
Ποίημα του π. Ιωάννη Σμυρναίου του Δομβοΐτη στην Παναγία
Πῶς νὰ ὑψώσω ὄμματα, πῶς νά κινήσω χείλη
πρός Σὲ ποὺ Ἄγγελοι ὑμνοῦν χωρίς σάρκα καί ὕλη·
κι’ αἰδοῦνται νόες πύρινοι, κι’ οἱ τῶν πνευμάτων πρῶτοι
κι’ εἰς τ’ Ὄνομά σου δαίμονες, φρίττουσιν εἰς τὰ σκότη.
Μα ξέρω πόσο συμπαθεῖς τὴν ἀνθρωπίνη φύσι
γι’ αὐτό τολμᾷ τώρα κι’ ἐμοῦ τό στόμα να λαλήσῃ.
Σύ ‘σαι τοῦ γένους, Δέσποινα, ἡ κορυφή ἡ ὑπάτη
που γι᾿ ἄχραντό Του διάλεξε ὁ Ποιητής Παλάτι.
Κι’ ἐνῷ μπροστά Σου, Ἰσόθεη, οἱ Ἀρχαγγέλοι κύπτουν
τα μάτια Σου ὅλο στοργή σέ μᾶς Μητέρα πίπτουν.
Ναί! ὅταν θέλησ᾿ ὁ Θεός να μή χάσῃ κανένα,
Σκέπη καί Μάννα τότε Αὐτός μᾶς ἔδωκε Ἐσένα.
Καί τῷντι δύσκολ᾽ ἄνθρωπο ὁ Ἅδης θά κερδίσῃ
καί ἡ Ἀπώλεια τρόπαιο ἀπάνω του θά στήσῃ
ἀφοῦ Ἐσύ ‘σαι ὅλων μας καί καθ’ ἑνός Μητέρα
κι’ εἶν᾿ ἄπαυστη ἡ πρεσβεία Σου γιά μᾶς νύχτα καί μέρα.
Σύ ‘σαι τῆς Σωτηρίας μας ὁ ἀσφαλής μεσίτης
καί ἀπό Σε κάθε ψυχῆς πρωτὤβγ᾽ ἡ λύτρωσίς της.
Τόν Οὐρανό Σύ προσπαθεῖς ν᾿ ἀνοίξῃς γιά καθένα
καί δέν εἶναι γιά Σέ σ’ τή γῆ παιδιά λησμονημένα.
Σύ εἶσαι μάννα τ’ ὀρφανοῦ, τῆς χήρας ὁ προστάτης
παρηγοριά κάθε ψυχῆς στά τόσα βάσανά της.
Τοῦ πλανωμένου Ὁδηγός, τ’ ἁμαρτωλοῦ συμπόνια
Ὄχι! δέ γνώρισ᾽ ἄνθρωπος σ’ Ἔσέ τὴν καταφρόνια.
Μά καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἤ θνήσκουμε ἤ ζοῦμε
τό Ὄνομά Σου τ’ ἄγιο σ’ τα χείλη μας κρατοῦμε.
Σύ ‘σαι το θάρρος σ’ την ψυχή, Εἰρήνη κι’ Εὐλογία
κι’ ἀνάπαυσι βρίσκουμ᾽ εὐθύς σἄν ποῦμε· Παναγία!
Ἀπ᾿ τὰ μικρά τὰ χρόνια μου, Σε εἶχα ῾γὼ ἐλπίδα
και τη θερμή σου αντίληψι χειροπιαστή την εἶδα.
Ούτε ποτέ θὰ φοβηθῶ ἀπ᾿ τὰ δεινά τοῦ κόσμου
ἀφοῦ σ’ Ἐσὲ ν’ ἐδόθηκε ο βίος ὁ δικός μου.
Στὴν ἄγια Προστασία Σου καὶ σ’ τη σεπτή Σου Σκέπη
δὲν δείλιασε το μάτι μου ἀπ’ ὅ,τι γύρω βλέπει.
Ναί! δὲν φοβήθηκα κακά, ἀνθρώπους, καταιγίδες
πεῖνες, πολέμους, αἵματα, βιοτικές φροντίδες
σεισμούς, πλημμύρες, πυρκαϊές, στη θάλασσα ναυάγια
κι᾿ ὅσα κακά βγαίνουν ‘μπροστά, κι’ ὅσα χτυπάνε πλάγια,
ἢ κύματα ὠκεανῶν καί δίνη πελαγία,
ἐν ὅσῳ λέν᾿ τὰ χείλη μου· «Βοήθα Παναγία!».
Σ’ τον Οὐρανό ή λάμψι Σου σκεπάζει κάθε ἄλλη
καὶ μόνη ἡ Δόξα τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Σοῦ εἶν’ πιό μεγάλη.
Οἱ Ἄγγελοι κι᾿ Ἀρχάγγελοι, κι’ οἱ Ἅγιοι, ναί, ὅλοι
καὶ ὅ,τι κλείουν ἅγιο τοῦ Οὐρανοῦ οἱ θόλοι
ὅλα μαζί ἄν ἐνωθοῦν ποτέ δέν θὰ ᾿μποροῦσαν
τή λάμψη τῆς Ἁγνείας Σου Παρθένε να βαστοῦσαν.
Γι’ αὐτό καί κάθε Χριστιανός, σ’ την Προσευχή πού κάνει
Σένα μεσίτη σ’ τόν Θεόν, Δέσποινα, πάντα βάνει.
Τη δέησί μου, ἀπό μικρός, πάντα σ’ Ἐσέ στηρίζω
μά κι᾿ ὁ καθένας Χριστιανός αὐτό κάνει νομίζω.
Κι’ ἄν δέν βρεθοῦν σ’ τα χέρια μου τ᾿ ἄλλ᾽ ἅγια βιβλία
ποὔχουν για κάθ᾽ ἕνα καιρό πρός το Θεό ὁμιλία
Μηναία, Παρακλητική, Τριώδιο, Ὡρολόγι,
Πεντηκοστάριο, Προσευχῶν, κι’ ἁγίων ὠδῶν λόγοι,
Δέσποινα, μόνοι οἱ ὕμνοι Σου τήν προσευχή μου κάνουν
καί μοῦ πληρώνουν τήν ψυχή κι᾿ ὑπεραρκοῦν καί φθάνουν.
Μ΄ ὅ,τι καλό καί τίμιο εἶν’ στολισμένη ἡ Κτίσι
οἱ Ἅγιοι πού Σ᾽ ὕμνησαν Ἐσέ ἔχουν στολίσει·
καὶ ρήματα προφητικά καί σύμβολα παντοῖα
στο Πρόσωπό Σου πλήρωση βρίσκουν Ὑπεραγία.
Σὲ εἶπαν Κιβωτόν Θεού, Τράπεζαν, ράβδον, στάμνον,
νεφέλην, ὄχημα χρυσοῦν, Βάτον, ἁγίαν θάμνον.
Σὺ εἶσαι τ᾿ ἀλατόμητον πού εἶδ’ ὁ Προφήτης Ὄρος
ποὺ μὲ τὸν λίθον ποὔδωσε τῆς Γῆς πληρώθ᾽ ὁ χῶρος.
Καί τί δὲν ἔγραψαν γιὰ Σε κάλαμοι ἀνδρῶν ἁγίων
πόσαι δέν σ᾽ ὕμνησαν φωναί στομάτων ἐπιγείων!
Ἀπ᾿ ὅσες λέξεις κόσμησαν τό Ἅγιο Ὄνομά Σου
τόμος’ γράφτηκ᾽ ὁλόκληρος μά λίγα εἶν᾿ μπροστά Σου.
Σέ εἶπαν Ὄρθρον φαεινόν, τοῦ Βασιλέως Θρόνον
κτισμάτων πάντων Δέσποινα εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον
ρόδον καί μῆλον εὔοσμον καί τῶν κοιλάδων κρίνον
ἡ Εὔαν τήν Προμήτορα λύσασα τῶν ὠδίνων.
Χρυσήν λυχνίαν καί Ναόν, γέφυρα καί λιμένα
καὶ ἄγκυραν ποὺ μᾶς τραβᾷ ἀπ᾿ τοῦ Ἅδου τόν πυθμένα.
Πολυομμάτων Χερουβείμ Σ᾽ ὑμνοῦν τιμιωτέραν
καί ἀσυγκρίτως Σεραφείμ καλοῦν ἐνδοξοτέραν.
Ἐκλήθης Πύλη τῆς Ζωῆς, τοῦ Γεδεών ὁ πόκος,
μ᾿ ἀπ᾿ ὅλα ἕν εἶν᾿ πιό τρανό: Παρθένος Θεοτόκος.
Στά γόνατα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς πεσμένος
λές κι’ εἶμ᾿ ἐγώ τώρα ἐδῶ, τ’ ἀνθρώπιν᾿ ὅλο γένος.
Τὴν δέησί μου ἀπ’ τὴν ψυχή, πρός Σε Δέσποιν᾿ ἀφήνω
καὶ ἀπό μάτια καὶ καρδιά τά δάκρυά μου χύνω.
Δὲν θὰ σοῦ πῶ, ὄχι, πολλά Οὐράνια Μητέρα
Σύ ξέρεις πιο καλά ‘πὸ μᾶς τί θέλουμε δῶ πέρα,
σ’ τὴ γή αὐτή τῶν πειρασμῶν, τῶν στεναγμῶν τῶν πόνων
δὲν θὰ σοῦ πῶ ὄχι πολλά αὐτά τά λόγια μόνον,
Τὸ φῶς τοῦ Υἱοῦ Σου πάντοτε δός μέσα μου ν’ αὐγάζη
γιά ὅλα τ’ ἄλλα, Δέσποινα, ὅ,τι εἶναι, δέν πειράζει.
Ἀπ᾿ τῆς ἀβύσσου, σῶσέ μας τά κύματα, τά πάθη
φύλαξ᾽ ἀπ᾿ τὰ γλυστρήματα τοῦ βίου μου, τά λάθη.
Ἀπ᾿ τή δεινή τή σύγχυσι, τή σκοτεινή τήν πλάνη
ἀπ᾿ ὅσα ἄλλα κακά μπορεῖ ὁ πονηρός νά κάνῃ.
Ἐμένα καί τούς ἀλλουνούς· μή μᾶς ἀφήσῃς μόνους
ἀλλοιῶς θά μοιάσουμ᾽ ὅλοι μας ξερούς κομμένους κλώνους.
Σε κεῖνους ὁπού βρίσκονται ριγμένοι στο κρεββάτι
ρίξ᾽ ἕνα βλέμμα στοργικό ἀπ᾿ τ᾽ ἅγιό Σου ‘μάτι.
Ὅσα σκληρά εἶν᾿ να γεννοῦν σ᾽ αὐτή τή γενιά τώρα
ἄς μαλακώσουν μ’ ἔλεος πολύ σε κάθε χώρα.
Σ’ αὐτούς πού ᾿φύγαν ἀπ᾿ τή γῆ, κι’ εἶν᾿ στήν οὐράνια Κτίσι
δός τους ἀνάπαυσι πολλή καί Ἔλεος στήν Κρίσι.
Βόηθα καί ᾿μένα, σῶσε με· δέν θέλω τίποτ’ ἄλλο
τὸ ὄνομά Σου νά ὑμνῶ κοντά Σου τό ΜΕΓΑΛΟ.
Πειραιεύς, τῆς Ὁσίας Ξένης, 24/1/1953.
Μοναχός π. Ιωάννης Σμυρναίος ο Δομβοΐτης (1903-1962)
Από το βιβλιό: “ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ”