Μία μέρα χτύπησε τὴν πόρτα τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου Με- διολάνων, μιά χήρα γυναίκα πού ἔκλαιγε.
– Γιατί κλαῖς;
– Για τὸ παιδί μου.
– Είναι ἄρρωστο;
Όχι εἶναι ζωηρό, πολὺ ἄτακτο. Δεν μ’ ἀκούει. Κάνει κακές παρέες, γυρίζει μέρα-νύχτα. Ἄχ, θὰ χάσω τὸ παιδί μου!…
Ο Άγιος Ἀμβρόσιος τὴν παρηγόρησε καὶ τῆς εἶπε·
– Παιδί, πού ἡ μάνα του προσεύχεται καὶ κλαίει, δὲν θὰ χαθεῖ.
Ποιά ἦταν ἡ μάνα αὐτὴ; Ἡ Μόνικα.
Καὶ τὸ παιδί; Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος. Κατόπιν μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.

ΘΕΕ ΜΟΥ ΠΟΣΑ ΕΚΑΝΕΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.
Ἐνῶ πλανιόμουν στά μονοπάτια τῆς ἁμαρτίας, μέ περιμάζεψες.
Ἐνῶ δέν εἶχα φῶς, μέ φώτισες. Ἐνῶ σέ εἶχα ξεχάσει, μοῦ ὑπενθύμισες Ἐσύ τόν ἑαυτό Σου. Ἐνῶ ἦμουν μακριά, μέ προσκάλεσες. Ἐνῶ βρισκόμουν σέ ἀπόγνωση, με στήριξες. Ἐνῶ ἔπεσα, μέ σήκωσες.
Ὅταν ἐπέστρεψα, μέ ὁδήγησες. Κι ὅταν ήρθα κοντά Σου,
ΜΕ ΑΓΚΑΛΙΑΣΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΑΣΦΑΛΙΣΕΣ!
(Ἱερός Αὐγουστῖνος)

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading