
ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Δεκαπενταύγουστος
Όταν το έμαθε αυτό η Παναγία Μητέρα του Χριστού μας, χάρηκε. Αμέσως, λοιπόν, οδεύει στο όρος των Ελαιών με ζήλο για να προσευχηθεί.
Μετά την προσευχή της, επιστρέφει σπίτι της και αμέσως συγκεντρώνει τούς συγγενείς και τούς γείτονές της, καθαρίζει το σπίτι, ετοιμάζει το νεκρικό κρεβάτι της και ό,τι άλλο χρειάζεται για την ταφή της, αποκαλύπτει στους γύρω της τα λόγια, πού της είπε ο Άγγελος για τη Μετάστασή της στον ουρανό.
Οι γυναίκες, πού είχαν συγκεντρωθεί στην οικία της, όταν άκουσαν αυτά τα λόγια από την Παναγία, ξέσπασαν σε θρήνους και οδύρονταν γοερά. Όταν, όμως, σταμάτησαν το κλάμα, την παρακαλούσαν να μην τίς αφήσει ορφανές.
Η Παναγία Μητέρα μας διαβεβαίωσε όχι μόνον αυτές, αλλά και όλον τον κόσμο, ότι μετά τη Μετάστασή της θα περιφρουρεί και θα επιβλέπει τούς πάντας.
Ενώ στο σπίτι της Θεομήτορος διαδραματίζονται όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, ξαφνικά ακούγεται ένας ισχυρός θόρυβος και οι Μαθητές του Χριστού με θαυμαστό τρόπο, φθάνουν όλοι μαζί στο σπίτι της Θεομήτορος.
Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Ιερόθεος και μαζί του ο Τιμόθεος, οι πεπληρωμένοι με Άγιο Πνεύμα Ιεράρχες, πού με νέφη μεταφέρθηκαν από μακριά και αυτοί στην οικία της.
Όλοι, όταν έμαθαν την αιτία της συγκεντρώσεώς τους, της έλεγαν τα εξής· «Εσένα, Δέσποινα, όταν παρέμενες στον κόσμο σε βλέπαμε σαν να βλέπαμε τον ίδιο τον Δεσπότη και Δάσκαλό μας και γι’ αυτό παρηγοριόμασταν· τώρα, όμως, όπως βλέπεις, γεμίσαμε από λύπη και δάκρυα, εξαιτίας της Μεταστάσεώς σου. Επειδή, όμως, πηγαίνεις στα υπερκόσμια, χαιρόμαστε, πού έτσι αποφάσισε ο Θεός για σένα».
Ενώ τα έλεγαν αυτά, η Παναγία τούς απαντούσε· «Μη, φίλοι και Μαθητές του Υιού και Θεού μου, μη μετατρέπετε τη χαρά μου σε πένθος, αλλά το σώμα μου να το κηδεύσετε, όπως θα το τακτοποιήσω εγώ πάνω στην κλίνη μου».
Αφού διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά, φθάνει και ο θεσπέσιος Παύλος, ο οποίος πέφτει στα πόδια της Θεοτόκου, την προσκυνά και αρχίζει να της λέει πολλά εγκώμια· «Σέ χαιρετώ, Μητέρα της Ζωής και θεμέλιο του κηρύγματός μου. Αν και δεν είδα τον Χριστό, βλέποντας εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».