Θαυμαστό περιστατικό για την ύπαρξη του Θεού και για επίδραση των συναισθημάτων στην ψυχή.

~Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Ένα πνευματικό του παιδί διηγείται το επόμενο θαυμαστό περιστατικό.

Κάποια μέρα συζητούσαμε με τον Παπούλη, για πολλές ώρες, για θέματα που είχαν σχέση με την ψυχολογία του ατόμου και τις επιδράσεις στην ανθρώπινη συμπεριφορά των διαφόρων συναισθημάτων (π.χ. χαρά, λύπη κ.λπ.), τα οποία, όπως υποστήριζε ο Παπούλης, μπορούν να προκαλέσουν διάφορες αναστολές ή αύξηση της επιθυμίας, αναλόγως του περιεχομένου τους, εάν, δηλαδή, αυτά είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα. Και σαν παράδειγμα μου ανέφερε το εξής περιστατικό:

Πριν από πολλά χρόνια, μου είπε ο Παπούλης, στο ίδιο Μοναστήρι εμόναζε μαζί με μένα και ένα πνευματικό μου παιδί, πολύ μικρότερός μου και ήταν καθηγητής Θεολόγος. Καθημερινά μιλούσαμε για όλα τα θέματα, που είχαν σχέση με την θρησκεία και για τα προβλήματα που απορρέουν από αυτήν. Μια ημέρα, όμως, ο Καθηγητής έφερε προς συζήτηση το θέμα της υπάρξεως του Θεού. Αφού το εξαντλήσαμε το θέμα αυτό με όλες τις απόψεις που είχε ο ίδιος και με την επιχειρηματολογία μου καταλήξαμε στο αβίαστο συμπέρασμα, ότι υπάρχει Θεός. Ο νεαρός, τότε, καθηγητής γυρίζει και μου λέει: «Όλα αυτά που μου είπες πάτερ είναι σωστά και οι δύο πιστεύουμε, ότι υπάρχει Θεός. Όμως, σε παρακαλώ πολύ, να μου υποσχεθείς, όταν πεθάνεις, ότι θα έλθεις να μου πεις εάν υπάρχει Θεός!» Και πώς είσαι βέβαιος, του είπα, ότι θα πεθάνω εγώ πρώτος και όχι εσύ; Και ο νεαρός καθηγητής μου απάντησε, ότι αυτό εξυπακούεται, αφού έχεις διπλάσια ηλικία από την δική μου ηλικία.

Εγώ, όμως, που με την χάρη που έχω από τον Θεό, γνώριζα ότι εκείνος που θα πέθαινε πρώτος και μάλιστα πολύ σύντομα, δε θα ήμουν εγώ, αλλά ο νεαρός Καθηγητής, του είπα ότι υπόσχομαι, όταν πεθάνω να έλθω να σου πω, εάν υπάρχει Θεός ή όχι, αλλά θέλω και από σένα να μου υποσχεθείς το ίδιο. Σου το υπόσχομαι πάτερ, μου είπε και δώσαμε τα χέρια μας να τηρήσουμε την υπόσχεση αυτή.

Μετά από λίγο καιρό ο Καθηγητής υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Μονή, για να κατέβει στην πόλη, προφανώς για να διορισθεί σε κάποιο Γυμνάσιο.

Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τότε που χώρισε με τον Παπούλη και μια μέρα που η Εκκλησία μας εόρταζε μια από τις δύο μεγάλες μας εορτές (το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, δεν θυμάμαι) και στην Μονή είχε στρωθεί ένα πλούσιο εορταστικό τραπέζι και όλοι μας, είπε, ο Παπούλης, δεν βλέπαμε την ώρα και την στιγμή να φάμε με μία ιδιαίτερη όρεξη, λόγω της προηγηθείσης πολυήμερης εξαντλητικής νηστείας, έφθασε ένας χωρικός και μας ειδοποίησε, ότι πέθανε ο Καθηγητής!
Μείναμε όλοι άφωνοι και κανείς, μα κανείς, απολύτως, δεν άπλωσε το χέρι του να πάρει να φάει κάτι από το τραπέζι. Τι έγινε όλη αυτή η όρεξη; Μου λέει. Εξαφανίστηκε. Βλέπεις, λοιπόν, Ανάργυρε, τι ανασταλτικό αποτέλεσμα μπορεί να έχει μια δυσάρεστη είδηση; Είναι ανεξιχνίαστη, παιδί μου, η ψυχή του ανθρώπου.

Ομοιάζει σαν τον ιστό της αράχνης και μόνον εκείνοι που βρίσκονται κοντά στον Θεό μπορούν να την διαβάσουν. Και συνέχισε να μιλά για την ψυχή πολλή ώρα, αλλά, παρά τις ανώτατες σπουδές που έχω κάνει, μου ήταν αδύνατον να τον παρακολουθήσω, γιατί η ορολογία της ψυχολογίας, που χρησιμοποιούσε, όχι μόνον ήταν άγνωστη σε μένα, αλλά και τα νοήματα που ανέπτυσσε (και να λάβει υπόψη του κανείς ότι ουδέποτε κάθισε σε θρανίο), ήταν δυσνόητα και μπλοκάριζαν τις διανοητικές μου ικανότητες σε τέτοιο βαθμό, ώστε με έφεραν σε μια κατάσταση αμηχανίας, από την οποίαν μόλις κατόρθωσα να ξεφύγω με την ερώτηση που έκανα στον Παπούλη, εάν ο Καθηγητής τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει.

–Βεβαίως μου λέει. Ένα βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, μετά από μια μακρά προσευχή, που έκανα στο κελί μου, έσβησα το φως και προσπάθησα να με πάρει ο ύπνος. Οπότε, μέσα στο σκοτάδι, ακούω μια βροντερή φωνή, που συνοδεύετο από μια δυνατή βοή, να λέει: «Έστι Θεός! Έστι Θεός! Έστι Θεός!» τρεις φορές. (Υπάρχει Θεός).
Γνώρισα τη φωνή. Ήταν η φωνή του Καθηγητού! Έντρομος σηκώθηκα και προσευχήθηκα, γονατιστός, για την ψυχή του, μέχρι το πρωί!

Εδώ, αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη σημασία που παίζει ο τόνος στο ρήμα ειμί και συγκεκριμένα στο τρίτο πρόσωπο. Εάν έλεγε «εστί Θεός» η ερμηνεία του θα ήταν: Είναι ο Θεός. Ενώ το έστι ο Θεός, θα πει υπάρχει Θεός. Και έτσι ανταποκρίνεται πλήρως στην συμφωνία, που είχαν κάνει, όποιος πεθάνει πρώτος, να έλθει να πει στον άλλον, εάν υπάρχει Θεός. Ύστερα απ’ όλα αυτά, ποιος αμφιβάλλει, ότι «Έστι Θεός;».

Ανάργυρου Καλιάτσου, Ο πατήρ Πορφύριος.
Από το βιβλίο “Το Αλητόπαιδο του Θεού¨- Μητροπολίτη Αργολίδος Νεκταρίου.

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading