
Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής : “Απὸ αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους ἔλαβα τάξιν καὶ τυπικόν”
“Ἀδελφὴ ἐν Κυρίῳ καὶ εὐλαβεστάτη Καθηγουμένη Εὐθυμία…
…Ἐμεῖς, ἀδελφή μου, ὅταν ἤλθαμεν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν ἐκλείσθημεν εἰς ἕνα σπίτι, ὅπως ὁ Γέροντας καὶ λοιποί, ἀλλὰ ἐζητήσαμεν, ἐκλαύσαμεν, ἐφωνάξαμεν· βουνὸ καὶ τρύπα δὲν ἀφήσαμεν, γυρεύοντας ἀπλανῆ ὁδηγόν, νὰ ἀκούσωμεν λόγια ζωῆς, ὄχι ἀργὰ καὶ μάταια.
Λοιπόν, δὲν ἀφήσαμεν Γέροντα ἐρημίτην ὅπου νὰ μὴν λάβωμεν ἔστω καὶ ρανίδα ὠφέλεια. Ἄλλος ἐνενῆντα ἐτῶν, μᾶς ἔλεγεν ὅτι ἐκάθισεν σὲ μιὰ κορυφή 17 χρόνια καὶ ἔπιπταν κεραυνοὶ καὶ τοῦ ἔσχιζαν τὰ ροῦχα καὶ ἔκανε ἄκραν ὑπομονήν. Ἄλλος μᾶς ἔλεγεν ὅτι εἶχε δώσει ἀντίδωρον σὲ γυμνοὺς Ἁγίους, ὅπου ἦσαν ἀόρατοι. Ἄλλος ὅτι τοὺς κοινωνοῦσε λειτουργώντας μεσάνυκτα. Ἄλλος ὅτι ἦτον Ρώσσος καὶ ἔκανε χρόνια εἰς τὴν κορυφήν, καὶ κάθε δέκα χρόνια ἤρχετο καὶ συναντοῦσε ἕτερον ἐρημίτην· καὶ μᾶς εἶπε ὅτι τώρα ὅπου εἶμεθα ἐκεῖ τὸν περίμενε καὶ θὰ τὸν ἔβλεπα καὶ ἐγώ, ἀλλὰ φαίνεται ἀπέθανε εἰς τὴν ἔρημον.
Ὅλοι αὐτοὶ εὐωδίαζαν ὡσὰν ἄγια λείψανα. Καὶ τοιαῦτα ἀκούγων ἄναβεν ἡ φωτιὰ περισσότερον. Λοιπόν, ἀρωτοῦσα· πῶς τρῶνε, πῶς προσεύχονται, τί εἶδαν, τί ἐννόησαν, ἀποθνήσκοντες τί βλέπουν. Ἄλλος εἶδεν τὴν Παναγία, ἄλλος Ἀγγέλους, ἐβγαίνοντας ἡ ψυχή τους. Ἀκόμη καὶ τώρα συμβαίνει, ὅπου προτοῦ ἀπεθάνουν, βλέπουν οράσεις διὰ νὰ τοὺς πάρῃ ὁ Θεὸς μὲ γαλήνη.
Τοιαῦτα ὡς ἤκουα ἔτρεχα διψασμένος ὅταν ἀπέθνησκαν, νὰ βλέπω, νὰ ἀκούω τί λέγουν. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους ἔλαβα τάξιν καὶ τυπικόν, πῶς νὰ περιπατῶ εἰς τὴν ζωήν μου. Δὲν λέγω τίποτα ἰδικόν μου, αὐτοὶ μὲ ὁδήγησαν…”
Απόσπασμα από την επιστολή του Οσίου Ιωσήφ προς τη Γερόντισσα Εὐθυμία (18/07/1950)