Όσιος Ιάκωβος (Τσαλίκης): “Ένοιωσα τότε νά μέ ἀκουμπάει ἡ γέρικη πλάτη Ἱερέως, ἔνιωσα τή χάρη τῆς ἱερωσύνης. “

«Κάποτε», διηγεῖτο ὁ Γέροντας, «ἀρρώστησα ἀπό βαριά ὁσφυαλγία, ἡ ὁποία μέ ἀκινητοποίησε στό κρεβάτι. Έκανα τότε ὀγδόντα ἐνέσεις χωρίς νά δῶ τήν παραμικρή ὠφέλεια. Ἐπειδή ἔβλεπα ὅτι ἀνθρωπίνως ἦταν ἀδύνατον να θεραπευθῶ παρακάλεσα τόν Άγιο Δαβίδ νά ἔλθει νά με θεραπεύσει λέγοντας του:
-Άγιε μου, έλα σε παρακαλῶ νά μέ βοηθήσεις, νά μὲ θεραπεύσεις. ᾿Αλλά μήν ἔρθεις μέ τή δική σου μορφή, γιατί ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος δειλός καί δέ θ’ ἀντέξω νά σέ δῶ. Ἔλα μέ τή μορφή ἑνός ἀπό τούς πατέρες τῆς Μονῆς τοῦ τάδε ἢ τοῦ τάδε.

Ἐκείνη τήν ἐποχή φιλοξενούσαμε ἕναν ῾Αγιορείτη Μοναχό Αγιοπαυλίτη, τόν π. Σπυρίδωνα.
Μόλις τελείωσα τήν προσευχή μου, ἄνοιξε ἡ πόρτα καί μπῆκε μέσα ὁ ῞Αγιος μέ τή μορφή αὐτοῦ τοῦ ἀδελφοῦ καί μοῦ λέει:
-Τί ἔχεις, πάτερ Ἰάκωβε;
-Τί νά ἔχω, πάτερ Σπυρίδωνα, πονάει πολύ ἡ μέση μου καί δέ μπορῶ νά κουνηθῶ. Τότε, μοῦ λέει ὁ Ὅσιος:
-Ποιός εἶμαι ἐγώ; Ὁ πατήρ Σπυρίδων εἶμαι; Ξέρεις ποιός εἶμαι, ἀλλά δέ θέλεις νά πεῖς τό ὄνομά μου.῎Ελα νά σέ βοηθήσω. Γιά κάθησε νά μοῦ πεῖς ποῦ πονᾶς.
-῎Αν μποροῦσα, πάτερ μου, νά καθήσω, θά σηκωνόμουν κιόλας. Δέ μπορῶ νά κουνηθῶ τοῦ ἀπάντησα.
-Έλα νά σέ βοηθήσω ἐγώ, μοῦ λέει ὁ ῞Οσιος.
Κι ἔτσι κάθησα μέ τή βοήθειά του. Κάθησε κι ὁ ῞Οσιος πίσω μου κι ἀκουμπώντας τήν πλάτη του στή δική μου πλάτη, μέ στήριξε. Ένοιωσα τότε νά μέ ἀκουμπάει ἡ γέρικη πλάτη Ἱερέως, ἔνιωσα τή χάρη τῆς ἱερωσύνης. Τότε ὁ ῞Οσιος μέ σταύρωσε, ὅπου πονοῦσα καί στή λεκάνη καί στόν αὐχένα, πού ὑπέφερα ἀπό πονοκεφάλους, καί ἀμέσως πέρασαν ὅλα. Οὔτε πόνοι, οὔτε ἴχνος ἀρρώστιας, ἀλλά μόνο χαρά καί ἀγαλλίαση.
Αμέσως ὁ ῞Αγιος ἄνοιξε τήν πόρτα καί βγῆκε ἔξω. Τότε ἄρχισα νά ἐλεεινολογῶ τόν ἑαυτό μου γιά τή δειλία μου, πού δέν τοῦ ἔβαλα μιά μετάνοια νά τόν εὐχαριστήσω. Καί ἄρχισα να ψάλλω τό ἀπολυτίκιό του.

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading