
Η προσευχή του Οσίου Ιωσήφ του ησυχαστή στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος και η “Ευχή”!
Μία φορά ο νεαρός Φραγκίσκος (ο Όσιος Ιωσήφ πριν γίνει μοναχός), ήθέλησε να φέρῃ ἕναν Πνευματικό νά τοῦ κάνη Αγιασμό στο δωμάτιο πού ἔμενε (που του είχε παραχωρήσει ένα γεροντάκι). Καί ὅταν μετά τον Αγιασμό πήρε τον δίσκο να κεράσῃ τόν Πνευματικό μέ τσάϊ, τό γεροντάκι τον εἶδε καί ἔδωσε μια γροθιά κάτω από τον δίσκο καί χύθηκαν όλα κάτω. Ὁ μέν Πνευματικός ἠθέλησε να παρηγορήσῃ τόν Φραγκίσκο, διότι ἀκόμη ἦταν κοσμικός. Ἀλλά ὁ Φραγκίσκος ἔφυγε και πήγε μέσα σε μια κοντινή χαράδρα, γεμάτη σπηλιές καί ἔκλαιγε ἀσταμάτητα ἀπό τόν πόθο και το παράπονο για 10-12 ώρες.
Καί τό βράδυ, ὅταν ἄρχισε νά σουρουπώνῃ γιά τά καλά, ἐξαντλήθηκε τελείως ἀπό τόν πόνο καί τή νηστεία, στέρεψαν καί τά δάκρυά του. Ἔτσι, ἔμεινε να κοιτάζῃ τήν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως στην κορυφή τοῦ Ἄθω καί νά παρακαλῇ τόν Κύριον μαραμένος καί πληγωμένος: «Κύριε, καθώς μετεμορφώθης εἰς τούς Μαθητάς Σου, μεταμορφώθητι καί εἰς τήν ψυχήν μου. Παῦσον τά πάθη, εἰρήνευσον τήν καρδίαν μου. Δός εὐχήν τῷ εὐχομένῳ, καί κράτησον τόν ἀκράτητον νοῦν μου».
Καί ἐνῷ προσευχόταν ἔτσι μέ πολύ πόνο, ἦλθε μία “πνοή, ἕνας λεπτός αέρας ἀπό τόν ναό, γεμᾶτος εὐωδία. Καί ἡ ψυχή του γέμισε χαρά, φωτισμό, θεία ἀγάπη καί ἄρχισε μέσα ἀπό τήν καρδιά του νά βρύῃ ἀδιάλειπτα ἡ εὐχή μέ τόση ευτυχία που σκεφτόταν: «Αὐτός εἶναι ὁ παράδεισος, ἄλλον παράδεισον δέν χρειάζομαι». Καί ἔβλεπε να λέγεται μέσα του ἡ εὐχή με μαθηματική ἀκρίβεια σαν ρολόϊ. Καί τό θαυμαστό ἦταν ὅτι συνέχιζε μόνη της χωρίς καμιά δική του προσπάθεια.
Μόλις τό εἶδε αυτό, θαύμασε καί εἶπε: «Τί μοῦ ἔγινε τώρα; Πῶς μέσα μου λέγεται ἡ προσευχή; Εγώ τόση προσπάθεια ἔκανα τόσον καιρό καί αὐτό τό πρᾶγμα δέν τό ἔνοιωσα».
Καί ἀφοῦ εἶδε ὅτι ἡ προσευχή προχωρεῖ καί αἰσθάνεται μακαριότητα καί εὐτυχία, ρωτοῦσε χαρούμενος: «Αὐτό εἶναι ἡ Νοερά προσευχή που διάβαζα στά Νηπτικά βιβλία τῆς Φιλοκαλίας; Αὐτή τή γεῦσι ἔχει; Αὐτό εἶναι τό Φῶς;»
Ὁ Φραγκίσκος ἀξιώθηκε αὐτοῦ τοῦ μεγάλου χαρίσματος, σε ἡλικία μόλις 24 ἐτῶν.
Σηκώθηκε, λοιπόν, εμφορούμενος ἀπ’ ὅλο αὐτό τό θαῦμα τῆς προσευχῆς καί μπήκε μέσα στη σπηλιά καί ἐκεῖ ἄρχισε νά λέγη τήν εὐχή μέ εἰσπνοή καί ἐκπνοή, ὅπως διδάσκουν οἱ Πατέρες. Καί μόλις εἶπε λίγες φορές τήν εὐχή, ευθύς αμέσως ἁρπάχθηκε ὁ νοῦς του σε θεωρία. Ἦταν ἡ πρώτη ἁρπαγή νοός ἀπό τίς ἀμέτρητες πού ἀξιώθηκε.
Κατά λέξι ἀναφέρει ὁ ἴδιος ἀφηγούμενος τό γεγονός σέ γ’ πρόσωπο, ὦσαν νὰ ἐπρόκειτο για κάποιον ἄλλον: «Καί κύψας τήν κεφαλή εἰς τὸ στῆθος ἄρχισε νά ἐσθίῃ τόν γλυκασμόν, ὅπου ἔρρεεν ἡ δοθεῖσα εὐχή. Ὅπου εὐθύς ἡρπάγη εἰς θεωρίαν, καί ὅλος γενόμενος ἐκτός ἑαυτοῦ. Δεν περικλείεται από τοίχους και βράχους. Ἔξω πάσης θελήσεως. Εἰς μίαν γαλήνην, εἰς ἄπλετον φῶς, ἀπεριόριστον εύρος. Χωρίς σῶμα. Καί μόνον τοῦτο περιστρέφει ὁ νοῦς του: Να μήν γυρίση πλέον στό σῶμα, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅθεν εἶναι νά μείνῃ διαπαντός».
Κατόπιν, ἀφοῦ τόν ἀνέπαυσεν ὅσον ὁ Κύριος ἤθελε, ἦλθε πάλι στόν ἑαυτόν του καί εὑρέθη μέσα στη σπηλιά. Ἔκτοτε ἡ ευχή, πού μέ τόσο θαυματουργικό τρόπο τοῦ ἐδόθη ἀπό τόν Θεό, δεν έπαυσε μέσα του να λέγεται νοερώς μέχρι την τελευταία του αναπνοή! Ήταν δηλαδή θεοδίδακτος, ὅπως ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί πολλοί άλλοι Νηπτικοί Πατέρες.
Από το βιβλίο “Ό ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ”