
Βίος, Χαιρετισμοί και Παρακλητικός Κανών εις τον Άγιον Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον θαυματουργόν, τον εν τω όρει των Αμώμων της Αττικής αθλήσαντα
[+ΔΕΥΤΕΡΑ 5/5/2025 ~ΩΡΑ 6.45 π.μ. ~ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟ, ΕΟΡΤΙΟΣ ΟΡΘΡΟΣ,ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΟΥ & ΜΠΙΝΙΑΡΗ)]
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Αγίου Εφραίμ του θαυματουργού.
Εν όρει των Αμώμων ώσπερ ήλιος έλαμψας
και μαρτυρικώς θεοφόρε προς Θεόν εξεδήμησας,
βαρβάρων υποστάς επιδρομάς, Εφραίμ Μεγαλομάρτυς του Χριστού˙
δια τούτο αναβλύζεις Χάριν αεί τοις ευλαβώς βοώσι σοι˙
δόξα τω δεδοκότι σοι ισχύν, δόξα τω θαυμαστώσαντι
δόξα τω ενεργούντι δια σού πάσιν ιάματα.
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ.
Ο Άγιος Εφραίμ εγεννήθη εις τα Τρίκαλα Θεσσαλίας, το έτος 1384.
Ως γνωστόν τα Τρίκαλα το έτος 1393 περιήλθαν υπό Τουρκικήν κατοχήν, υπό του Βαγιαζίτ του Α’ του Κεραυνού, ο οποίος κατέκτησε την χώραν της Θεσσαλίας. Έκτοτε ήρχισεν η εγκατάστασις Μουσουλμάνων εις τας Θεσσαλικάς πεδιάδας.
Το 1395 εις την Θεσσαλονίκην ήρχισεν να εφαρμόζεται το «Παιδομάζωμα», το οποίον επί Μουράτ Β’ ωργανώθη συστηματικώτερον εις όλας τας τουρκοκρατουμένας περιοχάς. Συνήθως εστρατολογούντο παιδιά 14 – 18 ετών ή 15 – 20, αλλά και μικροτέρας ηλικίας.
Ο Άγιος Εφραίμ σε ηλικία 14 ετών, το 1398 με το κοσμικόν όνομα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΡΦΗΣ εγκατέλειψε μητέρα, χήραν και επτά (7) αδελφούς, τη προτροπή της ευσεβούς αυτού μητρός, προφανώς δια να αποφύγη την βιαίαν στρατολογίαν δια την επάνδρωσιν των γενιτσαρικών σωμάτων, και προσήλθε δια να μονάση εις την Σταυροπηγιακήν μονήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την ακμάζουσαν επί του Όρους των Αμώμων της Αττικής.
Ενταύθα, μετά φλογερού ζήλου επεδόθη εις την μοναχικήν Πολιτείαν, ως άγγελος βιώσας μετά των αδελφών της Μονής.
Κατά το έτος 1391 οι Τούρκοι υπό τον στρατηγόν Εβρειός Βέην εισέβαλον εις την Πελοπόννησον και η πόλις των Αθηνών ήρχισεν να απειλείται υπ’ αυτού. Το δε έτος 1416 οι Τούρκοι ελεηλάτησαν την Αττικήν και ηνάγκασαν τον Δούκα των Αθηνών Αντώνιο Ατζαγιόλι να ομολογήση εαυτόν υπόφορον του Σουλτάνου,
Κατά το έτος 1424 οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως εις την Ιεράν Μονήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, επί του Όρους των Αμώμων και εσφαγίασαν αγρίως τους Πατέρας της Μονής.
Ο Άγιος απουσίαζεν εις την σπηλιάν του επί του Όρους και επιστρέψας, ιδών τα σώματα των Πατέρων εσφαγμένα ένθεν κακείθεν, εθρήνησεν γοερώς. Τον επόμενον χρόνον, την 14ην Σεπτεμβρίου 1425, επανήλθον οι βάρβαροι Οθωμανοί και ευρόντες τον Άγιον, τον συνέλαβον και τον εβασάνιζον επί 8 ½ μήνας, μετά μεγάλης μανίας και βαρβαρότητος, με τα ίδια μέσα βασανιστηρίων με τα οποία εβασάνισαν τους Αγίους Μεγαλομάρτυρας, Άγιον Γεώργιον, Άγιον Δημήτριον, Αγίαν Αικατερίνην, Αγίαν Βαρβάραν και τόσους άλλους.
Τέλος τον εκρέμασαν ανάποδα εις παλαιόν δένδρον μουριάς επί του περιβόλου της Μονής, αφού διεπέρασαν εις τον ομφαλόν του χονδρόν παλαιόν ξύλον αναμμένον και αφού τον εκάρφωσαν επί του δένδρου με μεγάλα σουβλερά γύφτικα καρφιά. Ο Άγιος Εφραίμ ετελείωσε μαρτυρικώς την ζωήν του από τους Τούρκους στις 5 Μαΐου του σωτηρίου έτους 1426 και ώραν 9ην πρωινήν.
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Εφραίμ ο θαυματουργός ο εν τω Όρει των Αμώμων ασκήσας, μαρτυρικώς ετελειώθη δια φρικτών βασάνων επιμήκιστον χρόνον, καθώς ο ίδιος απεκάλυψεν ειπών: «Γεννήθηκα 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Σταυρού, και 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Σταυρού, άρχισε το Μαρτύριόν μου˙ 42 ετών κοιμήθηκα».
Το Μαρτύριον του Αγίου διήρκεσεν οκτώ και ήμισυ μήνας, από 14 Σεπτεμβρίου έως 5 Μαΐου του έτους 1426, ότε ο Κύριος παρέλαβε την Αγίαν Του ψυχήν και την ανεβίβασεν εις τα ουράνια σκηνώματα, ένθα οι χοροί των Αγγέλων, των Αποστόλων, των Προφητών και πάντων των Αγίων ακαταπαύστως υμνούσι την Παναγίαν Τριάδα.
Τώρα από εκεί τρέχει εις πάντας της γης τα πέρατα και σκορπίζει με αγάπην και ευσπλαγχνίαν εις κάθε πονεμένον, εις κάθε βασανισμένον, εις κάθε πιστόν ουράνιες ευλογίες. Ακόμη και εις εκείνους που δεν επρόλαβαν να τον επικαλεσθούν, εμφανής γίνεται και δωρίζει τα «καταθύμια» αυτών.
ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ
Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου η θεία Πρόνοια ωδήγησε τα βήματά μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ήταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, που με το αίμα τους ποτίστηκε το δέντρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο καθάρισμα απ’ τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο, και έλεγα. Θεέ μου αξίωσέ με την ανάξια δούλη σου να ίδω έναν από τους πατέρας που έζησαν εδώ. Και ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον οποίο συνεχώς παρακαλούσα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγη. «σκάψε εκεί και θα βρής αυτό που επιθυμείς» και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστηριού. Ο καιρός περνούσε και η φωνή πιο δυνατή, πιο φλογερή με προέτρεπε. «Σκάψε και θα βρής αυτό που επιθυμείς» κι έδειξα τον τόπο στον εργάτη που είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μια μικρή επισκευή στο παλιό Ηγουμενείο. Εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψη εκεί που με ωθούσε η εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψη κάπου πιο πέρα, όπου δήποτε αλλού. Στην επιμονή του τον άφησα να πάει όπου ήθελε, και εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορή να σκάψη, να βρίσκη βράχους, για να αναγκαστή να έλθη στον τόπο που με ωθούσε εκείνη η φωνή.
Και πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία – τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι’ αυτό επέστρεψε εις τον τόπο που αρχικώς του υπέδειξα.
Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, το μισογκρεμισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πως κάποτε υπήρχε κελλί κάποιου Μοναχού και που έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα που κάποτε συνέβη εκεί. Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβη κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνη ζημιά , του είπα: «μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε πιο σιγά», άλλ’ επειδή δεν με άκουγε και έσκαβε με τον ίδιο ρυθμό, του είπα: «Μήπως είναι και κανείς θαμμένος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ πρόσεχε». Και τότε κατάλαβε και μου είπε «νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό που έχεις στο νού σου;» Και αλήθεια ήμουν τόσο βεβαία σαν να τον έβλεπα. Και προχωρώντας τώρα εις την αγία και ιεράν εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος πρώτα έφερε εις το φως ο κασμάς το κεφάλι του ανθρώπου του Θεού. Την ίδια δε στιγμή σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη τη γύρω ατμόσφαιρα.
Ο εργάτης χλώμιασε, δέθηκε η γλώσσα του, κόπηκε η μιλιά του.
«Άφησέ με μόνη, σε παρακαλώ», είπα στον εργάτη, και απομακρύνθηκε.
Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθειά την έκτασι του μαρτυρίου του.
Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απόκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του, που αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί.
Χαρακτηριστικόν, ότι επρόκειτο για κληρικόν, είναι το ότι παίρνοντας το χώμα εις την θέσιν όπου ήσαν τα άγια του χέρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, που δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργαλειό του παλαιού καιρού το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό και προχωρώντας κάτω εις τα πόδια και πάλιν να! Το στρίφωμα του ράσου του, όπως και ε ι ς τ α χ έ ρ ι α τ ο υ ο λ ο κ ά θ α ρ ο
και τα πέλματα του είχαν αποτυπωθεί στο χώμα.
Δεν ήξευρα τί πρώτα να κάνω να χαρώ ή να τον κλάψω πώς βρέθηκε εκεί θαμμένος ο του Θεού άνθρωπος; Τί να είχε συμβεί; Τί να είδαν τα μάτια του; Έλεγα, κάποιο δράμα θα συνέβη. Και προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του εθρυμματίζονταν, διότι η βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι’ αυτό και τα ετοποθέτησα όπως ήταν στην θυρίδα, που ήταν από τον τάφο του.
Μα τί να σας πώ και για κείνη την βροχή; Λές και ο Ουρανός έρριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα οποία έρραινε τον Άγιο και τον τάφον του.
Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό, ήμουν μόνη ακόμα σ’ αυτόν τον άγιο τόπον, που μ’ έφερε ο Κύριος να τον υπηρετήσω, και ξαφνικά ακούω βήματα, που ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου, προχώρησαν εις την αυλή και έφτασαν εις την πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματά του ηκούοντο δυνατά και σταθερά τόσον, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήτο η μόνη φορά που φοβήθηκα, αισθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζη εις το κεφάλι μου και από το φόβο μου ούτε που γύριζα πίσω να ιδώ, οπότε ακούω τη φωνή του να μου λέγη:
«Έως πότε θα με έχης εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κεφάλι μου έτσι…!» τότε γύρισα και τον είδα ήτο υψηλός εις το ανάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφριές ρυτίδες στην άκρη, τα γένεια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό, και κάπως εδώ και εκεί με χάρι εδιχάζοντο πλαγίως και έμπροσθεν και ολίγον σγουρά, χρώματος μαύρου, με όλη την μοναχική αμφίεσή στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρον και το δεξί του χέρι ευλογούσε.
Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητο. Πήρα θάρρος και δύναμι, ο φόβος εξαφανίστηκε, τον ένιωσα δικό μου και του είπα.
Συγχώρησέ με, και αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την ημέρα θα σε περιποιηθώ, και αμέσως έγινε άφαντος και συνέχισα τον Εσπερινό μου εν ειρήνη.
Το πρωί μετά την ακολουθία του Όρθρου επήρα τα άγια οστά και τα καθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Ιερό σε μία παλιά θυρίδα, αφού άναψα και ένα καντηλάκι.
Το βράδυ της ιδίας ημέρας βλέπω στον ύπνο μου τον Όσιον άνθρωπον του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν όρθιον, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, είδα όρθια και στο ανάστημα του Αγίου, μία περίλαμπρη ωραιότατη εικόνα του Αγίου, που την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη.
Ήταν από παλαιό ασήμι σφυρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη, δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι και εγώ του έβαλα μία λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί, και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγη:
«Σ’ ευχαριστώ πολύ. Ονομάζομαι Εφραίμ».
Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου μία απορία για τούτο το περιστατικό. Μία μέρα, και μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα της Εκκλησίας ακούω τρία χτυπήματα, σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος.
Εμπήκα στο ιερό, διότι είχα εκεί τοποθετημένα τα Άγιά του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα. Αλλά τι να πώ και τι να λαλήσω δια την ουράνιον εκείνη ευωδία που ανέπεμπαν τα άγιά του Λείψανα! Χείμαρος πραγματικός επλημμύρισε όλο μου το είναι, αισθάνθηκα εντός μου τον Παράδεισον, μα και την ταπεινότητά μου σ’ αυτό το μεγαλείο.
Καθηγουμένη
Μοναχή Μακαρία.
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
Εις τον Άγιον Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον θαυματουργόν.
Ευλογήσαντος του ιερέως το «Κύριε εισάκουσον» μεθ’ ό ψάλλομεν «Θεός Κύριος» και τα λοιπά του κανόνος.
Ευαρεστήσας τω Θεώ αθλοφόρε και δι’ ασκήσεως λευκάνας σου τον χιτώνα και χάριν ενδυσάμενος του Αγίου Πνεύματος, Πάτερ προθύμως εισεχώρησας μαρτυρίου αγώνας και ως Αγνή περιστερά ένθα τα σκηνώματα κατεπαύθης Αγίων, ένθα αναμέλπουσι τον Τρισάγιον Ύμνον. Διο Εφραίμ θαυματουργέ, μη διαλείπης πρεσβεύων προς Κύριον. (Δίς)
Δόξα: τη Θεοτόκω εκτενώς νύν προσδράμωμεν…
Και Νύν.
Ού σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι˙ ειμή γάρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; τίς δε διεφύλαξεν έως νύν ελευθέρους; Ούκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σου˙ σους γάρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.
Είτα τον Ν’ ψαλμόν και αρχόμεθα του κανόνος.
Ωδή α’ . Ήχος πλ. δ’. Ο Ειρμός.
«Υγράν διοδεύσας, ωσεί ξηράν, και την Αιγυπτίαν μοχθηρίαν διαφυγών, ο Ισραηλίτης ανεβόα˙ Τω λυτρωτή και Θεώ ημών άσωμεν».
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
Πολλοις συνεχόμενος συμφοραίς, ασθενείαις πικραίς και τυραννικαίς, πίστει προσέρχομαι τη σορώ σου, ίασαι με Άγιε τη μεσιτεία σου.
Εδόθη σοι χάρις παρά Θεού, θεραπεύειν τας νόσους των ποικίλων ασθενειών, έγειρόν κείμενον χαλεπής ασθενείας, όπως δοξάζω σε, Άγιε Εφραίμ, τον Σωτήρα μου.
Βυθώ αμαρτίας περιπεσών, έξ εχθρών αοράτων και ορατών, ίασιν παράσχου μοι τω σω ικέτη, μετά δακρύων βοά σοι ο δούλος σου.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Δέσποινα Παρθένε Μήτηρ Θεού, μη παύσης πρεσβεύειν υπέρ εμού του αμαρτωλού, ως ένδοξος Μητέρα του Υψίστου ίνα ελεήση με και σώση με εκ των πολυχρονίων μου νόσων Πανάμωμε.
Ωδή Γ’
Ουρανίας αψίδος, οροφουργέ Κύριε και της Εκκλησίας δομήτορ, συ με στερέωσον, εν τη αγάπη τη ση, των εφετών η ακρότης, των πιστών το στήριγμα, μόνε Φιλάνθρωπε.
Απορήσας εις τέλος οδυνηρώς κράζω σοι, πρόφθασον Εφραίμ των βοώντων σοι και την Αγίαν Σου χείρα έκτεινον, έγειρόν με της κλίνης και την υγείαν παράσχου μοι τω δούλω σου Άγιε.
Αμαρτιών μου τω βάρει νυνι συνέχομαι και τω πελάγει των θλίψεων όλων εκτίων με, πρόφθασον θερμή σου ικεσία και τον πολέμιον νύν εξολόθρευσον και εις τέλος εξαφάνισον Όσιε, Πατήρ ημών Εφραίμ Ιερώτατε και γαλήνην παράσχου τη καρδία μου.
Ιάσεων πηγή υπάρχεις ανεξάντλητος Εφραίμ ιερουργέ των Αγγέλων Ισάγγελε, όθεν υμνούμεν σου τους αγώνας και τα θεία μαρτύρια, ά υπέστης δια Χριστόν τον Νυμφίον. Όν απαύστως ικέτευε Όσιε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Χαλεπαίς αρρωστείαις νύν περιπέπτωκα, Υπεραγία Παρθένε συ μοι βοήθησον την ελπίδα μου εις Σε ανατέθηκα, ο ταπεινός, μη με παρίδης Αγαθή Δέσποινα, σώσον με Αγνή τω Υιώ Σου, όπως ρυσθήσομαι της κολάσεως.
Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε ότι πάντες μετά Θεόν εις Σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν.
Επίβλεψον εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Είτα μνημονεύει ο Ιερεύς δι’ ούς η
παράκλησις γίνεται και ημείς ψάλλομεν
το Κύριε ελέησον 12κις.
Και μετά το επόμενον.
Κάθισμα Ήχος Β’ .
Ιάσεων πηγή υπάρχεις ανεξάντλητος Εφραίμ ιερουργέ των Αγγέλων Ισάγγελε, όθεν υμνούμεν σου, τους αγώνας και τα θεία μαρτύρια, ά υπέστης δια Χριστόν τον Νυμφίον. Όν απαύστως ικέτευε Όσιε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
Δόξα Πατρί Και νύν
Πρεσβεία θερμή κα τείχος απροσμάχητον, ελέους πηγή, του κόσμου καταφύγιον, εκτενώς βοώμεν σοι˙ Θεοτόκε Δέσποινα, πρόφθασον, και εκ κινδύνων λύτρωσε ημάς, η μόνη ταχέως προστατεύουσα.
Ωδή δ’ . Ο Ειρμός.
Εισακήκοα Κύριε της Οικονομίας σου το μυστήριον, κατενόησα τα έργα σου και εδόξασά σου την Θεότητα.
Της ψυχής μου το άστατον Σύ Κυβερνήτης γενού μοι αοίδιμε, συ κατεύνασον τον τάραχον και γαλήνην παράσχου τη καρδία μου.
Σε επικαλούμαι Άγιε Εφραίμ ιερώτατε, συ γενού μοι βοηθός της ταλαιπώρου μου ψυχής, σε επικαλούμαι εν νυκτί και εν ημέρα πρόφθασον Άγιε Εφραίμ και σώσον τον δούλον σου της παρουσης ανάγκης.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Θεοτόκε Παρθένε μη παρίδης ημάς τους αθλίως κινδυνεύοντας λύτρωσαι ημάς από πάσης αμαρτίας και πάσης ασθενείας πικράς.
Ωδή Ε’.
«Φώτισον ημάς, τοις προστάγμασί σου Κύριε, και τω βραχίονί σου τω υψηλώ, την σην ειρήνην παράσχου ημίν φιλάνθρωπε».
Ελέησον Άγιε του Θεού, Εφραίμα θαυματουργέ Ιερώτατε και οδήγησον ημάς επί λιμένα θελήματος του Υψίστου όπως ψάλλομεν: Αλληλούϊα.
Στήριξον ημάς επί πέτραν της πίστεως δι’ ήν ήθλησας Μακάριε και τω αίματί σου τω αγίω εστήριξας την Εκκλησίαν του Χριστού και τας σαλευομένας καρδίας ημών Άγιε Εφραίμ.
Μη παραδίδης ημών τας δεήσεις Άγιε του Θεού, θεράπων, ιερουργέ Εφραίμ Ιερώτατε, γνήσιε φίλε του Χριστού. Σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν μη παύσης πρεσβεύων υπέρ των ψυχών ημών.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Χαίρε Θεοτόκε Δέσποινα η Πάντων Χαρά, η Ελπίς η ακαταίσχυντος, Χαίρε Μαρία Άχραντε των επικαλουμένων η βοήθεια, Χαίρε των ψυχών ημών η θεία παράκλησις.
Ωδή ΣΤ’ .
«Την δέησιν εκχεώ προς Κύριον, και αυτώ απαγγελώ μου τας θλίψεις, ότι κακών η ψυχή μου επλήσθη, και η ζωή μου τω άδη προσήγγισε˙ και δέομαι ως Ιωνάς. Εκ φθοράς ο Θεός με ανάγαγε».
Την δέησίν μου δέξαι την πενιχράν και τα δάκρυά μου άγιε μη παραβλέψης, ότι η ασθένεια της ψυχής και του σώματος έως άδου κατεβίβασαν την ζωήν μου, άλλ’ ως συμπαθής τε ιατρός και ελεήμων, ίασιν παράσχου τω ικέτη σου.
Παρρησίαν μεγίστην προς τον Δεσπότην πλουτείς Ιερώτατε αίτησαι ειρήνην τω κόσμω και την υγείαν παράσχου τοις δούλοις σου Άγιε, έγειρόν με της κλίνης ίνα σε κατά χρέος υμνώ τον σωτήρα μου.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Διάσωσον από παντοίων νόσων τους δούλους σου Άγιε Εφραίμ Ιερώτατε, ότι πολλήν την παρρησίαν πλουτείς, διο μη παρίδης ημάς κινδύνων ιερώτατε.
Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
Ο Ιερεύς μνημονεύει ως δεδήλωται,
μετά την εκφώνησιν
Κοντάκιον Ήχος Β’ .
Προστάτης θερμός των επικαλουμένων σε, υπάρχεις Εφραίμ Οσίων εγκαλλώπισμα, μη παρίδης τας δεήσεις των δούλων σου, αλλά πρόφθασον ως συμπαθής εις την βοήθειαν ημών των εν χαλεπαίς ασθενείαις κατακειμένων, ίνα πόθω βοώμεν ο Θεός ημών δόξα σοι.
Είτα το Α’ Αντίφωνον των αναβαθμών
του δ’ Ήχου.
Εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη, άλλ’ αυτός αντιλαβού και σώσον Σωτήρ μου. (Δίς).
Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου˙ ως χόρτος γάρ πυρί, έσεσθε απεξηραμμένοι. (Δίς).
Δόξα Πατρί.
Αγίω Πνεύματι, πάσα ψυχή ζωούται, και καθάρσει υψούται λαμπρύνεται, τη Τριαδική Μονάδι, ιεροκρυφίως.
και νύν.
Αγίω Πνεύματι αναβλύζει, τα της χάριτος ρείθρα, αρδεύοντα, άπασαν την κτίσιν, προς ζωογονίαν.
Και ευθύς το προκείμενον.
Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι. (Δίς).
Στίχ. ε’. Και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου και κατεύθυνε τα διαβήματά μου.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον.
Τω καιρώ εκείνω προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων ώστε αυτά εκβάλλειν και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Τούτους απέστειλεν ο Ιησούς παραγγείλας αυτοίς λέγων. Εις οδόν Εθνών μη απέλθητε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε, πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε δαιμόνια εκβάλλετε, δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.
Δόξα πατρί.
Ταις του Σου Οσίου πρεσβείαις ελεήμων εξάλειφον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις Ελεήμων εξάλειφον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Ελεήμων ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.
Μη αποστερήσης με τον πλανηθέντα απάτη του δολίου δράκοντος του ποτέ εξώσαντος τους προπάτορας, θλίψεις με εκύκλωσαν και χαλεπαίς ασθένιαι και ούκ έχω πλήν σου άλλην καταφυγήν και βοήθειαν και παραμυθίαν ο άθλιος προς σε καταφεύγω τον μέγα της ψυχής μου Ιατρόν, Εφραίμ οσίων το καύχημα, μη εγκαταλείπης με.
Ουδείς προστρέχων επί σε κατησχυμμένος από σου εκπορεύεται εάν μη λάβη την θεραπείαν, δια τούτο εν πίστει θερμή βοά ο δούλος σου ελέησόν με.
Μετανοώ και βοώ εκ βάθους μου της καρδίας ήμαρτον ελέησόν με άγιε μου Εφραίμ τον ανάξιον ικέτην σου, και παράσχου μοι την ίασιν της ψυχής και του σώματος.
Ο Ιερεύς.
Σώσον ο Θεός τον λαόν σου…
Κύριε ελέησον ιβ’ . Μετά δε το Ελέει
και οικτιρμοίς αποπληρούμεν τας λοιπάς
Ωδάς του Κανόνος.
Ωδή Ζ’ . Ο Ειρμός.
«Οι εκ της Ιουδαίας, καταντήσαντες Παίδες εν Βαβυλώνι ποτέ, τη πίστει της Τριάδος, την φλόγα της καμίνου, κατεπάτησαν ψάλλοντες. Ο των πατέρων ημών Θεός, ευλογητός εί».
Σύ περιπολεύων εν παρρησία πολλή, παρά τω θρόνω της Αγίας Τριάδος, μέμνησο υπέρ ειρήνης του κόσμου και σωτηρίας ημών των αμαρτωλών και την ορθόδοξον ημών πίστιν κράττεινον, όπως ψάλλομεν απαύστως ο Θεός ημών δόξα σοι.
Οι έκ των ποικίλων, αμαρτιών καταντήσαντες πτώμα ελεεινόν και πανάθλιον και ούκ ισχύομεν ατενίσαι προς σε, Άγιε του Θεού Εφραίμ Μακάριε. Άλλ’ εξανάστησον ημάς εκ της αρρωστίας ημών, όπως ψάλλομεν. Ο Θεός ημών δόξα σοι.
Οι ανάξιοι δούλοι σου Άγιε Εφραίμ σου δεόμεθα, μη απορρίψης τας δεήσεις ημών των εν νυκτί και εν ημέρα βοώντων προς σε. Άλλ’ εισάκουσον ημών φόβω και πόθω εν κατανύξει βοώντων. Την ορθόδοξον ημών πίστιν κραταίωσον, ήν και ήθλησας μέχρις αίματος Άγιε.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Κεχαριτωμένη Κυρία Θεοτόκε, η χαρά των Αγγέλων και των αγίων πάντων η τρυφή και ημών των αμαρτωλών το προσφύγιον, και η ελπίς σου δεόμεθα υπεραγία μου Πανάμωμε μετά του οσίου μου Πατρός Εφραίμ του Ιερομάρτυρος, πρεσβεύσατε υπέρ ειρήνης του κόσμου και Εκκλησίας την ομόνοιαν.
Ωδή Η’ .
«Τον Βασιλέα των ουρανών όν υμνούσι, στρατιαί των Αγγέλων υμνείτε, και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».
Τον αριστέα της πίστεως εν ωδαίς και ύμνοις μεγαλύνομεν πιστοί, ότι κατήργησε τας επινοίας των παρανόμων. Διο ψάλλομεν, Ευλογητός ο Θεός ο των Πατέρων ημών.
Τον εν ουρανοίς σκηνώμασι μετ’ Αγγέλων αυλιζόμενον, εν ωδαίς και ύμνοις μεγαλύνομεν Εφραίμ. Τον γενναίον του Χριστού οπλίτην και αθλητήν, τον απαύστως πρεσβεύοντα, του σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Συνάχθητε πάντων των μαρτύρων και ασκητών ο σύλλογος, μετά του Ιερομάρτυρος Εφραίμ του Θεόφρονος. Και ως παριστάμενοι τη Αγία Τριάδι, απαύστως πρεσβεύσατε υπέρ ειρήνης του κόσμου και Εκκλησίας την κραταίωσιν.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Την Βασίλισσαν των ουρανών ανυμνούσιν, οι χοροί των Αγγέλων απαύστως, μετά των οσίων, τα τάγματα δοξάζουσι, ών συν αυτοίς. Υπεραγία Θεοτόκε μου, ικέτευε μετά Εφραίμ του Ιεορμάρτυρος, την Ορθόδοξον πίστιν κρατύνεσθαι και σώσον τας ψυχάς ημών.
Ωδή Θ’ . Ειρμός.
Κυρίως Θεοτόκον, σε ομολογούμεν οι δια σου σεσωσμένοι Παρθένε Αγνή, συν χορείαις Σε μεγαλύνομεν.
Θεόφρων θεοφόρε, σε ανυμνολογούμεν οι δια σου σεσωσμένοι εκ ποικίλων ασθενειών, όθεν σε πόθω, Εφραίμ μακαρίζομεν.
Αινούμεν ευλογούμεν, τον Κύριο της δόξης τον δοξάσαντα Πάτερ Εφραίμ την μνήμην σου, συ γάρ υπάρχεις μαρτύρων η δόξα και των μοναστών το εγκαλλώπισμα.
Και γόνυ κλίνω, Πάτερ Εφραίμ, βοήθησόν με, μετά δακρύων βοά σοι ο δούλος σου. Δέξου μικράν υμνωδίαν και σώσον με Άγιε.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Δεσπότην τετοκυΐα, τον Κύριον της δόξης, σε ανυμνούμεν υπέραγνε Δέσποινα, των ορθοδόξων υπάρχεις Μητέρα και καύχημα.
Και ευθύς το Άξιον εστίν και θυμιά ο Ιερεύς το θυσιαστήριον και τον λαόν και ημείς ψάλλομεν τα παρόντα μεγαλυνάρια.
Χαίροις της Μονής μας θείος φρουρός, και των Μοναζόντων στυλοβάτης ο φαεινός, Χαίροις των λειψάνων η θεία μυροθήκη, δι’ ών και τας ιάσεις Εφραίμ λαμβάνομεν.
Χαίροις ασθενούντων ο ιατρός, χαίροις των θαυμάτων ο αείρροος ποταμός, χαίροις της ψυχής μου το καύχημα το μέγα, Εφραίμ θαυματοφόρε, σκέπε την ποίμνην σου.
Εφραίμ των Αγγέλων η χαρμονή, πάντων των Αγίων, η χαρά και η καλλονή, ικετεύομέν σε περίσωζε μονήν σου, εις ήν ήσκησας πόθω και σεπτού μαρτυρίου τετύχηκας.
Υψώθης εις δένδρον ως εις σταυρόν, μιμούμενος τον Θεόν σου, τον Δεσπότην και λυτρωτήν, δι’ ού υπέστης μάκαρ, κατάφλεξιν γαστρός σου, συντρίβων την γαστέρα του αρχαικάκου εχθρού.
Τον Ιερομάρτυρα του Χριστού, ασκητών το κλέος και μαρτύρων την καλλονήν, ικετεύομέν σε Εφραίμ θαυματοφόρε, ελέησόν με τάχος ταις ικεσίαις σου.
Εικόνα σου θείαν πανευλαβώς, ασπαζόμεθα πόθω, οι εν κινδύνοις και πειρασμοίς, ήν έσωσας Μάκαρ ολέθρου πυρός παμφάγου, δεικνύων άλλο θαύμα Εφραίμ τοις θαύμασι.
Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.
Το τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ημών, ότι σου εστίν
Και τα τροπάρια ταύτα:
Ελέησον ημάς, Κύριε ελέησον ημάς, πάσης γαρ απολογίας απορούντες ταύτην σοι την ικεσίαν ως Δεσπότη οι αμαρτωλοί προσφέρομεν. Ελέησον ημάς.
Δόξα Πατρί.
Κύριε ελέησον ημάς επί Σοι γάρ πεποίθαμεν μη οργισθής ημίν σφόδρα μηδέ μνησθής των ανομιών ημών, άλλ’ επίβλεψον και νύν ως εύσπλαγχνος και λύτρωσαι ημάς εκ των εχθρών ημών. Σύ γαρ ει Θεός ημών και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών σου και το όνομά σου επικεκλήμεθα.
Και νύν.
Της Ευσπλαγχνίας την Πύλην άνοιξον ημίν, ευλογημένη Θεοτόκε εις σε γάρ ελπίζοντες εις Σε βοώμεν. Χαιρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου.
Είτα ψάλλομεν εις Ήχον Β’. Ότε εκ του ξύλου
Χαίροις των νοσούντων Ιατρός, χαίροις βακτηρία και τείχος των εν ανάγκαις πικραίς, ασθενείαις και θλίψεσι και στενοχωρίαις, Πάτερ σοι καταφεύγοντας εκ κατωδύνου ψυχής˙ μη με απορρίψης εις τέλος, ότι συ μου πέλης προστάτης, όσιε Εφραίμ καθικετεύω σε.
Σώσον, τους ελπίζοντας εις σε, Όσιε Εφραίμ τους σους δούλους, χαρά και σκέπη ημών, μη παρίδης δεόμεθα των πίστει και πόθω, Πάτερ, καταφεύγοντας τη ευσπλαχνία σου, ρύσαι συμφορών, εναντίων, πάντας τους προστρέχοντας τη σορώ σου, και ασπαζομένους σου τα λείψανα.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού φύλαξόν ημάς, υπό την σκέπην σου.
Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
Εις τον Άγιον Εφραίμ τον Ιερομάρτυρα και θαυματουργόν.
Προς τω τη Υπερμάχω.
Τω Αθλοφόρω και Σεπτώ Ιερομάρτυρι ως λυτρωθέντες των δεινών ευχαριστήρια αναμέλποντες βοήσομεν ομοφρόνως.
Άλλ’ ως έχων παρρησίαν προς τον Κύριον ταις πρεσβείαις Άγιε σκέπε την Μονήν σου,
τους σοι κράζοντας, σώσον ημάς, Εφραίμ πανσεβάσμιε.
Άγγελος ώσπερ άλλος επί της γης επολιτεύσω. Όσιε Εφραίμ πατήρ ημών (τρίς). Διόπερ και μαρτυρικού τέλους ηξιώθης Άγιε, όθεν βοώμεν σοι ταύτα.
Χαίρε Εφραίμ του κόσμου διάσωσμα.
Χαίρε των ασθενούντων το ταχύτατον άκουσμα.
Χαίρε πεπτωκότων ταχεία αντίληψις.
Χαίρε των θλιβομένων θεία παράκλησις.
Χαίρε ότι τον παράλυτον ηνωρθώσω θαυμαστώς.
Χαίρε ότι τας αιτήσεις εκπληροίς υπερφυώς.
Χαίρε Εφραίμ ασκητών ωραιότης.
Χαίρε των Μαρτύρων Χριστού θεία λαμπρότης.
Χαίρε Εφραίμ το θείον καύχημα.
Βλέπων σε Κύριος ο Θεός εις ύψος αρετών ανελθόντα μέγα και θέλων υψώσαι ψυχήν σου αγίαν σε ήγειρεν εις θείους πόθους και ούτως αρθείς εκ δυνάμεως Πάτερ εις δύναμιν, ψάλλεις αυτώ ασιγήτω φωνή.
Αλληλούϊα.
Γνώντες Σε επ’ εσχάτων Τον εις πλείστους αιώνας τη γη κρυπτόμενον εν αποκαλύψει θαυμαστή ως ο Κύριος Παντοκράτωρ ηθέλησεν εφανέρωσεν ημίν το θείον και χαριτόβρυτον λείψανόν σου. Όθεν χαράς αφάτου εμπλησθέντες βοώμεν σοι ταύτα.
Χαίρε Εφραίμ των Αγγέλων εφάμιλλε.
Χαίρε των Ασκητών και Οσίων ομόσκηνε.
Χαίρε ότι κατελάμπρυνας ορθοδόξων τους χορούς.
Χαίρε ότι ηχμαλώτισας τους νοσούντας τηλαυγώς.
Χαίρε το μυρίπνοον Άνθος το της Αγνείας.
Χαίρε το μήκος της εγκρατείας.
Χαίρε πηγή ουρανίων ελλάμψεων.
Χαίρε Ιερέ θησαυρέ της Μονής μας ατίμητε.
Χαίρε Εφραίμ Οσίων το καύχημα.
Δύναμις ανεφάνης της Μονής μας εν μέσω, εμπνέων, φωτίζων και καθοδηγών τοις εν πίστει σοι προστρέχοντας, όθεν και μετά φόβου βοώμεν τω Κυρίω.
Αλληλούϊα.
Έχομεν σε Προστάτην μέγαν και πολιούχον εν τη Αγία και Ιερά Μονή σου, εις ήν ήσκησας Άγιέ μου, καρδίας πόθω φλεγόμενος, δι’ ό ακούεις τους μετ’ ευλαβείας και βοώντας σοι ταύτα.
Χαίρε Εφραίμ η βάσις της ευσεβείας˙
Χαίρε το νίκος των εν κινδύνοις ευρισκομένων Μακάριε
Χαίρε η Μονή σου νύν καυχάται θαυμαστώς.
Χαίρε ότι χαίρει αύτη το σον λείψανον ενωρόν.
Χαίρε Εφραίμ Μεγαλομάρτυς Οσίων το καύχημα.
Χαίρε, εμού της αθλίας το θείον διάσωσμα.
Χαίρε Εφραίμ της ψυχής μου η θεία ευφροσύνη.
Χαίρε των ταπεινών τη καρδία η θεία χαρμοσύνη.
Χαίρε Εφραίμ Πανσεβάσμιε.
Ζηλών εζήλωσας θείον πόθον εν τη ψυχή σου, Άγιέ μου Εφραίμ, από βρέφους εξήλθεν εκζητών Κύριον τον Θεόν σου, Όν ηγάπησας Τίμιε Πάτερ και ευρών αυτόν χαίρων τη ψυχή και τη καρδία, ψάλλεις, αυτώ τον ύμνον.
Αλληλούϊα.
Ηθέλησας Άγιε μου και επήρθης εις ύψος μέγα δι΄αγώνων θαυμαστών, ότι τη ασκήσει ως άσαρκος επολιτεύσω, δι’ ό και μαρτυρικού τέλους ηξιώθης Μακάριε, ημείς δε οι ανάξιοι δούλοι σου, θείου πόθου εμπλησθέντες εκ του πλήθους των φρικτών θαυμασίων σου βοώμεν σοι ταύτα.
Χαίρε των πιστών ο μέγας αντιλήπτωρ.
Χαίρε αεί πλουτιστά των πενήτων.
Χαίρε Μοναζόντων το θείον εντρύφημα.
Χαίρε ότι οι παράνομοι σε προσήλωσαν επί παλαιού δένδρου και του Τιμίου Σταυρού εζήλωσας το εκούσιον πάθος του Δεσπότου των όλων.
Χαίρε εις ού την γαστέρα ανημμένον ξύλον εχώρησαν και του εχθρού τας ενέδρας πάτερ άγιε απετέφρωσας.
Χαίρε ότι την αγίαν σου σιαγόνα ετέθλασσαν οι παράνομοι και του Σωτήρος των όλων εμιμήσω τα ραπίσματα Όσιε.
Χαίρε ότι εις τας αγίας σου πλευράς μώλωπας κατεδέξω, του λογχευθέντος την άχραντον πλευράν εξεικονίσας, Πάτερ όσιε, όθεν βοώμεν σοι.
Χαίρε Εφραίμ Πανσεβάσμιε.
Θαύμασί σου φρικτοίς εκόσμησας Άγιέ μου την Εκκλησίαν του Χριστού, διό και ημείς κατά χρέος βοώμεν τον ύμνον τω Σωτήρι ημών Θεώ.
Αλληλούϊα.
Ιδόντες την Αγίαν σου μορφήν και εμπλησθέντες των απείρων θαυμασίων σοου, χαράς αφάτου και αγαλλιάσεως επλήσθημεν, αναβοώντες σοι ταύτα.
Χαίρε Εφραίμ Αγγέλων ο έπαινος.
Χαίρε των θλιβομένων ταχέως προφθάνων.
Χαίρε Άγιέ μου Εφραίμ ημών η σωτηρία.
Χαίρε ότι δια σου χέονται μύρα θεία.
Χαίρε ότι εν τοις άθλοις σου ο Σατάν κατεβλήθη.
Χαίρε ότι ημείς δια των ενδόξων αγώνων σου των παθών ηλεθερώθημεν.
Χαίρε Εφραίμ λυτρωτά των εν ζάλη.
Χαίρε αεί βοηθέ των βοώντων.
Χαίρε Εφραίμ Πατέρων το καύχημα.
Κήρυκες γεγονότες των απείρων και φρικτών σου θαυμάτων, Άγιε μου Εφραίμ θαυματουργέ Ιερώτατε, τοις αιτούσι σε αφθόνως τα χαρίσματα νέμεις, όθεν ψάλλομέν σοι
Αλληλούϊα.
Λαμπρός και φωτοφόρος οράσαι τοις σε ποθούσι ένδοξε διο και τας ιάσεις Εφραίμ δωρίζεις τοις μετά πίστεως προσερχομένοις και βοώντας προς σε ταύτα.
Χαίρε φως τοις εν σκότει φαίνων.
Χαίρε των ανθρώπων τας ψυχάς καταυγάζων.
Χαίρε μετανοούντων ταχεία διόρθωσις.
Χαίρε των ασθενούντων θεία παράκλησις.
Χαίρε των πονεμένων παραμυθία.
Χαίρε των θλιβομένων όρμος παρηγορίας.
Χαίρε η βάσις της ευσεβείας.
Χαίρε δι’ ού χέονται μύρα θεία.
Χαίρε Εφραίμ Πανσεβάσμιε.
Μίαν θεότητα εν τρισί τοις προσώποις, αοίδιμε εκήρυξας μέσον των παρανόμων, όθεν και τας φρικτάς υπέμεινας μαστιγώσεις, κραυγάζων αιωνίως τω Κυρίω σου.
Αλληλούϊα.
Ναός Θεού εχρημάτισας Όσιε Πατήρ ημών, διο και οι προστρέχοντες εν πίστει τω Ιερώ Ναώ σου λαμβάνουσι ιάματα ψυχών τε και σωμάτων και πάσης ασθενείας, όθεν εν κατανύξει ψυχής βοώμεν σοί ταύτα.
Χαίρε Ε φραίμ των Αγγέλων δόξα και καύχημα.
Χαίρε των νοσούντων τα ταχύτατον άκουσμα.
Χαίρε ότι Ιατρείον εδείχθη η Ιερά σου Μονή.
Χαίρε ότι οι ασθενούντες απολαμβάνουν υγιείς.
Χαίρε των Αγίων Πατέρων θείον εκλόγιον.
Χαίρε ψυχών θλιβομένων Σύ γλυκύτατον παραμύθιον.
Χαίρε των εν νυκτί καθεύδουσι Νεφέλη ολόφωτε.
Χαίρε Προστάτα της Ιερά Μονής ημών Πανσεβάσμιε.
Χαίρε Εφραίμ Πατέρων Μακάριε.
Ξένα και παράδοξα θαύματα ο Κύριος έδειξεν ημίν φανερώσας το θείον και θαυματόβρυτον τίμιον λείψανόν σου και επληρώθη σύμπασα η γη εκ της οσμής του θείου μύρου σου, δι’ ό βοώμεν σοι, ακαταπαύστω φωνή.
Αλληλούϊα.
Όλος υπάρχων θείου φωτός, εχώρησας Άγιέ μου, ως γενναίος οπλίτης εν μέσω λύκων αιμοβόρων τρανώς ομολόγησας Τριάδα την Αγίαν, δι’ ήν το Σόν αίμα εξέχεας, Εφραίμ αγιώτατε πατήρ ημών, όθεν ψάλλομέν σοι επινίκιον ωδήν.
Χαίρε ο την ορδήν των τυράννων τρανώς πατήσας.
Χαίρε ο τούτων την άνοιαν παρρησία ελέγξας.
Χαίρε ότι κατεπάτησας κατά κράτος τον εχθρόν.
Χαίρε ότι συ κατηύφρανας των Αγγέλων τον χορόν.
Χαίρε ότι εν τοις γενναίοις σου άθλοις ηγίασας το όρος των Αμώμων.
Χαίρε ότι Σύ επί πλείον εδόξασας τη Ιεράν Μονήν της Θεοτόκου.
Χαίρε φωτολαμπάς Ασκητών ωραιότης.
Χαίρε των εν παρθενία ασκούντων η θεία Αγνότης.
Χαίρε Εφραίμ Πατέρων Μακάριε.
Πάσαν του εχθρού πατήσας την δύναμιν, φοβερός ώφθης τοις δαίμοσι, δια τούτο προστάτην Σε μέγαν κεκτήμεθα οι εν ποικίλοις πειρασμοίς υπάρχοντες, όθεν βοώμεν σοί τον Ύμνον.
Αλληλούϊα.
Ρείθρα θείου μύρου η σορός των λειψάνων σου, Εφραίμ θαυματουργέ αναβλύζεις, δι’ ό και τοις πάσχουσι εν ασθενείαις πικραίς τας ιάσεις δωρίζεις εις τους μετά πίστεως καταφεύγοντας όσιε, Πάτερ, όθεν βοώμεν σοι ταύτα.
Χαίρε ο το ουράνιόν μύρον εκχέων.
Χαίρε ο των ψυχών καθαρτήριον φέρων.
Χαίρε Σύ ακένωτος θησαυρός μέγας.
Χαίρε ότι Σύ υπάρχεις της Μονής ημών καύχημα μέγα.
Χαίρε Ιατρείον ψυχών και σωμάτων άμισθον.
Χαίρε του Χριστού φροντιστήριον τιμιώτατον.
Χαίρε Μοναζόντων το θείον εντρύφημα.
Χαίρε του Ουρανού και της γης το θείον εγκαλλώπισμα.
Χαίρε Εφραίμ Πανσεβάσμιε.
Σε καύχημα και τείχος μέγα η Ιερά Μονή σου, κεκτημένη βοά σοι, ελαμπρύνθη μου το κάλλος, έτι δε και η ευπρέπειά μου, επί ταις ποικίλαις ασκήσεσι και φρικτοίς μαρτυρικοίς αγωνίσμασι του θεράποντός μου Εφραίμ του Ιερομάρτυρος. Όθεν συγκαλώ τας εμάς φίλας και γείτονας, ίνα ψάλλωμεν τω Κυρίω τον Ύμνον.
Αλληλούϊα.
Τείχος και οχύρωμα γενού ημίν Άγιε Εφραίμ, Μακάριε γνήσιε φίλε του Χριστού σε δυσωπούμεν εκ βαθέων καρδίας πρόφθασον, Άγιε και δώσησαι την Χάριν σου την άφθονον, ίνα μετά πόθου άδωμέν σοι ταύτα.
Χαίρε ο δι’ αγάπην Χριτού τον κόσμον αφήσας.
Χαίρε ο δι’ αγάπην του Σωτήρος αυτώ ακολουθήσας.
Χαίρε ο ζηλώσας τον Πρόδρομον του Σωτήρος Ιωάννην.
Χαίρε ότι εζήλωσας αυτού την άσκησιν ως πάλαι.
Χαίρε ότι σε ηξίωσεν ο Κύριος μαρτυρήσαι ευκλεώς.
Χαίρε ότι πλείον ήνθησας της αγνείας το φυτόν.
Χαίρε ουράνιον μύρον του Παραδείσου η τερπνότης.
Χαίρε των Αγίων Αγγέλων και Χερουβείμ η ωραιότης.
Χαίρε Ε φραίμ Πανσεβάσμιε.
Ύμνοις θέλων εξυμνήσαι τον Αγγελικόν βίον σου, Τίμιε Πάτερ Άγιε μου Εφραίμ θαυματουργέ Μεγαλομάρτυς αθλητά, ούκ ισχύω ως όλως ανάξιος υπάρχων. Άλλ’ αιτούμαι συγχώρησιν των πολλών μου πταισμάτων, ίνα πόθω κραυγάζων, τω Κυρίω μου τον ύμνον.
Αλληλούϊα.
Φώς εφάνης τω ευσεβεί Ιερεί εν ώρα μεσημβρίας περιπολεύων Άγιέ μου την Ιεράν ημών Μονήν, ήν ηγάπησας και εν αυτή ήσκησας καρδίας πόθω φλεγόμενος. Δια τούτο και ενώπιον τυράννων Θεόν ομολογήσας τοις φρικτοίς βασάνοις την ψυχήν σου εις χείρας Θεού παραδέδωκας όθεν ψάλλομέν σοι ταύτα.
Χαίρε ο την Ορθόδοξον πίστην τρανώς ομολογήσας και τας ανεκφράστους βασάνους υπομείνας.
Χαίρε ο επί δένδρου κατακεφαλής κρεμασθείς και τον σταυρικόν θάνατον του Σωτήρος εζήλωσας Μακάριε.
Χαίρε ο την γαστέρα καταφλεχθείς ενίκησας τας προσβολάς των ορατών και αοράτων εχθρών.
Χαίρε ο δι’ αγάπην του Κυρίου σου πικράς βασάνους υπομείνας. Τας ουρανίους σκηνώσεις κατέλαβες Άγιέ μου Εφραίμ Πανσεβάσμιε.
Χαίρε ο των Αμώμων το όρος τοις ενδόξοις σου άθλοις δοξάσας και διπλούν στέφανον της ασκήσεως και μαρτυρίου εκ χειρός του Κυρίου σου εκομήσω Μακάριε.
Χαίρε ο τοις ήλοις τους σπαραγμούς υπομείνας δι’ αγάπην του Κτίστου σου.
Χαίρε ο εν δόξη πολλή, αναβάς εις τον ουρανόν, δια των ενδόξων αγώνων σου.
Χαίρε ο δια των αθλητικών σου πόνων κοσμήσας τας χορείας των εν Ουρανοίς Αγγέλων, Οσίων και πάντων των Αγίων.
Χαίρε Εφραίμ Μακάριε.
Χάριν είληφας, Άγιε μου Εφραίμ, παρά Θεού Κυρίου Παντοκράτορος τας νόσους φυγαδεύειν και τα πάθη διώκειν τους εν πίστει και πόθω βοώντας τω Κυρίω και Θεώ ημών.
Αλληλούϊα.
Ψάλλοντές σου επινίκιον Ύμνον, Άγιέ μου Εφραίμ πανσεβάσμιε, εν πίστει πολλή και πόθω καρδίας σε ικετεύομεν οι ανάξιοι δούλοι σου μη διαλείπεις υπέρ ημών πρεσβείαν προς Κύριον ποιούμενος, ίνα βοώμεν σοι ταύτα.
Χαίρε Ιατρέ άμισθε των εν πικραίς ασθενείαις κατακειμένων.
Χαίρε αεί βοηθέ των εν ανάγκαις ευρισκομένων.
Χαίρε ότι τας αιτήσεις εκπληροίς υπερφυώς.
Χαίρε ότι τους νοσούντας εκ θανάτου ζωοποιείς.
Χαίρε ότι αγιάζεις τους προστρέχοντάς σοι καθαρώς.
Χαίρε ότι φωτίζεις τας καρδίας των ταπεινών.
Χαίρε Εφραίμ η χαρά των εν ζάλη.
Χαίρε αεί των εν πίστει βοώντων.
Χαίρε Πάτερ Πανσεβάσμιε.
Ώ Άγιέ μου Εφραίμ Μεγαλομάρτυς αθλητά˙ (τρίς)
Σού δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, μη παρίδης τας δεήσεις των δούλων σου θεραπεύων ημών τας ψυχάς και τα σώματα καταξιών ημάς της Βασιλείας των Ουρανών, όπως επαξίως ψάλλομέν σοι τον Ύμνον
Αλληλούϊα.
Άγγελος ώσπερ άλλος επί της γης επολιτεύσω, Όσιε Εφραίμ πατήρ, ημών διόπερ και μαρτυρικού τέλους ηξιώθης Άγιε, όθεν βοώμεν σοί ταύτα.
Χαίρε Εφραίμ του κόσμου διάσωσμα.
Χαίρε των ασθενούντων το ταχύτατον άκουσμα.
Χαίρε πεπτωκότων ταχεία αντίληψις.
Χαίρε των θλιβομένων θεία παράκλησις.
Χαίρε ότι τον παράλυτον ηνωρθώσω θαυμαστώς.
Χαίρε ότι τας αιτήσεις εκπληροίς υπερφυώς.
Χαίρε Εφραίμ ασκητών ωραιότης.
Χαίρε των Μαρτύρων Χριστού θεία λαμπρότης
Χαίρε Εφραίμ το θείον καύχημα.
Μακαρία μοναχή.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
Από τη σελίδα: “https://www.orp.gr/”