Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού – Εγκώμιο στην πάνσεπτη Κοίμηση της Μητέρας του Θεού

“Γιατὶ τί ἄλλο ἀπὸ λόγο νὰ χαρίσουμε στὴ μάνα τοῦ Λόγου; ᾿Ἀφοῦ μὲ τὰ ὅμοια χαίρονται τὰ ὅμοια καὶ μάλιστα τ’ ἀγαπητά. Τώρα λοιπὸν ποὺ ἀνοίξαμε τὴ στρόφιγγα τῶν λόγων, καὶ λίγο ξαμολύσαμε τὰ γκέμια, νὰ τρέξη λεύτερα ἂς ἀφήσουμε τὸ λόγο, σὰν ἄτι ποὺ στὸ δρόμο τ᾽ ὁδηγήσαμε. Ὅμως ἐσύ, Λόγε Θεοῦ, γίνε βοηθὸς καὶ γέμισε μὲ λόγο Εσὺ τὴ σκέψη μου τὴν ἄλογη, καὶ κάνε μὲ τὸ λόγο σου βατὸ τὸ μονοπάτι μου, κι ὁδήγησε τὸ δρόμο μου στὴν εὐαρέστησή Σου ἐκεῖ, ποὺ ὁ κάθε λόγος τοῦ σοφοῦ κι ἡ σκέψη κατευθύνεται.

Στὴν ὑπερκόσμια σήμερα καὶ στὴν οὐράνια ἐκκλησιά ἡ ἄγια καὶ μοναδικὴ παρθένα ὁδηγιέται, αὐτὴ ποὺ τόσο πολὺ τὴν παρθενία πόθησε, ποὺ λὲς κι ἔγινε καθαρώτερη φωτιὰ καὶ τὴ μετάλλαξε. Γιατὶ βέβαια ἡ κάθε κόρη ποὺ γεννᾶ παρθένα πιὰ δὲν εἶναι, ὅμως παρθένα μένει αὐτὴ πρὶν κι ὕστερα ἀπ᾿ τὴ γέννα ὡς καὶ τὴν ὥρα ποὺ γεννᾶ.

Σήμερα, ἡ ζῶσα κιβωτὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἡ ἁγία, ποὺ στὴν κοιλιά της κράτησε μέσα τὸν τεχνουργό της, σ’ ἀχειροποίητη ἐκκλησιὰ σχολάζει τοῦ Κυρίου. Χορεύει ἀπὸ χαρὰ ὁ Δαβίδ, ποὺ εἶν᾿ ἀπ᾿ τὴ γενιά του καὶ κείνη κι ὁ θεάνθρωπος, κι οἱ ἄγγελοι ἀντάμα του χορεύουνε, οἱ ἀρχάγγελοι χειροκροτοῦν, δοξάζουν οἱ δυνάμεις μαζί κι οἱ ἀρχὲς ἀγάλλονται, οἱ ἐξουσίες εὐφραίνονται θρόνοι πανηγυρίζουνε, τὰ χερουβίμ ὑμνοῦνε, δοξολογοῦν κι οἱ κυριότητες χαίρουν, τὰ σεραφίμ· γιατὶ καθὼς δοξάζουνε τῆς δόξας τὴ μητέρα, πιότερο αὐτοὶ δοξάζονται.

Σήμερα, ἡ περιστέρα ἡ πιὸ ἱερή, ἡ ἀκέρια κι ἄκακη ψυχή, ἡ ἁγιασμένη ἀπὸ τὸ θεῖο Πνεῦμα, φτερούγισε ἀπ’ τὴν κιβωτό, λέω ἀπ᾿ τὸ σῶμα ποὺ Θεὸ δέχτηκε κι ἔγινε ἡ ἀρχὴ γιὰ τὴ ζωή, κι ἀνάπαψε τὰ πόδια της ἐκεῖ στὸν κόσμο τὸ νοητὸ ποὺ πέταξε καὶ τὴ σκηνή της ἔστησε στη γὴ τὴν ἄσπιλη τῆς θείας κληρονομίας.

Σήμερα δέχεται ἡ Ἐδὲμ τοῦ νέου Αδὰμ τὸ λογικό παράδεισο, ποὺ μὲς σ᾽ αὐτὸν ἡ τιμωρία χαρίστηκε, τὸ δέντρο τῆς ζωῆς φυτεύτηκε κι ἡ γύμνωσή μας πῆρε τέλος.
Γιατὶ γυμνοὶ δὲν εἴμαστε πιὰ τώρα κι οὔτε ἀνέντυτοι, μὲ δίχως τὴ λαμπρότητα τῆς θεϊκιᾶς εἰκόνας κι ἔρημοι ἀπ᾿ τὴν πλούσια τοῦ Πνεύματος τὴ χάρη, κι οὔτε, τὴν παλιά γύμνωση κλαίγοντας, θὲ νὰ ποῦμε· «Ἔβγαλα τὸ χιτώνα μου καὶ πῶς θὰ τὸν φορέσω;» Γιατί, σὲ τοῦτον τὸν παράδεισο δὲν τρύπωσε τὸ φίδι, ποὺ γιὰ νὰ πεθυμήσουμε τὴν ψεύτικιά του θέωση, κατάντησε νὰ μοιάσουμε στὰ ζῶα τὰ δίχως γνώση. Γιατὶ ὁ ἴδιος τοῦ Θεοῦ ὁ Γιὸς ὁ μονογεννημένος, ποὖναι Θεὸς ἔχοντας τὴν ἴδια οὐσία τοῦ Πατέρα, ἄνθρωπον ἐπλαστούργησε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τούτη τὴν καθαρὴ καὶ τὴν παρθένα γῆ. Κι ὁ ἄνθρωπος ἐγὼ θεώθη κα, ἀθανατίστηκα ὁ θνητός, κι ἔβγαλα τοὺς δερμάτινους χε τῶνες. Γιατί ξεντύθηκα τὸ ντύμα τῆς φθορᾶς, καὶ φόρεσα τὴν ἀφθαρσία καθώς τυλίχτηκα τὴν ἀλουργίδα τῆς θεότητας.

Σήμερα ἡ παρθένα ἡ ἄχραντη, ποὺ καμιὰ μὲ τὰ πάθη τῆς γῆς δὲν εἶχε συγγένεια, ἀλλὰ μὲ οὐράνια ἐθράφη νοήματα, δὲν ἐγύρισε πίσω στὸ χῶμα τῆς γῆς, μὰ καθὼς οὐρανὸς ζωντανὸς εἶχε γίνει, στ’ οὐρανοῦ πιὰ τὰ δώματα κατοικεῖ. Γιατὶ ποιός, ποὺ θὰ τὴν πῆ οὐρανό, ἀληθινὸς δὲ θάναι, ἐκτὸς καὶ μιλήση κανεὶς ποὺ τὴ γνώση κατέχει καλά, καὶ τὴν ὑψώση ἀσύγκριτα ψηλότερ᾽ ἀπ᾿ τοὺς οὐρανούς;

Γιατὶ ἐκεῖνος ποὔφτιαξε καὶ συγκρατεῖ τοὺς οὐρανούς, ποὖναι ὁ τεχνίτης κάθε πλάσματος ἐγκόσμιου κι ὑπερκόσμιου, βλεπόμενου κι ἀόρατου, ποὺ τόπος δὲν εἶναι γι᾿ αὐτὸν κανεὶς στοὺς τόπους ὅλους -ἂν καθορίζουμε σὰν τόπο γιὰ τὰ πράγματα αὐτὸ ποὺ τὰ περιέχει- μέσα σ’ αὐτὴν χωρὶς σπορὰ τὸν ἑαυτό του βρέφος ἔπλασε, καὶ τὴν ἀπόδειξε κατοικία εὐρύχωρη γιὰ τὴ θεότητά του, ποὺ γεμίζει τὰ πάντα καὶ ποὺ μένει μονάχη αὐτὴ ἀπερίγραφτη, ὁλόκληρος μικραίνοντας γιὰ νὰ χωρέση μέσα της, χωρὶς ν᾿ ἀλλοιωθῆ, καὶ μένοντας ἔξω ἀπ᾿ αὐτὴν ὁλόκληρος, κι ἔχοντας τόπο του τὸν ἀχώρητο σὲ ὅλα ἑαυτό του.

Σήμερα ὁ πλοῦτος τῆς ζωῆς κι ἡ ἄβυσσο τῆς χάρης -πῶς νὰ τολμήσω μ’ ἄτρεμα νὰ τὸ προφέρω χείλη- κρύβεται μὲς σὲ θάνατο ἀπὸ ζωὴ γιομάτο, καὶ τὸν πλησιάζει ἀτρόμητη, ποὺ στὴν κοιλιά της κράτησε τὸν ἐξολοθρευτή του, ἂν εἶναι μπορετὸ νὰ ποῦμε θάνατο τ᾿ ὅλο ζωὴ κι ὅλο άγιωσύνη ξόδι της.
Γιατί, ἐκείνη ποὺ τὴν ἀληθινὴ γιὰ ὅλα ἀνάβρυσε ζωή πῶς γίνεται στὸ θάνατο ὑποταχτικὴ νὰ γένη; Αλλὰ στοῦ σπλάχνου της τὸ νόμο ὑπακούει, κι ὡς θυγατέρα τοῦ παμπάλαιου ᾿Αδάμ τὸ πατρικό της χρέος ξεπληρώνει, ἀφοῦ κι ὁ Γιός της, ἡ ζωὴ ἡ ἴδια, δὲν τ᾽ ἀρνήθηκε· μὰ ὡς γενάμενη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ μητέρα, καθώς πρέπει, κοντά του μεταφέρεται. Γιατὶ ἀφοῦ λέει ὁ Θεός· «Μήπως κι ἁπλώση χέρι» ὁ ἄνθρωπος ὁ πρωτόπλαστος «κι ἀπὸ τὸ δέντρο πάρη τῆς ζωῆς καὶ τὸ γευτῇ καὶ αἰώνια ζήση», πῶς νὰ μὴ ζήση στὸν αἰώνα τὸν ἀπέραντο, κείνη ποὺ ἐδέχτη τὴ ζωὴ τὴν ἄναρχη κι ἀτέλειωτη, ποὺ ὅρια δὲν τὴν κυβερνοῦν τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους;»

Απόσπασμα από “το 2ο Εγκώμιο εις την Κοίμηση της Θεοτόκου” του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού
Από το βιβλίο “Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ” – Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading