
ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ…
Μετά τον Ἑλληνοϊταλικό πόλεμο καί Με τη Γερμανική Κατοχή, ακολούθησε ὁ Εμφύλιος πόλεμος, που έληξε με τίς μάχες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Ὅταν ἔλη-ξαν οι μάχες, Αύγουστο τοῦ 1949, οἱ ἐπιζή-σάντες στρατιώτες πήραν εντολή να επι στρέψουν στη βάση τους. Ανάμεσά τους εἶναι καί ὁ Λευτέρης από τη Μύκονο.
Κατάκοπος, ταλαιπωρημένος, ἀποκαμωμένος, σέρνοντας σχεδόν τα πόδια του, παίρνει τόν δρόμο τοῦ γυρισμού. Καθώς προχωρεῖ, ἀνάμεσα σε δέντρα καί θάμνους ἀκούει βογγητά. Πλησιάζει προσεκτικά.
Ποιός νά ‘ναι; Σέ τί κατάσταση νά ‘ναι; Ἀδελφός εἶναι, Κρητικός, ὅπως τοῦ λέει.
Κάνει προσπάθεια νά τόν ἀκούσει, άλλά δέν μπορεῖ. Πονάει πολύ.
«Αφησέ με ἐμένα», τοῦ λέει ὁ Κρητικός, «ἐγώ εἶμαι χαμένος. Κοίταξε νά σωθεῖς ἐσύ».
Ο Λευτέρης τόν περιεργάζεται. Τό τραῦμα του εἶναι στή μέση. Εἶναι πολύ δύσκολη ή μετακίνησή του. Ἡ λογική του λέει ὅτι εἶναι κάτι ἀδύνατο καί ἐπικίνδυνο. Ἡ καρδιά του ὅμως τόν πονάει. Δέν ἀντέχει νά τόν ἐγκαταλείψει.
Τό ἀποφάσισε. Θα βάλει τά δυνατά του, κι ὁ Θεός βοηθός!
Μέ πολλή δυσκολία τόν σήκωσε στήν πλάτη του, καί μέ ἀφάνταστες δυσκολίες περπατώντας, παραπατώντας σέ
κακοτράχαλα μονοπάτια, τόν μετέφερε στή μονάδα τους. Δέν ξέρουμε πόσες ώρες βάσταξε τό μικρό «μαρτύριο» τοῦ Λευτέρη.
Ὁ ἀξιωματικός δέν τό πίστευε. Στήν ἀρχή τόν ἐπέπληξε, γιατί ἦταν πολύ ἐπικίνδυνο καί γιά τούς δυό αὐτό πού ἔκανε. Πολύ γρήγορα μετέφεραν τόν Κρητικό στό νοσοκομείο τῶν Ἰωαννίνων. Τά ἴχνη του χάθηκαν.
Πέρασαν περίπου πενήντα χρόνια. Ο Λευτέρης συχνά σκεφτόταν τόν Κρητικό. Τι να ἔγινε; Ἄραγε σώθηκε; Παρακαλούσε τὸν Θεό να τὸν ἔχει καλά καί κάποτε νά τόν ἀνταμώσει.
Το 2005 ο Λευτέρης νοσηλεύεται στο 401 στρατιωτικό νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν βαριά ἀσθενής. Κάποια στιγμή, σε ἐπίσκεψη γιατρῶν, ἀκούει τό ἐπίθετο τοῦ φίλου του τοῦ Κρητικοῦ. Τό ἔχει ἕνας ἀπό τούς γιατρούς.
«Γιατρέ», τοῦ λέει, «νά σε ρωτήσω κάτι;».
«Βεβαίως. Νά τελειώσω τό ἐπισκεπτήριο καί θά ἔρθω».
Σε λίγο τά εἴπανε μέ τόν γιατρό.
Τοῦ διηγήθηκε τό περιστατικό μέ τόν τραυματισμένο Κρητικό. «Μήπως ξέρεις κάτι;», τόν ρώτησε.
«Θά τά ποῦμε σε λίγο», απάντησε ὁ γιατρός.
Σε λίγο ἄνοιξε ή πόρτα καί μπῆκε ὁ γιατρός μέ ἕναν ἀσθενή τοῦ διπλανού θαλάμου. Τόν ὁδήγησε κοντά στόν Λευτέρη καί τοῦ εἶπε:
«Πατέρα, ἤθελες να γνωρίσεις τόν σωτήρα σου… Λοιπόν, εἶναι αὐτός ὁ ἀσθενής, πού μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του σέἔσωσε!».
Οἱ δυό φίλοι κοιτάχτηκαν,
ἀναγνωρίστηκαν καί ἀγκαλιάστηκαν κλαίγοντας ἀπό συγκίνηση, ἀπό χαρά, ἀπό εύγνωμοσύνη.
Δέν ξέρουμε πόση ώρα κράτησε ή συνάντηση.
Ξέρουμε πώς ή καρδιά τοῦ Λευτέρη δέν ἄντεξε. Μετά από δυό μέρες ταξίδεψε γιά τήν αἰωνιότητα.
Μανουσάκι
Από το περιοδικό: “ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ”