Ό,τι άφησες πίσω, το κράτησα Εγώ.
Και το έκανα φώς για τους άλλους

Χρυσά χέρια σου δόθηκαν
όχι για να κρατάς θησαυρούς,
μα για να σμιλεύεις με φώς
τον αόρατο θρόνο του Θεού.

Δεν έμαθες να μετράς
ούτε σε νομίσματα, ούτε σε επιτυχίες.
Ό,τι έπιανες γινόταν λιβάνι·
η σιωπή σου, ψαλμός που δεν έμαθε να ζητά.

Το σφυρί σου δεν ήξερε τιμή,
παρά μόνο τάμα.
Κάθε σου χτύπος
έγραφε πάνω στα πράγματα
το όνομα Του,
χωρίς να φαίνεται
μα να μένει.

Αδίκησες;
Ίσως.
Αν η αγάπη μετριέται με τραπέζια στρωμένα
και όχι με δάκρυα που δεν είδε κανείς.

Άφησες πίσω τη γυναίκα, τα παιδιά,
τους ανθρώπους που σε λέγαν δικό τους·
όχι από σκληρότητα,
μα γιατί σε φώναξε κάτι πιο βαθύ
απ’ το αίμα.

Δεν εκμεταλλεύτηκες το όνομά σου.
Δεν πούλησες τις σκιές που σε χειροκροτούσαν.

Οι γνωστοί κι οι ξένοι
απορούσαν πώς άντεχες
να μη θησαυρίζεις
όταν μπορούσες.

Εσύ, προσηλωμένος
στο έργο που δε διάλεξες,
μα σου δόθηκε.
Στον αγώνα
που δεν σου έταξε δόξες
μονάχα πληγές και ανάσταση.

Κι έτσι έμεινες φτωχός.
Και τα παιδιά σου επίσης.
Η βιοπάλη έγινε προσευχή,
το ψωμί σας, ταπεινό και τίμιο.

Όμως μέσα σ’ αυτή τη φτώχεια
ένας άλλος πλούτος φύτρωσε:
η ειρήνη εκείνου
που περπάτησε χωρίς ιδιοτέλεια
και άφησε πίσω του δρόμο.

Κι όταν μείνεις γέρος,
κουρασμένος, ίσως μόνος,
θα ’ρθει Εκείνος, σιγανά,
να σκύψει στο αυτί σου
και να σου πει:
“Ό,τι άφησες πίσω,
το κράτησα Εγώ.
Και το έκανα φώς
για τους άλλους.”

Από τη σελίδα: “Κούρος Αλέξανδρος”

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading