
Έτσι η Εκκλησία υπενθυμίζει ότι ο Θεός ζυγίζει την διάθεση της ψυχής
«Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμός 50,19).
Στους χρόνους της βασιλείας του Ιουστινιανού, όταν η γη της Μικράς Ασίας ήταν ακόμη πληγωμένη από φόβο και ταραχή, ζούσε στα ορεινά ένας άνθρωπος που είχε γίνει τρόμος των οδοιπόρων. Το όνομά του ήταν Βαρσαββάς. Η ζωή του ήταν βαριά από αίμα, βία και σκληρότητα. Η καρδιά του είχε σκληρυνθεί όπως η πέτρα των βουνών όπου κρυβόταν. Κανείς δεν περίμενε ότι μέσα σε αυτό το σκοτάδι μπορούσε να ανατείλει φως.
Η θεία οικονομία όμως εργάζεται σιωπηλά εκεί όπου ο άνθρωπος δεν το φαντάζεται. Ο ληστής, ζητώντας πλούτη, βρέθηκε μπροστά σε έναν ερημίτη γέροντα, ο οποίος δεν είχε τίποτε άλλο παρά φτώχεια, προσευχή και μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί, αντί για θησαυρούς, αντίκρισε την ειρήνη. Και η ειρήνη αυτή, που δεν μπορούσε να εξηγηθεί με ανθρώπινα μέτρα, άγγιξε την καρδιά του περισσότερο από κάθε λόγο.
Η μετάνοια δεν είναι έργο χρόνου αλλά έργο καρδιάς. Ο ληστής δεν είχε να επιδείξει έργα δικαιοσύνης, ούτε πολυχρόνιους αγώνες, ούτε πλήθος αρετών. Είχε όμως συντριβή. Είχε δάκρυα. Είχε την ταπείνωση να ομολογήσει ότι είναι αμαρτωλός και την ελπίδα ότι το έλεος του Θεού υπερβαίνει την ανθρώπινη κρίση. Όπως ο ληστής του Γολγοθά άκουσε το «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω» (Λουκάς 23,43), έτσι και κάθε ψυχή που επιστρέφει με ειλικρίνεια δεν απορρίπτεται.
Η παράδοση της Εκκλησίας μαρτυρεί ότι η ελεημοσύνη που γεννιέται από συντετριμμένη καρδιά έχει βαρύτητα μεγαλύτερη από πλήθος έργων χωρίς ταπείνωση. Το μικρό παξιμάδι που προσφέρθηκε με αγάπη έγινε μαρτυρία μετανοίας. Δεν ήταν το μέγεθος του έργου αλλά το βάθος της καρδιάς που έγειρε την ζυγαριά του ελέους. Διότι ο Θεός «οὐ θέλει τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν» (Ιεζεκιήλ 33,11).
Η πνευματική ζωή δεν μετριέται με εξωτερικές πράξεις μόνο, αλλά με την εσωτερική μεταβολή του ανθρώπου. Εκείνος που έζησε χρόνια στην αμαρτία μπορεί σε μία στιγμή να στραφεί προς τον Θεό με όλη του την ύπαρξη. Η χάρη ενεργεί εκεί όπου υπάρχει ταπείνωση. Η Παναγία, ως Μητέρα του Ελέους, δέχεται κάθε ψυχή που ζητεί προστασία με συντριβή και εμπιστοσύνη.
Το γεγονός αυτό διδάσκει ότι κανείς δεν πρέπει να απελπίζεται. Η απόγνωση είναι παγίδα που αφαιρεί από τον άνθρωπο την ελπίδα της σωτηρίας. Όσο βαριά κι αν είναι η πτώση, η επιστροφή παραμένει πάντοτε δυνατή. Η μετάνοια ανοίγει δρόμο εκεί όπου φαίνεται να μην υπάρχει δρόμος. Το έλεος του Θεού δεν περιορίζεται από το παρελθόν του ανθρώπου αλλά αποκαλύπτεται στην παρούσα προαίρεση της καρδιάς.
Έτσι η Εκκλησία υπενθυμίζει ότι ο Θεός ζυγίζει την διάθεση της ψυχής και όχι την ποσότητα του χρόνου. Ένα έργο αγάπης, γεννημένο από αληθινή μετάνοια, μπορεί να γίνει αρχή σωτηρίας. Η ελπίδα δεν χάνεται για όποιον επιστρέφει με ταπείνωση, διότι «ὁ Κύριος ἐγγύς τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν» (Ψαλμός 33,19).
Η μετάνοια, όσο μικρή κι αν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων, γίνεται πολύτιμος άρτος ενώπιον του Θεού.
Από τη σελίδα: “Ιερεας Γκελιας Αρσενιος”