
Η ωριμότητα δεν έρχεται ως τιμωρία του χρόνου, αλλά ως έπαθλο της εμπειρίας.
Υπάρχει μια μέρα (δεν ξέρεις πότε ακριβώς έρχεται), που ανοίγεις τα μάτια και αντιλαμβάνεσαι πως η νιότη δεν κατοικεί πια στο σώμα σου. Δεν είναι πια οι καθρέφτες που το μαρτυρούν, ούτε οι λευκές τρίχες που ανθίζουν στα μαλλιά σου σαν χιονονιφάδες σε ώριμο κλαδί. Είναι η αίσθηση. Είναι η σιγή που διαδέχεται τη φασαρία, η εσωτερική γαλήνη που αντικαθιστά τον αδιάκοπο παλμό της προσμονής. Είναι το βλέμμα που κοιτάζει τον κόσμο όχι πια με λαχτάρα να κατακτήσει, αλλά με ευγνωμοσύνη που αντέχει να παρατηρεί.
Η νιότη φεύγει. Όπως φεύγει η παλίρροια από την ακτή, αφήνοντας πίσω της κοχύλια, φύκια και το υγρό αποτύπωμα όσων ήρθαν και πέρασαν. Και μαζί της φεύγουν και οι παλιές σου ανάγκες· εκείνη η άλογη βιασύνη να αποδείξεις, εκείνη η σχεδόν παιδική αγωνία να αρέσεις, να χωρέσεις, να μη μείνεις πίσω. Οι ώμοι σου που άλλοτε λύγιζαν από το βάρος της προσποίησης τώρα ισιώνουν, γιατί δεν χρειάζεται πια να κουβαλούν το φορτίο των άλλων.
Η ωριμότητα δεν έρχεται ως τιμωρία του χρόνου, αλλά ως έπαθλο της εμπειρίας. Είναι η στιγμή που περπατάς πιο αργά, όχι από κόπωση, αλλά από σοφία. Κάθε βήμα μετρά περισσότερο, όχι γιατί πονά, αλλά γιατί έχει λόγο ύπαρξης. Δεν αποζητάς πλέον την ταχύτητα· αναζητάς την ουσία. Δεν χάνεσαι στους θορύβους· επιλέγεις τις σιωπές που σε λυτρώνουν.
Και οι αποχαιρετισμοί, δεν είναι πια πληγές. Είναι τελετές. Ήρεμες, αληθινές, αναγκαίες. Μαθαίνεις να λες αντίο χωρίς να κομματιάζεσαι. Δέχεσαι την απουσία ως μέρος της φυσικής τάξης. Και πάνω απ’ όλα, σέβεσαι εκείνους που έμειναν: όχι επειδή δεν μπορούσαν να φύγουν, αλλά επειδή διάλεξαν να είναι μαζί σου, όπως είσαι. Όχι όπως προσποιήθηκες να είσαι.
Γερνώντας, δεν μικραίνεις. Αντιθέτως, μεγαλώνεις εσωτερικά. Αποχαιρετάς πρόσωπα, εποχές, εαυτούς που δεν σε χωρούν πια. Αποδέχεσαι ότι κάποια όνειρα ήταν απλώς εφηβικά φαντάσματα. Μα στην αποδοχή αυτή δεν υπάρχει πίκρα· υπάρχει απελευθέρωση. Μαθαίνεις να αγαπάς όχι το ενδεχόμενο, αλλά το αληθινό. Όχι τη φαντασία, αλλά την ουσία.
Η ομορφιά, τέλος, αποκαλύπτεται στην πιο γνήσια μορφή της: όχι στις επιφάνειες, αλλά στα βάθη. Δεν ήταν ποτέ το λείο δέρμα, οι σφιχτοί μύες, τα νεανικά χαμόγελα. Ήταν και είναι οι ρωγμές που αφηγούνται. Οι πληγές που δεν ντρέπεσαι να δείξεις. Οι σιωπές που σε δίδαξαν περισσότερα από χίλια λόγια. Είναι η ιστορία που κουβαλάς, που γράφτηκε με κόπο και αγάπη, με απώλειες και θαύματα, με λάθη και με γενναίες επανεκκινήσεις.
Η ζωή δεν μας υπόσχεται αιώνια νεότητα. Μας προσφέρει όμως κάτι σπανιότερο: την ευκαιρία να γίνουμε αληθινοί.
Και αυτή είναι η πιο σπάνια μορφή ομορφιάς που υπάρχει.
Απο τη σελίδα: “Κούρος Αλέξανδρος”