«ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ,-ΒΑΓΓΕΛΗ ΜΟΥ- ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ!…»
[…] Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: «Πές το πάλι». Μνημόνευε στήν πρόθεσι χιλιάδες ονόματα. Ειχε πάει 2:30 το πρωί. Είπα το «Ὅσοι εἰς Χριστόν», τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρείς την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια! Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: «Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι». Κι εγώ του απαντώ: «Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως;». Μου λέει: «Χαίρονται κι αυτοί, Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε». Καί τι να ψάλλω; Περίμενα να τελειώση. Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις …