«Μόνον ο θάνατος πεθαίνει»

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια αυτό που παραμένει το πιο προσωπικό και απόκρυφο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης: η στιγμή του θανάτου του! Να, στο κομμάτι αυτό του κατά Λουκάν Ευαγγελίου έχουμε το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα και μυστήριο, τον θάνατο ενός ανήλικου παιδιού. Την ευθύνη των δικών μας αμαρτιών, ημών των ενηλίκων, την καταλαβαίνει κανείς. Ένα μικρό παιδί όμως; Τι μπορεί να το βαραίνει; Γιατί πεθαίνει; Πώς θα συγκροτηθεί και θα συγκρατηθεί ο ψυχικός κόσμος των γονιών μετά από ένα τέτοιο γεγονός;

Ο ποιητής [Εκ. Κακναβάτος] στο περιστατικό αυτό του Ευαγγελίου κυριολεκτεί: «Είμαστε κατάντικρυ της δεινής κυριολεξίας του θανάτου»! Ένα δωδεκάχρονο μονάκριβο κοριτσάκι πεθαίνει! Μπροστα σε κάτι τέτοιο… τίποτε δεν έχει νόημα και αξία. «Επιστρέφεις το εισιτήριό σου για τον Παράδεισο» που έλεγε και ο Ντοστογιέφσκι! Θρησκευτικές, λογικές, ψυχολογικές παρατηρήσεις μένουν κούφια και άδεια λόγια. Δεν χρειάζονται τα λόγια. Δεν παρηγορούν. Ο άνθρωπος που βιώνει και ζει κάτι τέτοιο αισθάνεται να περιστρέφεται στο… διάστημα, χωρίς να μπορεί να «ακουμπήσει» και να «πατήσει» κάπου. Κανένας και τίποτε δεν τον στηρίζει ψυχικά.

Στο Ευαγγελικό κομμάτι συμπλέκεται και μια θεραπεία που υπογραμμίζει και επικυρώνει τη λύση του δράματος. Μια γυναίκα με ανίατη (μέχρι τότε) αρρώστια ακουμπά τον Ιησού. Τον εμπιστεύεται και ακουμπά πάνω Του. Ελπίζει ότι απ’ αυτό το «ακούμπημα» θα θεραπευτεί. Ξέρει ότι αυτό είναι η πίστη: το να ακουμπάς στον Χριστό! Θεραπεύεται μ’ αυτό τον τρόπο και ο Χριστός επιβεβαιώνει το γεγονός λέγοντας: «Να είσαι γενναία, η πίστη σου σε έσωσε». Πάνω στην ώρα φτάνει η είδηση εν τέλει του θανάτου του δωδεκάχρονου κοριτσιού! Ο Χριστός ζητάει από τον πατέρα να μη χάσει την πίστη του. Μετά από λίγα λεπτά, σε πείσμα αυτών που Τον εμπαίζουν, γιατί είπε ότι το κορίτσι κοιμάται, ο Χριστός ανασταίνει το μικρό κοριτσάκι, ακουμπώντας το. Το δράμα λύεται προς ώραν! Γιατί προς ώραν; Γιατί μετά από κάποιο διάστημα (χρόνια; – τι σημασία έχει;) το πρόσωπο αυτό θα… ξαναπεθάνει!

Προφανώς κι άλλα παιδιά θα πέθαιναν την ίδια εποχή και εκεί νες τις ημέρες στην περιοχή εκείνη! Γιατί δεν τους ανέστησε; Γιατί δεν ανιστούσε κάθε νεκρό;
Διότι δεν ήρθε να αλλάξει τα εδώ: Ήρθε να «δείξει» τα εκεί. Το «τότε» όταν «θάνατος οὐκ ἔστιν ἔτι». Τότε που θα καταργηθεί αυτός ο έσχατος και μέγιστος εχθρός. Τότε που ο εχθρός θάνατος θα εξαφανιστεί και θα «πολιτεύεται Ζωή».

«Μόνον ο θάνατος πεθαίνει» (Μ. Zundel) τελικώς!
Αυτή είναι η, δύσκολη στο να κατανοηθεί, πραγματικότητα.
Απαιτεί να «ακουμπάς» στον Χριστό με την πίστη της άρρωστης (αἱμορροούσας) γυναίκας που Τον εμπιστευόταν τόσο ώστε έλεγε «κἄν ἄψομαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ σωθήσομαι». Απαιτεί μια πίστη σαν τον πατέρα του μικρού κοριτσιού που δέχεται την προτροπή του Χριστού «Μή φοβοῦ μόνον πίστευε». Απαιτεί να έχεις βγει από τη συνήθη «ωφελιμιστική» πίστη της συναλλαγής και να έχεις παρα-δοθεί «γυμνός» στα χέρια του Χριστού, έτοιμος να δεχθείς το οτιδήποτε από Αυτόν.

Μυστήριο και περιπέτεια! Δεν μας κάλεσε όμως κανένας για περίπατο… σε νοτισμένο λιβάδι! Μας ζήτησε να Τον ακολουθήσουμε κουβαλώντας τον σταυρό μας, Αυτόν που είναι σταυροφόρος αρχηγός αυτής της πορείας, προς τον Γολγοθά (κατά το φαινόμενο και κατ’ αρχάς) αλλά στην πραγματικότητα και εν τέλει, προς την ελευθερία από τον θάνατο, διά της Αναστάσεως.

Η δεινή κυριολεξία του θανάτου δεν παίρνει θεραπεία όπως η αιμορροούσα. Παίρνει… ανατροπή. Και για να γίνει αυτό χρειάζεται πρώτα η ξεκάθαρη αποδοχή του ότι ο άνθρωπος είναι όπως ένα πλοίο που απομακρύνεται στον ορίζοντα. Σε κάποια στιγμή χάνεται! Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως επειδή δεν το βλέπουμε δεν υπάρχει πια. Όσοι δέχονται ότι δεν υπάρχει ό,τι δεν βλέπουμε, όσοι δέχονται τον άνθρωπο σαν προηγμένο θηλαστικό, δεν έχει νόημα να συζητούν για τον θάνατο. «Έκλεισε τον βιολογικό του κύκλο». Βέβαια η φρικτή οδύνη πολλές φορές γίνεται πνευματικό ξυπνητήρι σ’ αυτόν τον «κουφό» κόσμο που ζούμε και έτσι και ο πιο μεγάλος υλιστής δεν ακούει ευχάριστα τα περί διαλύσεως της οργανικής ύλης… του παιδιού του!

Στωικισμοί «όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν» και επικούριες λογι κές τρίπλες «όταν είμαι εγώ δεν υπάρχει θάνατος και όταν έρθει οι θάνατος δεν είμαι εγώ» δεν αντέχουν τη «δεινή κυριολεξία». «Καί γονται» όπως οι πεταλούδες στη φωτιά της λάμπας.

Λοιπόν «Μόνον ο θάνατος πεθαίνει», όταν συνειδητοποιήσεις ποιος είναι η Αλήθεια και η Ζωή. Τότε μαθαίνεις ότι εμπιστοσύνη-πίστη είναι να δέχεσαι από τα χέρια Του και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα.
Τότε θέλεις να Τον ακουμπήσεις γιατί ακράδαντα το πιστεύεις ότι θα θεραπεύσει «τό αἱμορραγοῦν ἐγώ σου» (Ιγκ. Μπέργκμαν) και έτσι θα αναστήσει την «πεθαμένη παιδίσκη σου», την ψυχή σου δη-λαδή, ώστε υγιής και αναστημένος να μπορείς και συ να Του λες: θα σε ακολουθήσω όπου και αν πας. Στον ουρανό που «κατοικείς». Στα «βάθη της θαλάσσης» που και εκεί «βρίσκεσαι»! Στη συνθήκη του θανάτου (στον Άδη) τον οποίο κατεπάτησες!
Συ, Κύριε, με φροντίζεις (ποιμαίνεις) και δεν φοβάμαι κανένα κακό ούτε και όταν θα πορευθώ «ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου» αφού «Σύ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ (Ψαλμ. 22)
και πλέον όχι εγώ, αλλά «Μόνον ο θάνατος θα (έχει) πεθάνει».

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος
Από το βιβλίο ” 365 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ”