
Από ἕνα διάλογο μεταξύ ενός Επισκόπου καί ἑνός Ἱερέως
Ἀφοῦ προηγήθηκε ένας εὐλογημένος διάλογος, γεμάτος συναίσθηση και κατάνυξη, στην συνέχεια λέει ὁ παπᾶς στόν Ἐπίσκοπο:
-Εἶμαι, Σεβασμιώτατε, ὁ ἁμαρτωλότερος παπᾶς.
-Γιατί τό λές αυτό; Τόν ρώτησε ὁ δεσπότης.
-Διότι εἶμαι ἀνάξιος. Αλλά, ὅταν τελῶ τήν Θεία Λειτουργία, δεσπότη μου, τήν ὥρα τῆς μετουσιώσεως, κλείνω τα μάτια μου, γονατίζω και λέω στόν Θεό. Τώρα ἐγώ δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε! Αν θέλεις, στείλε τό Ἅγιο Πνεῦμα να κάνει τήν δουλειά Του. Σε παρακαλώ!
Ὁ Ἐπίσκοπος κατενύγη. Εσκυψε τό κεφάλι. Καί μέ σιγανή φωνή τοῦ εἶπε:
-Πήγαινε στο καλό, παπά μου….
(Από τό περιοδικό «ΠΡΟΣ ΙΕΡΕΑ», τ. 22, Οκτώβριος 2001)