Ἄλλοι ἄρρωστοι, ἄλλοι γέροι, ἄλλοι ἑτοιμοθάνατοι, πολλές γυναῖκες ἔγκυες, μικρά παιδάκια πού ἔψαχναν τόν μπαμπά τους ἤ τήν μαμά τους, γιατί πολλοί γονεῖς δέν προλάβαιναν νά μποῦνε στό καράβι καί πετοῦσαν τά παιδιά τους μέσα γιά νά τά σώσουν.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, βάζω λίγο τόν ἑαυτό μου στή θέση τοῦ παπποῦ μου ἤ τῆς γιαγιᾶς μου καί πραγματικά μέ πιάνει ἀπόγνωση καί θλίψη. Ὄχι μόνο γι’ αὐτά πού πέρασαν ἀλλά καί γιά ἐμένα τόν ἴδιο, ὅταν βλέπω τήν βαθιά δική τους πίστη καί τήν ρηχή πίστη τήν δική μου.
Θά περίμενε κανείς ὅλοι οἱ πρόσφυγες μετά ἀπό ὅλα αὐτά τά φρικτά πού πέρασαν νά ἦταν σαλεμένοι καί κάθε στιγμή νά βλασφημοῦσαν τόν Θεό.
Κι ὅμως ἐκεῖνοι ὄχι μόνο συνέχιζαν νά ζοῦν φυσιολογικότατα καί μάλιστα μία ζωή χριστιανική, γεμάτη ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού παραδειγμάτιζε τούς γύρω τους, ἀλλά καί χωρίς νά βαρυγκωμήσουν σ’ Ἐκεῖνον ποτέ γιά ὅλα αὐτά πού πέρασαν.