
ΠΑΓΩΤΟ ΒΑΝΙΛΙΑ ΜΕ ΒΥΣΣΙΝΟ ΣΠΙΤΙΚΟ!
Ήταν αρχές Ιουλίου και η ζέστη κόλλαγε πάνω στο δέρμα σαν βρεγμένο σεντόνι.
Ο κυρ-Στέλιος είχε ανοίξει το μικρό του ψυγείο έξω από το μπακάλικο, όπως έκανε κάθε καλοκαίρι από το 1983.
Μόνο που φέτος κάτι ήταν διαφορετικό.
Πάνω στο καπάκι του ψυγείου, ένα χαρτόνι γραμμένο με μπλε μαρκαδόρο:
«Δοκιμάστε το νέο: Παγωτό βανίλια με βύσσινο σπιτικό».
Η Ελένη, 9 χρονών, στάθηκε μπροστά του με το κέρμα των 50 λεπτών να ιδρώνει στην παλάμη της.
Συνήθως έπαιρνε ξυλάκι φράουλα.
Φτηνό, στάνταρ, ασφαλές.
Το βύσσινο όμως… το βύσσινο ήταν της γιαγιάς της.
«Κυρ-Στέλιο, το έφτιαξες εσύ;» ρώτησε.
Ο γέρος γέλασε και τα μουστάκια του τρεμόπαιξαν.
«Όχι, κορίτσι μου.
Η κυρά-Μαρίκα από απέναντι.
Έβγαλε τα βυσσινάκια από την αυλή της.
Τα έβρασε με λίγη ζάχαρη, τα άφησε να κρυώσουν ολόκληρο βράδυ.
Το πρωί μου χτύπησε την πόρτα. “Στέλιο”, μου λέει, “φέτος δεν θα πάνε χαμένα”.»
Η Ελένη το πήρε.
Το πρώτο δάγκωμα ήταν παγωμένη βανίλια, γλυκιά και αθώα.
Το δεύτερο όμως…
Το δεύτερο βρήκε το βύσσινο.
Ξινόγλυκο, σκούρο κόκκινο, έκανε τη βανίλια να μοιάζει παραμύθι.
Έκλεισε τα μάτια.
Ήταν η γεύση από τα χέρια της γιαγιάς της που έφυγε τον Μάρτη.
Ήταν τα καλοκαίρια στο χωριό, όταν μάζευαν βύσσινα με τη σκάλα και τα χέρια τους γίνονταν μωβ για μέρες.
«Είναι σαν δάκρυ που χαμογελάει», είπε χωρίς να το σκεφτεί.
Ο κυρ-Στέλιος σώπασε.
Μετά άνοιξε το ψυγείο κι έβγαλε ένα ακόμα.
«Αυτό κέρασμα. Να το πας στη Μαρίκα.
Πες της ότι ο Στέλιος είπε πως φέτος το καλοκαίρι θα το θυμόμαστε.»
Η Ελένη έτρεξε απέναντι με το παγωτό να λιώνει στα δάχτυλά της.
Η κυρά-Μαρίκα καθόταν στο πεζούλι και ξεδιάλεγε βύσσινα. Όταν είδε το κορίτσι, τα μάτια της γυάλισαν.
«Σου άρεσε;»
«Μου θύμισε τη γιαγιά.»
Η Μαρίκα χάιδεψε τα μαλλιά της Ελένης με χέρια που μύριζαν ακόμα ζάχαρη και καλοκαίρι.
«Τότε πέτυχε, κορίτσι μου.
Τα βύσσινα δεν τα φτιάχνουμε για να τα φάμε.
Τα φτιάχνουμε για να θυμόμαστε.»
Εκείνο το καλοκαίρι, το ψυγείο του κυρ-Στέλιου άδειαζε κάθε μεσημέρι.
Όχι γιατί ο κόσμος ήθελε παγωτό.
Γιατί όλοι είχαν κάποιον να θυμηθούν και το βύσσινο, τελικά, ήταν η πιο γλυκιά δικαιολογία.
Άννα Δανάλη.
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ “Ομφαλός της γης ΙΙ”]