Νεοελληνική Απόδοση Εκείνες τις μέρες, ο Στέφανος, γεμάτος πίστη και δύναμη, έκανε μεγάλα και καταπληκτικά θαύματα ανάμεσα στο λαό. Μερικοί από τη συναγωγή η οποία λεγόταν «των Λιβερτίνων», καθώς και μερικοί Κυρηναίοι και Αλεξανδρινοί, κι άλλοι από την Κιλικία κι από την επαρχία της Ασίας άρχισαν να λογομαχούν με το Στέφανο. Δεν μπορούσαν όμως ν’ αντιμετωπίσουν τη σοφία και το Άγιο Πνεύμα που τον φώτιζε στα λόγια του. Τότε έβαλαν ανθρώπους να πουν ότι τον άκουσαν να λεει λόγια βλάσφημα για το Μωυσή και για το Θεό. Έτσι ξεσήκωσαν το λαό και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, που πήγαν και τον έπιασαν και τον έσυραν στο συνέδριο. Εκεί παρουσίασαν φευδομάρτυρες που έλεγαν: «Ο άνθρωπος αυτός συνεχώς λεει βλάσφημα λόγια εναντίον του αγίου ναού και εναντίον του νόμου.
Τον έχουμε ακούσει να λεει ότι αυτός ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα γκρεμίσει το ναό και θ’ αλλάξει τους θεσμούς που μας παρέδωσε ο Μωυσής». Όλα τα μέλη του συνεδρίου κοίταξαν το Στέφανο και είδαν ότι το πρόσωπό του έλαμπε σαν να ήταν πρόσωπο αγγέλου. Τότε ρώτησε ο αρχιερέας το Στέφανο: «Έτσι είναι τα πράγματα;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Αδελφοί και πατέρες, ακούστε: Ο δοξασμένος Θεός φανερώθηκε στον πατέρα μας τον Αβραάμ όταν ήταν στη Μεσοποταμία, πριν έρθει να κατοικήσει στη Χαράν, και του είπε: “φύγε από την πατρίδα σου κι από τους συγγενείς σου, και πήγαινε στη χώρα που θα σου δείξω. Εκείνος τότε έφυγε από τη χώρα των Χαλδαίων και πήγε να κατοικήσει στη Χαράν. Από κει, όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Θεός τον έφερε να κατοικήσει στη χώρα αυτή, που κι εσείς τώρα κατοικείτε. Όμως δεν του έδωσε ιδιοκτησία σ’ αυτόν ούτε ένα μέτρο γης, αλλά υποσχέθηκε να τη δώσει σ’ αυτόν, και μετά το θάνατό του στους απογόνους του, αν και ο Αβραάμ δεν είχε τότε παιδί. Την κατοικία αυτή του την έχτισε ο Σολομών. Ο Ύψιστος όμως δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς. Όπως λεει ο προφήτης: Ο ουρανός είναι ο θρόνος μου, Κι η γη είναι το στήριγμα για ν’ ακουμπούν τα πόδια μου. τι σπίτι θα μου χτίσετε; λεει ο Κύριος, και ποιος μπορεί να είναι ο τόπος της κατοικίας μου; Εγώ δεν τα ’φτιαξα όλα αυτά; Σκληροτράχηλοι, με πωρωμένη την καρδιά και κλεισμένα τ’ αυτιά σας, πάντοτε αντιστέκεστε στο Άγιο Πνεύμα· όπως οι πατέρες σας, το ίδιο κι εσείς.
Ποιον από τους προφήτες δεν καταδίωξαν οι προπάτορές σας; Θανάτωσαν αυτούς που προφήτεψαν τον ερχομό του Δίκαιου Μεσσία, που κι εσείς τώρα γίνατε προδότες και φονιάδες του, εσείς οι ίδιοι που λάβατε το νόμο του Θεού μέσω αγγέλων και δεν τον τηρήσατε! Ακούγοντας αυτά εξαγριώθηκαν και έτριζαν τα δόντια τους εναντίον του. Αυτός όμως γεμάτος από το Άγιο Πνεύμα, ατένισε τον ουρανό και είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού και είπε: «Βλέπω τον ουρανό ανοιχτό και τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού». Τότε αυτοί έβγαλαν μια μεγάλη κραυγή κι έκλεισαν τ’ αυτιά τους· όρμησαν όλοι μαζί καταπάνω του. Τον έσυραν έξω από την πόλη και τον λιθοβολούσαν. Οι μάρτυρες κατηγορίας, που θα ’ριχναν πρώτοι τις πέτρες, απέθεταν τα ρούχα τους στα πόδια ενός νεαρού που λεγόταν Σαύλος. Ενώ αυτοί τον λιθοβολούσαν, ο Στέφανος προσευχόταν και έλεγε: «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου». Ύστερα έπεσε στα γόνατα και φώναξε δυνατά: «Κύριε, μην τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή». Και μ’ αυτά τα λόγια ξεψύχησε.
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ]