«Ἄγγιγμα δέους και προσδοκίας»

~Μερόπη Ν. Σπυροπούλου Ὁμότιμη Καθ. Παν/μίου Ἀθηνῶν

Μέ ἀφορμή τήν ἀφήγηση μιᾶς φίλης, ἡ Μαρία ἀξιώθηκε νά παρακολουθήσει μιά μοναδική κι ἀξέχαστη – σέ νόημα καί μηνύματα – περιφορά Ἐπιταφίου. Αὐτήν πού γίνεται ἀπό ἕνα μικρό ἐκκλησάκι, κτισμένο στόν περίβολο ἑνός ἀπό τά μεγαλύτερα Νοσοκομεῖα τῆς Ἀθήνας.

Μετά ἀπό μιά κατανυκτική ἀκολουθία τῶν Παθῶν, ἐθελοντές ἀπό τό ἐκκλησίασμα προθυμοποιήθηκαν νά σηκώσουν τόν Σταυρό, τό μικρό ἀνθοστολισμένο κουβούκλιο καί τόν χρυσοκέντητο Ἐπιτάφιο.

Μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἱερέα καί μέ τούς ψάλτες καί ὅλο τό ἐκκλησίασμα νά ψάλλει τά ἐγκώμια, ἡ μικρή πομπή βγῆκε ἀπό τόν Ναό καί κατευθύνθηκε πρός τό Νοσοκομεῖο. Ὁ οὐρανός πού, ὅπως κάθε τέτοια μέρα, πενθοῦσε, συνόδευσε μέ λίγα δάκρυα τήν μικρή πορεία τους.

Χωρίς στάση, ἀνέβηκαν ψάλλοντας στόν ὄγδοο ὄροφο καί, στόν μεγάλο κεντρικό διάδρομο, ἄρχισε τό τελετουργικό τῆς δεήσεως. Ὅσοι ἀσθενεῖς μπόρεσαν, μέ τήν βοήθεια νοσηλευτριῶν καί γιατρῶν, εἶχαν ἤδη σταθεῖ μπροστά ἀπό τίς πόρτες τῶν θαλάμων.

Μέ συγκινητική κατάνυξη, σέ φορτισμένη ἀτμόσφαιρα, ἄκουγαν ὅλοι τήν δέηση «ὑπέρ τῶν νοσούντων καί τῶν νοσηλευομένων, ὑπέρ τῶν ἰατρῶν καί τῶν νοσηλευτῶν», κι ἔκαναν σιωπηλά τόν σταυρό τους.

Μερικοί ἅπλωναν δειλά τό χέρι γιά νά πάρουν ἕνα φυλλαράκι ἀπό τά λουλούδια πού στόλιζαν τό κουβούκλιο ἤ ἀπό τά ροδοπέταλα πού ἦταν σκόρπια πάνω στόν Ἐπιτάφιο. Τό φιλοῦσαν καί τό ἔχωναν βιαστικά στόν κόρφο τους, σάν φυλαχτό.

Μόλις τελείωσε ἡ δέηση, κάποιοι στράφηκαν πρός τούς ἀσθενεῖς:

– «Περαστικά σας καί Καλή Ἀνάσταση!»

Τά «εὐχαριστῶ» τους συνοδεύονταν ἀπό ἕνα χαμόγελο, πού φώτισε τά χλωμά πρόσωπα.

Ἡ Μαρία νόμιζε ὅτι ἔτσι θά συνεχιζόταν τό τελετουργικό καί στούς ἄλλους ὀρόφους. Ὅμως, εἶχε κάνει λάθος. Ὁ ἱερέας, μέ τήν ὑπόλοιπη πομπή, προχώρησε στόν διάδρομο καί προσπέρασε τήν σκάλα.

Ὁ καλός πομένας εἶχε τήν ἔγνοια του καί σ’ αὐτούς πού δέν μπόρεσαν νά σηκωθοῦν καί νἄρθουν στόν διάδρομο. Κοιτάζοντας ἀπό τίς ἀνοιχτές πόρτες, ὅπου ἔβλεπε ξαπλωμένους ἀσθενεῖς, ἔκανε
νόημα στούς πιστούς πού κρατοῦσαν τόν Ἐπιτάφιο. Κι αὐτοί τόν ἀκολουθοῦσαν ψάλλοντας, περνοῦσαν προσεκτικά ἀπό τίς πόρτες καί πλησίαζαν, ὅσο πιό κοντά μποροῦσαν, στά κρεβάτια τῶν
ἀνήμπορων ἀσθενῶν.

Κι ἐκεῖνοι πού περίμεναν, μέ μιάν ἀνείπωτη λαχτάρα στό κουρασμένο τους βλέμμα, βουρκωμένοι, ἀλλά καί μέ μιάν ἀπίστευτη θέληση, μέ τήν βοήθεια τοῦ ἱερέα ἤ καί κάποιου δικοῦ τους, προσπαθοῦσαν ν’ ἀνασηκωθοῦν λίγο, γιά νά μπορέσουν νά ἀγγίξουν, ἔστω, τό ἱερό πανί, τήν ἀναπαράσταση τοῦ νεκροῦ Χριστοῦ καί νά κάνουν τόν σταυρό τους, μέ τό ταλαιπωρημένο ἀπό τούς ὀρούς χέρι τους.

Μετά, καθώς ξάπλωναν πάλι, στό πρόσωπό τους ἁπλωνόταν μιά ἀπερίγραπτη ἀγαλλίαση, ἀπό τήν ζωοδότρα ἐλπίδα πού ἄφηνε πίσω του τό μυρωμένο πέρασμα τοῦ νεκροῦ Θεανθρώπου, στήν πορεία Του πρός τήν Ἀνάσταση.

Ἡ σκηνή ἐπαναλήφθηκε ἴδια πολλές φορές. Σέ κάθε ὄροφο, σέ κάθε διάδρομο, σέ κάθε θάλαμο. Καί ἡ Μαρία, ἐντυπωσιασμένη, παρακολουθοῦσε ἀπό κοντά.

Σ’ ἕναν, σχεδόν ἄδειο, θάλαμο, ὁ ἡλικιωμένος ἀσθενής πού ἦταν στό κρεβάτι δίπλα στήν πόρτα, συνόδεψε τό πέρασμα τοῦ ἱερέα καί τῶν ἄλλων σιγοψάλλοντας κι αὐτός, βραχνά καί μέ κατάνυξη, τό «Ὤ γλυκύ μου ἔαρ …». Ὁ ἱερέας, τόν σταύρωσε καί γύρισε νά βγεῖ, ρίχνοντας μιά ματιά στά ἄδεια κρεβάτια. Καί τότε τόν εἶδε…

Στό βάθος, δίπλα στό παράθυρο, ἦταν ξαπλωμένος ἕνας, μελαμψός καί σγουρομάλλης, μεσόκοπος
ἄνδρας. Τά χαρακτηριστικά του ἔδειχναν ἀμέσως πώς δέν ἦταν Ἕλληνας. Εἶχε ἀφήσει πίσω του μιάν ἄλλη μακρινή πατρίδα. Τό βλέμμα τῶν κατάμαυρων ματιῶν του, παρακλητικό, ἦταν καρφωμένο στόν ἱερέα.

Ἐκεῖνος τό εἶδε καί, ψάλλοντας, κατευθύνθηκε πρός τά ἐκεῖ, ἔκανε νόημα στούς ἄνδρες νά φέρουν τόν Ἐπιτάφιο πιό κοντά, ἔσκυψε κι ἔσφιξε τό χέρι τοῦ ἀρρώστου.

Αύτός, ξαφνιασμένος, θέλησε ν’ ἀνασηκωθεῖ λίγο στό κρεβάτι του. Μ’ αὐτήν του, ὅμως, τήν κίνηση, ἕνα ροδοπέταλο κύλησε ἀπό τό ἱερό πανί πάνω στό σεντόνι. Ὁ ἄρρωστος τό ἄγγιξε δειλά, θά ἔλεγες μέ δέος.

Ὕστερα, ἔκλεισε τά μάτια του, τό πῆρε στό χέρι του, τό ἔφερε στό μέρος τῆς καρδιᾶς καί μετά στά χείλη του. Ἔπειτα, ξαναστήλωσε τό βλέμμα του στόν ἱερέα.

Ὅμως,τώρα, τό βλέμμα ἔλεγε «εὐχαριστῶ». Ὁ παππα-Βασίλης, ψάλλοντας πάντα, τοῦ χαμογέλασε
ἀχνά καί κατευθύνθηκε πρός τήν ἔξοδο.

Ἡ Μαρία εἶχε τόσο ἐντυπωσιαστεῖ ἀπ’ τήν σκηνή πού ἔμεινε γιά λίγο νά κοιτάζει ἀπό μακριά τόν ἀλλοδαπό ἀσθενή. Γαληνεμένος τώρα, μέ μάτια κλειστά, κουνοῦσε ἀνεπαίσθητα τό χέρι του, σάν νά
χάϊδευε τό ροδοπέταλο.

Τότε, ἄκουσε τόν ἡλικιωμένο ἀσθενή νά ρωτᾶ τόν ξένο:

Σαμίρ, μήπως εἶσαι Χριστιανός;
Ἡ ἀπάντηση, μέ κάπως σπασμένα ἑλληνικά, μέ φωνή ἀργή καί βαθειά, ἀκούστηκε ὑποβλητική στόν σιωπηλό θάλαμο.

– Ὄχι κύριε Παῦλο… Εἶμαι… Μούσλημ…Ὅμως, …ἐγώ ἔχω ζήσει ἐδῶ πολλά χρόνια και ἐδῶ βρῆκα ἀνθρώπους καλούς. Ἐγώ… πιστεύω στόν Θεό πού εἶναι ἕνας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ ὄλοι εἴμαστε παιδιά του…

Ὁ κύριος Παῦλος χαμογέλασε ἥσυχα.

Γυρίζοντας νά φύγει ἡ Μαρία, γιά νά προλάβει τούς ἄλλους, τόν ἄκουσε νά σιγοψιθυρίζει:
«…Ὁ Ἰωσήφ προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καί καθικετεύει λέγων. Δός μοι τοῦτον τόν ξένον…».

Ἦταν μιά συγκλονιστική περιφορά Ἐπιταφίου.

ΜΕΡΟΠΗ Ν. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ὁμότιμη Καθ. Παν/μίου Ἀθηνῶν
(Ἀπό τό βιβλίο «Ἐπεισόδια τῆς ζωῆς», Ἐκδ. ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ, 2014)

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
ἔτος 49ο ­– Ἀπρίλιος ­2015 –­ τεῦχος ­498. Εἰκόνα ἀπὸ: Pinterest

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading