
«Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ ποὺ μὲ ἀκοῦτε, ἐγὼ ἀγράμματος ἄνθρωπος είμαι, ἐσεῖς ξέρετε καὶ γράμματα μορφωμένοι ἄνθρωποι εἶστε, μόρφωση ἔχετε, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Χριστὸ παιδιόθεν καὶ ὅταν ἔχουμε τὸν Χριστό, δὲν θέλουμε τίποτε ἄλλο. Μετὰ τὸν τάφο ἀρχίζει ἡ νέα ζωή. Μέχρι τὸν τάφο ἀκολουθοῦν τὰ παράσημα, οἱ σταυροί, οἱ δόξες, οἱ τιμές. Ὅλα, παιδιά μου, προσωρινά εἶναι. Γι’ αὐτὸ νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχή μας, ποὺ εἶναι πρᾶγμα ἀθάνατο.
Νὰ εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι, διότι δὲν ξέρουμε πότε θὰ φύγουμε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή. Νὰ μὴν λέμε “Δὲν πειράζει, αὔριο θὰ μετανοήσω”.
Ποιός ξέρει τὸ αὔριο; Τὸ αὔριο εἶναι τοῦ Θεοῦ. Οὔτε τὴν ὥρα ξέρουμε. Ξημερώνει καὶ δὲν ξέρουμε ἂν βραδιάσει.
“Επιμελεῖσθε ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου”».
Άγιος Ιάκωβος (Τσαλίκης)
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
«Ὁ Γέρων Ἰάκωβος, Διηγήσεις, νουθεσίες, μαρτυρίες».