέστρεφε σπίτι μας τό ἀπόγευμα. Κάποτε τήν ἐρώτησα πού εἶχε πάει καί μοῦ ἀπήντησε: «Παιδί μου Πέτρο (τό βαπτιστικό μου ὄνομα), σήμερα εἶναι ἡ ἀνάμνησις τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί ὁ Ἱερός Νιπτήρας. Ὁ Χριστός ταπεινώθηκε καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του. Ἐγώ δέν πρέπει νά κάνω κάτι γι᾿ Αὐτόν; Ἔκαμα κάτι παρόμοιο. Ἐπισκέφθηκα ἀσθενεῖς τοῦ χωριοῦ μας καί τούς ἔπλυνα τά πόδια, ἀφοῦ αὐτοί εἶναι ἄρρωστοι στό κρεββάτι καί χωρίς ἀνθρώπους δικούς τους νά τούς βοηθήσουν! Μετά τούς ἐφόρεσα καινούργιες κάλτσες καί ἦλθα χαρούμενη στό σπίτι μας».
Τήν Μεγάλη Παρασκευή ἡ μητέρα μου ἦταν ὅλη τήν ἡμέρα μέ τά μάτια της βουρκωμένα. Μοῦ ἔλεγε: «Πόσα ὑπέφερε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γιά ἐμᾶς! Μοῦ ἔρχεται νά κλαίω καί νά στενάζω ἀπό πόνο…».

Τό Μέγα Σάββατο, ὅταν ἐμεῖς θαυμάζαμε τά τσουρέκια καί τά κουλούρια πού μᾶς παρεσκεύαζε γιά τό Πάσχα, ἐκείνη μᾶς ἔλεγε: «Τά ἔφτιαξα τόσο ὡραῖα ὄχι γιά νά τά εὐχαριστηθῆτε τρώγοντάς τα, διότι δέν μοῦ ἔρχεται ἐμένα οὔτε νά τά ἀγγίξω, ἀλλά τά ἔκανα τόσο ὡραῖα γιά τήν δόξα τοῦ Κυρίου μας, πού αὔριο ἀνασταίνεται».

Ὅταν ἔφθασε σέ γεροντική ἡλικία, ἔπασχε ἀπό ἀσθένειες, ἀλλά οὐδέποτε ἀπουσίαζε ἀπό τήν ἐκκλησία. Διατηροῦσαν μία συνήθεια οἱ νεώτεροι νά ἀσπάζωνται τό χέρι τῶν γερόντων καί τῶν χηρῶν καί νά τούς βάζουν στό χέρι χρήματα. Μία ἡμέρα, συνεχίζει τήν ἐξιστόρησι γιά τήν ζωή τῆς μητέρας του ὁ μακαριστός Γέροντας, ἦλθε ἡ μάννα μου καί μ᾿ ἐρώτησε, ἄν κάνη καλά πού παίρνει χρήματα ἀπό τούς νεωτέρους. Δέν τῆς ἀπήντησα, ὁπότε συνέχισε ἡ ἴδια: «Ποτέ δέν ξοδεύω αὐτά τά χρήματα γιά τόν ἑαυτόν μου ἤ γιά τά ἔξοδα τοῦ σπιτιοῦ μας. Ἀγοράζω κεριά καί τά ἀνάβω μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Καί σπίτι μας κάνω μόνη μου γιά κάθε φράγκο πού μοῦ δίνουν κι ἀπό δέκα μετάνοιες γιά τήν ὑγεία καί τήν σωτηρία αὐτῶν πού μοῦ τά δίνουν».

Μιά ἄλλη φορά ἐρώτησα νά μάθω τί ξέρει ἡ μητέρα μου ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μοῦ ἔλεγε τότε ἀπό στήθους τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό Ὄνειρο τῆς Παναγίας, τήν Ἐπιστολή τοῦ Ἰησοῦ, ὁλόκληρα κείμενα ἀπό τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο καί τούς Ψαλμούς. Ἐγνώριζε πολλές προσευχές, τροπάρια, στιχηρά τῶν ἑορτῶν, τά ὁποῖα ἐμάθαινε, ὅταν τά ἄκουγε στήν ἐκκλησία. Ἐγώ τήν ἐθαύμαζα γι᾿ αὐτά πού ἄκουγα, διότι ἐνόμιζα ὅτι δέν ἤξερε σχεδόν τίποτε. Ὅμως τά κρατοῦσε ὅλα μέσα της μέ πολλή ταπείνωσι, εὐλάβεια καί ἀφοσίωσι στόν Χριστό.

Πολλές φορές τήν ἡμέρα τήν ἐβλέπαμε νά γονατίζει μπροστά στίς εἰκόνες. Ἔλεγε γρήγορα τίς προσευχές της πού ἤθελε, ἔβαζε μερικές μετάνοιες καί πάλι ἔτρεχε γιά τίς δουλειές της, ἔξω ἀπό τό σπίτι. Τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἐπίκλησι τῆς Κυρίας Θεοετόκου τά ἔλεγε μέ πολλή θερμότητα καί ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Γιά τόν θάνατό της ἦταν προετοιμασμένη ἀπό καιρό. Τό φόρεμά της γιά τόν τάφο της, τό λευκό σεντόνι γιά τό φέρετρό της κι ἕνα μάτσο κεριά τά κρατοῦσε μέσα στό μπαοῦλο της.

Λίγες ἡμέρες πρίν πεθάνη κάλεσε τήν ἀδελφή μου Γλυκερία καί τῆς εἶπε: «Κάλεσε τόν π. Ἰωάννη νά μέ ἐξομολογήση καί νά μέ κοινωνήση». Ἐνήστευσε τρεῖς ἡμέρες, ἐξωμολογήθηκε καί κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τό Σάββατο, 1ην Ἰουλίου 1967, πλύθηκε, ἄλλαξε κατά τήν συνήθειά της, χτενίσθηκε καί εἶπε στήν Γλυκερία:

-Πάρε τό σεντόνι καί σκέπασέ με, διότι, νά, ἔρχονται στόν δρόμο τρεῖς γυναῖκες ντυμένες στά λευκά.

-Ποῦ εἶναι, μαμά; Δέν τίς βλέπω. Καί ἐκύτταζε πρός τό παράθυρο μέ ἀγωνία…

-Ἄφησε. Αὐτές ἔχουν δουλειά μέ ἐμένα καί ὄχι μέ σένα…

Δύο νύκτες πρίν κοιμηθῆ τόν αἰώνιο ὕπνο, εἶδε στόν ὕπνο της, τόν ἀποθαμένο γυιό της, τόν Δημήτριο. Τόν εἶδε μέσα σ᾿ ἕνα μεγάλο λιβάδι νά μαζεύη λουλούδια. Φοροῦσε ἄσπρο ὑποκάμισο καί χωρίς καπέλλο στό κεφάλι του.

-Τί κάνεις ἐδῶ; Τόν ἐρώτησε ἐκείνη.

-Μαζεύω λουλούδια, τῆς ἀπήντησε ὁ γυιός της χαρούμενος.

-Καί γιατί εἶσαι ἀσκέπαστος στό κεφάλι; Ἐγώ σοῦ ἐφόρεσα καπελλάκι, ὅταν ἀπέθανες.

-Ἐδῶ δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά τῆς ἀπήντησε ὁ γυιός της.

Μετά τήν Μετάληψι τῆς Θείας Κοινωνίας, τό πρόσωπό της ἀλλοιώθηκε. Εἶχε μεγάλη χαρά, τήν ὁποία οὐδέποτε εἶχε δείξει στό παρελθόν. Μετά ἄρχισε νά ψάλλη τροπάρια, ὅπως: «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…», «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…», «Ἡ γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν…», τό τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς καί ἄλλα. Ἀκόμη προσευχόταν ἀκαταύπαστα μέ τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τήν ἁμαρτωλή» καί «Μητέρα τοῦ Κυρίου μου, ἐλεησόν με τήν ἁμαρτωλή». Ἔλεγε συχνά τόν πεντηκοστό ψαλμό: «Ἐλεησόν με ὁ Θεός…». καί ἐπανελάμβανε πάντοτε τήν εὐχή: «Κύριε, δέξου αὐτούς πού ἔρχονται σέ Σένα καί τελευταία δέξου καί μένα τήν ἁμαρτωλή καί πανάθλια».

Τήν τελευταία της νύκτα δέν κοιμήθηκε καθόλου. Μόνο προσευχόταν ψιθυριστά. Κατόπιν εἶπε στήν Γλυκερία: «Νά μοῦ κάνεις ὡραῖο μνημόσυνο μέ κόλυβα, μέ πρόσφορο, μέ λουλούδια καί νά εἰπῆς στόν π. Πετρώνιο νά μέ μνημονεύει πάντοτε στίς Λειτουργίες του.

Τήν Τρίτη τό πρωΐ τῆς 4ης Ἰουλίου, ὅταν εἶχαν φθάσει οἱ πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου στό παράθυρο τοῦ δωματίου της, ἐζήτησε ἀπό τήν Γλυκερία τό κερί. Μετά ἄνοιξε τά μάτια της καί ψιθύρισε: «Συγχώρεσέ με…». Κατόπιν ἐστράφη πρός τό ἄλλο μέρος καί ἐκοιμήθη ὁριστικά. Ἡ ἅγια ψυχή της ἐπέταξε ἀπό τό γήϊνο σκεῦος τοῦ σώματός της στόν οὐρανό, ἀφοῦ πάρα πολύ βασανίσθηκε καί ταλαιπωρήθηκε στήν ζωή της. Τό πρόσωπό της ἦταν εἰρηνικό κι ἕνα χαμόγελο κρεμόταν ἀπό τά χείλη της…

Ἡ μητέρα μου Ὀλυμπία ἔζησε περίπου 87 χρόνια ἀπό τά ὁποῖα τά 39 μέ τόν ἄνδρα της καί τά ὑπόλοιπα 25 σάν χήρα. Ἐκοιμήθη στίς 4 Ἰουλίου τοῦ 1967, ἐνῶ ὁ πατέρας μου ἀπέθανε τήν 1ην Αὐγούστου τοῦ 1942».

Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης, Ἰούλιος 2012.
Από τη σελίδα: “https://logos.arnion.gr/

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading