
Ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης: Η ζωή και το έργο του
[+ΤΕΤΑΡΤΗ -Ε’ ΝΗΣΤΕΙΩΝ- “ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΟΝΑ” (17/4/2024) ~ΩΡΑ 6.00 μ.μ. ~Η ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΗ ΜΙΚΡΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΜΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ: ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ, ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΛΗΨΙΝ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ.]
Ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης υπήρξε μια πολύ αξιόλογη φυσιογνωμία στην εποχή του κι ένας από τους κορυφαίους ποιητές και υμνογράφους μας. Είναι ο συντάκτης του θεσπεσίου Μεγάλου Κανόνος. Η γνώση του βίου του μεγάλου τούτου Ιεράρχη και ποιητή δεν είναι η ανάλογη με την αξία που έχει και τη σημασία που απόχτησε στη λειτουργική συνείδηση της Εκκλησίας ο Μέγας Κανών. Και να σκεφθεί κανείς ότι υπήρξε μια μεγάλη εκκλησιαστική μορφή μ’ ένα υπέροχο ποιμαντικό έργο και μια πλούσια συγγραφική προσφορά!
Καταγωγή
Γεννήθηκε γύρω στο 660 μ.Χ. στην ξακουστή Δαμασκό, μία απ’ τις πιο αρχαίες και μεγάλες πόλεις της Ανατολής. Eδώ έγινε η θαυμαστή επιστροφή του αποστόλου των εθνών Παύλου. Στην πόλη τούτη βαπτίστηκε, έλαβε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και εκφώνησε τα πρώτα κηρύγματά του. Γι’ αυτό είναι το καύχημα και η δόξα της. Έδωσε στην Εκκλησία ένα «σκεύος εκλογής» (Πραξ. 9,15)• στην οικουμένη ολόκληρη «πατέρα και διδάσκαλον ευσεβείας».
Και ο θείος Παύλος, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του αγίου Ανδρέα Μακάριος Μακρής, της επιφύλαξε μια μεγάλη τιμή• «φύειν άνδρας αγαθούς και διδασκάλους τω της Χριστού Εκκλησίας πληρώματι». Ένας τέτοιος καρπός ήταν κι ο ιερός Ανδρέας.
Υπήρξε γόνος οικογένειας που τη διέκρινε η ευσέβεια και τη στόλιζε το άνθος της χριστιανικής αρετής. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος και η μητέρα του Γρηγορία, «άνθρωποι θεοφιλείς τε και κόσμιοι και αρετής μάλλον η της κάτω κτήσεως πλούτου κομώντες και σεμνυνόμενοι». Μέχρι τα επτά του χρόνια ο μικρός Ανδρέας αδυνατούσε να μιλήσει. Η γλώσσα του ήταν δεμένη. Όταν όμως συμπλήρωσε τα επτά χρόνια και ήρθε μια μέρα στον ναό με τους γονείς του για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία και κοινώνησε το άχραντο σώμα και αίμα του Κυρίου, η γλώσσα του κατά τρόπο θαυμαστό λύθηκε και άρχισε χωρίς καμιά δυσκολία πλέον να ομιλεί. Εδώ στη Δαμασκό διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα και ποτίστηκε με το άδολο γάλα της ευσέβειας, που πολύ σύντομα έγινε πόθος φλογερός που πυρπόλησε την καρδιά του και τον παρακινούσε ν’ αφιερώσει την ύπαρξή του στην αγάπη και τη λατρεία του Θεού.
Ιεροσολυμίτης
Η θερμή αυτή αγάπη του για τον Χριστόν οδηγεί τα βήματά του σε ηλικία δεκαπέντε ετών περίπου στην Αγία Πόλη. Αποφασίζει ν’ αφιερωθεί στον πανίερο ναό της Αναστάσεως. Οι γονείς του όχι μόνο δεν αντιδρούν αλλ’ όπως σημειώνουν οι βιογράφοι του, οι ίδιοι τον προσάγουν για να τον αφιερώσουν. Σημάδι και τούτο του βάθους της πνευματικότητας της οικογένειας του Αγίου, μες στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Τα Ιεροσόλυμα υπήρξαν ο τόπος, όπου ο Ανδρέας μορφώθηκε πλατιά και καλλιεργήθηκε βαθιά. Και στη θύραθεν παιδεία και στα θεολογικά γράμματα. Τον βοηθούσαν άλλωστε σ’ αυτό τα πολλά πνευματικά χαρίσματα με τα οποία τον είχε προικίσει ο Θεός. Εκεί έγινε μοναχός και ανέλαβε καθήκοντα πατριαρχικού νοταρίου (γραμματέα δηλαδή) κοντά στον πατριάρχη Θεόδωρο. Αν και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε και η Κρήτη υπήρξε ο τόπος της μεγάλης του προσφοράς, εν τούτοις το πέρασμά του από τα Ιεροσόλυμα του έδωσε τον τίτλο του Ιεροσολυμίτη, που τον συνόδευε σ’ ολόκληρη τη ζωή του και συνεχίζει να τον παρακολουθεί και μετά την κοίμησή του.
Στη Βασιλεύουσα
Γύρω στα 685 μ.Χ. η Εκκλησία των Ιεροσολύμων χρειάστηκε να εκφράσει εγγράφως την ομολογία πίστεώς της στα όσα αποφασίστηκαν γύρω από τις δύο θελήσεις και ενέργειες του Χριστού από την Στ´ Οικουμενική Σύνοδο (680-81) και να την αποστείλει στη Βασιλεύουσα. Στην αποστολή αυτή της ομολογίας χρησιμοποιήθηκε ο πατριαρχικός νοτάριος Ανδρέας μαζί με άλλους δύο γέροντες «των του κλήρου λογάδων»• «τον προκείμενον ημίν άνδρα, τον άξιον του Θεού δούλον, ει και εν ηλικία νέα υπήρχε, μεγάλως δια την σεμνότητα των τρόπων επιλεξάμενοι και τούτω εγχειρίσαντες και εμπιστεύσαντες τα των ειρημένων ευσεβών δογμάτων αντίγραφα, ήγουν της ορθής αυτών πίστεως την ομολογίαν, μετά των δύο ευλαβών γερόντων τούτον προς τον αυτόν ανέπεμψαν βασιλέα».
Από την αποστολή αυτή ο άγιος Ανδρέας έμελλε να μην επιστρέψει ποτέ πίσω στα Ιεροσόλυμα. Για λόγους που δεν μπορούμε να ξέρουμε, έμεινε στην Κωνσταντινούπολη και υπηρέτησε εκεί την Εκκλησία. Ίσως αρχικά να εγκαταβίωσε στην περίφημη μονή της Θεοτόκου των Βλαχερνών, προς τιμήν της οποίας αργότερα, όταν έγινε επίσκοπος, έκτισε στην Κρήτη μεγαλοπρεπή ναό. Χειροτονείται διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας και του ανατίθεται η φροντίδα δύο φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, του «ευαγούς ορφανοτροφείου» και «των Ευγενείου», στη διοίκηση των οποίων ο Άγιος επέδειξε τον πλούτο της αγάπης του και τις πολλές ικανότητές του. Ασφαλώς στο χρονικό διάστημα της εικοσάχρονης παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη ο άγιος Ανδρέας διακρίθηκε και ως ρήτορας και ως διδάσκαλος.
Επίσκοπος
Πολύ γρήγορα το ήθος, η πλούσια παιδεία, το χάρισμα του λόγου και όλα τ’ αλλά προσόντα που διέθετε ο Άγιος έγιναν ευρύτερα γνωστά. Η φήμη του ονόματός του απλώθηκε παντού. Γι’ αυτό και γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ο λαός τον υποδέχτηκε με θερμές εκδηλώσεις τιμής και αγάπης.
Το ποιμαντικό έργο του αγίου Ανδρέα υπήρξε πλούσιο και καρποφόρο. Συνδύασε άριστα τα θεωρητικά ενδιαφέροντα και την αγάπη του για την ποίηση με τα πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα. Ως επίσκοπος, όπως αναφέρει ο βιογράφος του, «έδειξε το τε μεγαλοφυές αυτού της ψυχής και το της αρετής απαράμιλλον και την τελεωτάτην έξιν της ποιμαντικής επιστήμης». Το ενδιαφέρον του πρωταρχικά στράφηκε προς τον ιερό κλήρο. Γνώριζε το ύψος της ιερωσύνης. Είχε συνειδητοποιήσει βαθιά το μεγαλείο της ιερής αποστολής και τις ευθύνες που συνεπάγεται για κείνους που αναδέχονται το χάρισμα του Θεού. Όλα αυτά προσπάθησε όχι μόνο να τα μεταδώσει με τον λόγο και τη διδαχή στον κλήρο της επισκοπής του, αλλά και να τα ακτινοβολήσει μέσα από τη δική του ιερατική ζωή και το προσωπικό του παράδειγμα.
Η φροντίδα του επισκόπου αγκάλιασε ακόμη και τους μονάζοντες• «τους παρθενώνας και τα σεμνεία ρυθμίζει και περί βίου νομοθετεί μοναχών». Απ’ το ιερό τάγμα των μοναζόντων θα επιλέξει και τους ιερωμένους που θα εγκαταστήσει στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, τον οποίο ο ίδιος ανοικοδόμησε. Το μεγάλο χρέος κάθε επισκόπου είναι η προστασία και ο στηριγμός του λαού. Η καθοδήγησή του με το φώς της αληθείας του λόγου του Θεού. Ο αγιασμός του με τη ζωοποιό χάρη των θείων μυστηρίων. Η διαφύλαξή του από τη λύμη της αιρέσεως και τις επιθέσεις του πονηρού. Στο ιερό τούτο χρέος του ο επίσκοπος Ανδρέας ανταποκρίθηκε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του.
Όπως αναφέρει ο βιογράφος του, «παιδαγωγεί την νεότητα, συνετίζει την πολιάν, τους αμαρτάνοντας επιστρέφει, τοις μετανοούσιν εγγυάται τον θείον έλεον, τους αγωνιζομένους αλείφει, τοις καλώς τρέχουσιν ευτονίαν προστίθησιν, αμύνει πολεμουμένοις, περιτρεπομένους υπανέχει, πίπτοντας ανορθοί, υποστηρίζει τους οκλάζοντας, νικώντας στεφάνοις λαμπροίς αναδεί• γίνεται μεν εστώσιν ασφάλεια, τοις δε κειμένοις ανάστασις, ασθενούσι ρώσις, αθυμούσι παραμυθία, ολιγωρούσιν αναψυχή, πατήρ ορφανών, προστάτης χηρών, πενήτων άσυλος θησαυρός, πεινώντων τροφή, ριγώντων εσθής». Όταν τα νότια παράλια της Κρήτης θα δεχτούν μεγάλη επιδρομή των Αράβων και ο χριστιανικός πληθυσμός θα καταφύγει στο κάστρο «του Δριμέως», ανάμεσά τους θα σταθεί και ο επίσκοπος δοκιμάζοντας κι εκείνος τις ταλαιπωρίες του λαού, εμψυχώνοντας τον και προσευχόμενος θερμά για τη σωτηρία του. Άλλοτε πάλι, που είχε ενσκήψει μεγάλη ανομβρία και ξηρασία στη νήσο, οι θερμές προσευχές του αγίου επισκόπου άνοιξαν τους ουρανούς• «τον συνήθη τη γη δίδωσιν υετόν και καταψύχει τους εκτακέντας και την μάστιγα αναστέλλει του λιμού».
Η στοργή του επισκόπου στράφηκε ακόμη και προς τους πονεμένους. Για χάρη των ελαχίστων αδελφών του Ιησού οικοδόμησε ένα τεράστιο φιλανθρωπικό ίδρυμα «τον Ξενώνα». «Έτι τε και ξενώνα εξ αυτών κρηπίδων ιδρύεται, ως θεραπείαν γεγηρακότων, εις ιατρείαν και άκος νοσούντων, εις ξένων και πενήτων σκέπην τε και κατανομήν. Οις ου μόνον δαψιλώς εχορήγει τα προς χρείαν άπασαν και διατροφήν, τα του Θεού θείως και πανσόφως ο πάνσοφος ανακαλών, αλλά και τον αυτού Δεσπότην μιμούμενος και διδάσκαλον, ως καν τοις άλλοις άπασιν, οικείαις τοις νοσούσι διηκονείτο χερσί, λεντίω ζωννύμενος και τοις ποσί χείρας νίπτων και κεφαλάς, και έλκη καθαίρων, και τους μυδώντας ιχώρας μονονού τη γλώττη απομάττων και εκμυζών. Ούτως αυτόν είλεν η του Θεού και του πλησίον αγάπη».
Προς την Υπεραγία Θεοτόκο έτρεφε πολλή αγάπη και βαθιά ευλάβεια. Το διαπιστώνουμε από τους ύμνους που της αφιέρωσε. Από τους λόγους που εκφώνησε και τα εγκώμια που έπλεξε για το άγιο πρόσωπο και τις εορτές της. Έκφραση ακόμη αυτής της αγάπης υπήρξε και η ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού προς τιμήν της Παναγίας, που τον ονόμασε Βλαχέρνες• «ναόν εκ νέας ευπρεπώς ωκοδόμησε της Παναχράντου και πανυμνήτου Θεοτόκου Μαρίας, του εμψύχου και ηγιασμένου του Θεού Λόγου ναού, Βλαχέρνας τον τοιούτον παρ’ αυτού οικοδομηθέντα ναόν ονομάσας, ιερείς λειτουργούς εκ του μοναχικού σχήματος εν αυτώ προς υμνωδίαν και δοξολογίαν Θεού θεοπρεπώς εγκαταστήσας, εις αντίδωρον των μεγαλοδωρεών και αντιλήψεων των εις αυτόν παρά της του Θεού πύλης προελθόντων». Δεν παρέλειψε ακόμη να φροντίσει και για τους παλαιούς και «ημελημένους» ναούς. Τους επισκεύασε και «ευπρεπώς αυτούς κατεκόσμησε» με όσα ήταν αναγκαία για την ιερή λειτουργία τους «πλουσία και φιλοτίμω χειρί».
Το τέλος του
«Χρείας καλεσάσης» ο σεβάσμιος επίσκοπος Κρήτης μετέβη στην Κωνσταντινούπολη. Ποια ήταν αυτή η ανάγκη που τον έφερε στη Βασιλεύουσα δεν γνωρίζουμε. Και οι δύο βιογράφοι του -πολύ μεταγενέστεροι βέβαια- σιωπούν. Πολλοί από τους νεωτέρους ερευνητές συσχετίζουν το ταξίδι του αυτό με την εικονομαχία που είχε ήδη εκραγεί και την εικονόφιλη στάση που ασφαλώς θα έλαβε ο άγιος Ανδρέας. Στην Κωνσταντινούπολη πολλοί τον υποδέχτηκαν με αγάπη και σεβασμό και τον συναναστράφηκαν για να ωφεληθούν πνευματικά• «πολλοί προς αυτόν ωφωλείας χάριν αόκνως παρεγίνοντο… τω υετώ της διδασκαλίας αυτού τας καρδίας καταρδευόμενοι».
Εδώ στην Κωνσταντινούπολη προείδε το τέλος της πρόσκαιρης ζωής του και ότι «εν τη μητροπόλει αυτού ετι ζών ου μη παραγένηται». Πράγματι. Επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στην Κρήτη, απέθανε στην Ερεσσό της νήσου Λέσβου στις 4 Ιουλίου του 740 μ.Χ. και ενταφιάστηκε εκεί στον ναό της αγίας μάρτυρος Αναστασίας. Η καθιέρωσή του ως Αγίου έγινε αρκετά νωρίς, αν κρίνουμε απ’ το γεγονός ότι τον Κανόνα της Ακολουθίας του συνέταξε ο Θεοφάνης ο Γραπτός (†845). Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την 4η Ιουλίου, ημέρα της μακάριας κοιμήσεώς του.
Το συγγραφικό του έργο
Ο άγιος Ανδρέας διακρίθηκε ως εκκλησιαστικός ρήτορας και ποιητής. Το πεζογραφικό έργο του είναι όλο σχεδόν εγκωμιαστικό. Εγκωμίασε με ιερό πάθος την Υπεραγία Θεοτόκο. Διασώθηκαν θαυμάσιες ομιλίες του στη Σύλληψη, τη Γέννηση, την Υπαπαντή, τα Εισόδια, τον Ευαγγελισμό, την Κοίμηση, καθώς και στον Ακάθιστο Ύμνο. Ομιλίες του έχουμε και σε μεγάλες Δεσποτικές εορτές, όπως στη Γέννηση, την Περιτομή και τη Μεταμόρφωση. Ένας άλλος κύκλος ομιλιών του είναι τα εγκώμια σε διαφόρους αγίους, όπως αποστόλους (Ιωάννης, Λουκάς, Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, Τίτος), συγγενικά πρόσωπα του Κυρίου (Ιωακείμ και Άννα, Ιωάννης ο Πρόδρομος), μάρτυρες (Δέκα εν Κρήτη, Γεώργιος, Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός), τον άγιο Νικόλαο, τον όσιο Πατάπιο καθώς και στον Τίμιο Σταυρό.
Ο άγιος Ανδρέας υπήρξε κυρίως ποιητής. Γι’ αυτό και οι λόγοι του είναι έντονα επηρεασμένοι από το ενθουσιαστικό στοιχείο της ποιήσεως. Ο λόγος του είναι ζωντανός, γοργός και χειμαρρώδης. Γνώριζε καλά τα μυστικά της ρητορικής τέχνης και είχε βαθιά γνώση της αττικής γλώσσας, όπως βέβαια χρησιμοποιόταν μες στην Εκκλησία. Από τις ομιλίες του αποδεικνύεται ακόμη και βαθύς γνώστης της Αγίας Γραφής και μάλιστα της Παλαιάς Διαθήκης, την οποία ως επί το πλείστον ερμηνεύει αλληγορικά για να συναγάγει χρήσιμα συμπεράσματα για τον ηθικό βίο των ακροατών του.
«Δια πρώτην φοράν, παρατηρεί νεώτερος συγγραφέας, τότε και ασφαλώς μοναδικήν έως σήμερον ηκούσθησαν εις Κρήτην κηρύγματα με τα δύο τυπικά χαρακτηριστικά των λόγων του Ανδρέου, την έντεχνον ρητορικήν επεξεργασίαν και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Ο Ehrhard τον χαρακτηρίζει ως «τον καλύτερον εκκλησιαστικόν ρήτορα της Βυζαντινής εποχής. Το ύφος του είναι ζήτημα αν το έφθασε άλλος κανείς εις πλούτον αποχρώσεων, πάθους και τεχνικής.
Πολύ πιο πλούσιο υπήρξε το ποιητικό έργο του. Ο άγιος Ανδρέας θεωρείται ο ευρετής της ποιήσεως των ασματικών Κανόνων. Συνέταξε το κείμενο και το μέλος πολυάριθμων Ειρμών και Κανόνων, Ιδιομέλων και Στιχηρών. Η σύνθεση των Κανόνων απ’ τον άγιο Ανδρέα και τους δύο άλλους μεγάλους μελωδούς, επίσης Ιεροσολυμίτες, τον Κοσμά Μαϊουμά και Ιωάννη τον Δαμασκηνό, παραμέρισε πλήρως το προγενέστερο ποιητικό είδος των Κοντακίων. Ο Κανών αναδείχτηκε κυρίαρχο ποιητικό είδος στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και εξακολουθεί να δεσπόζει μέχρι σήμερα.
Κανόνες στην εκκλησιαστική υμνογραφία ονομάστηκαν εκτενείς ύμνοι, οι οποίοι αποτελούνται από Ωδές που ποικίλλουν από πλευράς αριθμού και δεν ξεπερνούν ποτέ τις εννιά. Κάθε Ωδή πάλι περιλαμβάνει μια εισαγωγική στροφή, τον Ειρμό, και τρείς ως τέσσερις ακόμη στροφές, που ψάλλονται σύμφωνα με το μέλος του Ειρμού και ονομάζονται τροπάρια. Οι Κανόνες πολλές φορές έχουν ακροστιχίδα. Η ακροστιχίδα είναι μικρή φράση που μας δίνει το όνομα του ποιητή του Κανόνα ή αναφέρεται στην υπόθεση της εορτής που ο Κανόνας εξυμνεί και σχηματίζεται απ’ το πρώτο γράμμα των Ειρμών και των τροπαρίων ολόκληρου του Κανόνα. Μερικές φορές η ακροστιχίδα είναι αλφαβητική.
Κάθε Κανόνας αποτελείται, όπως αναφέραμε, από διάφορο αριθμό Ωδών. Ποτέ όμως δεν ξεπερνά τις εννιά, όσες δηλαδή είναι και οι βιβλικές ωδές (ωδές που περιέχονται στην Αγία Γραφή), τις οποίες χρησιμοποιούσε η αρχαία Εκκλησία στη λατρεία της μαζί με τους Ψαλμούς. Σχολιάζοντας τους Ειρμούς του Μεγάλου Κανόνος κάνουμε εκτενή λόγο για τις εννιά αυτές βιβλικές ωδές.
Οι Κανόνες του αγίου Ανδρέα έχουν ως θέματα τον Χριστό, τη Θεοτόκο, τον Πρόδρομο, τους Αγίους, εορτές του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου και διάφορα αλλά. Η ποίησή του διακρίνεται για τη σαφήνεια, τη μεγαλοπρέπεια και τον διδακτικό της χαρακτήρα. Ο άγιος Ανδρέας εκφράζοντας τον πλούτο των αισθημάτων του και τη βαθιά του γνώση γύρω από τα διάφορα θέματα της εν Χριστώ ζωής, γίνεται χειραγωγός του κάθε πιστού, που ψάλλει ή ακούει τους ύμνους του, στην απόκτηση μετανοίας, συντριβής, βαθύτερης βιώσεως του μυστηρίου της σωτηρίας.
~του Σεβ. Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών
[Από το βιβλίο: Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Αδαμιαίος θρήνος. Ο Μέγας Κανών Ανδρέου του Κρήτης. Εισαγωγή – κείμενο – μετάφραση – σχόλια, 4η εκδ. (Αθήνα: Αποστολική Διακονία, 2009), 23-31].