
“Μερικές φορές ο Χριστός έρχεται πριν από τα Άγια Χριστούγεννα… για να δεί αν είμαστε έτοιμοι να Τον δεχθούμε”
Σέ ένα ορεινό χωριό, λίγες μέρες πρίν από τά Άγια Χριστούγεννα, τό κρύο ήταν τόσο δυνατό πού τά πουλιά κρύβονταν καί οί άνθρωποι έκαιγαν ό,τι ξύλα είχαν γιά νά αντέξουν.
Ανάμεσά τους ζούσε μία φτωχή γυναίκα, ή κυρία-Ελένη, μαζί μέ τό εγγονάκι της, τόν μικρό Ιωάννη.
Τό σπίτι τους ήταν μικρό καί γεμάτο ρεύματα.
Ένα βράδυ, ενώ τό χιόνι έπεφτε πυκνό, ό Ιωάννης αναστέναξε:
«Γιαγιά, κάνει τόσο κρύο… Πότε θά έρθουν τά Χριστούγεννα;»
Ή κυρία-Ελένη δέν είχε νά του δώσει πολλά γιά νά ζεσταθεί μόνο μία παλιά κουβέρτα καί λίγη σούπα.
Κι όμως, χαμογέλασε.
«Παιδί μου», τού είπε, «τά Χριστούγεννα έρχονται πρώτα στήν καρδιά, όχι στό ημερολόγιο. Άν ανάψει εκεί τό Φώς, όλα τά άλλα θά ζεσταθούν.»
Εκείνη τήν νύχτα, κάποιος χτύπησε τήν πόρτα. Ήταν ένας άγνωστος ταξιδιώτης, μέ χιόνι στά ρούχα καί τρέμουλο στά χέρια.
«Συγχωρέστε με… Μπορώ νά ζεσταθώ γιά λίγο;»
Ή γυναίκα κοίταξε τό άδειο τζάκι καί τή μικρή φλόγα του λυχναριού.
Δέν είχε σχεδόν τίποτα, μά άνοιξε τήν πόρτα διάπλατα.
Έβαλε τόν ταξιδιώτη νά καθίσει, τού έδωσε τή μισή της σούπα, τή δική της κουβέρτα καί έβαλε τόν μικρό δίπλα της νά τόν αγκαλιάσει.
Ό Ιωάννης ψιθύρισε:
«Γιαγιά… άν δώσουμε αυτά που έχουμε, τί θά μείνει γιά εμάς;»
Ή κυρία-Ελένη τού χάιδεψε τά μαλλιά:
«Άν τό κάνουμε από αγάπη, παιδί μου, ό Θεός δέν μάς αφήνει ποτέ άδειους.»
Καθώς μιλούσαν, ό ξένος με ένα ανεξήγητο φώς στό πρόσωπό του χαμογέλασε.
Τό σπίτι, πού πρίν ήταν παγωμένο, άρχισε νά θερμαίνεται.
Σάν νά άναψε φωτιά όπου δέν υπήρχε.
Ό αέρας γέμισε μία ειρήνη γλυκιά καί βαθιά.
Ό Ιωάννης ένιωσε ζεστασιά στά χέρια του καί ρώτησε:
«Κύριε… ποιός είστε;»
Ό ξένος σηκώθηκε αργά.
«Ένας πού αναζητά καρδιές έτοιμες νά Τόν φιλοξενήσουν τίς μέρες αυτές.»
Καί πρίν προλάβουν νά πούν λέξη, ό άντρας βγήκε από τήν πόρτα.
Τό χιόνι είχε σταματήσει.
Ένα αστέρι πάνω από τό σπίτι τους έλαμπε πιό δυνατά από κάθε άλλη νύχτα.
Τότε ή κυρία-Ελένη είπε μέ δάκρυα στα μάτια:
«Είδες, παιδί μου;
Μερικές φορές ο Χριστός έρχεται πρίν από τά Άγια Χριστούγεννα… γιά νά δεί άν είμαστε έτοιμοι νά Τόν δεχθούμε.»
Καί από εκείνη τήν στιγμή, όσο κι άν έξω λυσσομανούσε ό χειμώνας, τό μικρό τους σπίτι δέν πάγωσε ποτέ ξανά!
Από τη σελίδα: “Γιωργος Γεωργουδάκης”