Η Παναγία δέ φούσκωνε από έπαρση μήτε κόμπαζε

Αληθινά ἀπορεῖ κάθε νοῦς, ὅταν στοχασθῆ τήν ἐσχάτη ταπείνωση, πού εἶχε ἡ Θεοτόκος. Αν καί εἶχε στην κοιλία της τόν Θεόν Λόγον, ἄν καί ἦτο Μητέρα ἀληθινή τοῦ Θεοῦ καί βασίλισσα ὅλων τῶν δημιουργημάτων Του, ὅσον ἐκ τούτων ἦτο μεγάλη καί ὑψηλή, τόσο ταπείνωνε τόν ἑαυτό της, ὥστε ἀπό τήν ταπείνωση να βρῆ περισσότερη χάρη ἀπό τόν Θεό, κατά τόν Σειράχ «όσο μέγας εἶσαι, τόσο ταπείνωνε σεαυτόν, καί ἔναντι Κυρίου εὑρήσεις χάριν» (γ΄ 18).

Αυτή εἶναι ἡ γνήσια ταπείνωση, νά ἔχη τινάς στον εαυτό του κάτι μέγα και θαυμαστό καί ἄξιον ύπερηφανείας, αὐτός ὅμως δὲν ὑπερηφανεύεται δι’ αὐτό, ἀλλά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του χῶμα καί στάχτη, καθώς λέγει καί ὁ ἀββᾶς Ισαάκ στον κ’ λόγο Του.

Μερικοί Πατέρες πιστεύουν ὅτι ἡ Παρθένος ἀπό τήν πολλή καί ὑπερβολική ταπείνωσή της δέν φανέρωσε στον μνηστήρα της Ιωσήφ τόν Εὐαγγελισμό τοῦ Αρχαγγέλου Γαβριήλ, γιά νά μήν καυχηθῆ καί ὑπερηφανευθή. ᾿Αλλά ἄφησε τόν Θεό νά τόν πληροφορήση. Προτίμησε να πέση σε πειρασμούς καί νά θεωρηθῆ ὡς κλεψίγαμος, παρά νά νομισθῆ υπερήφανη, διότι γνώριζε ὅτι «ό ταπεινός ποτέ δεν πέφτει· ἀπό που να πέση, ἀφοῦ εἶναι κάτω ἀπό ὅλους; ή ταπεινοφροσύνη εἶναι μεγάλη ὕψωση καί τιμιότης καί ἀξίωμα, διότι εἶναι τό κατοικητήριο καί ἡ ἀνάπαυση του Αγίου Πνεύματος» (Μέγας Μακάριος, ὁμιλία ιθ΄).

Ποῦ εἶναι τώρα ἐκεῖνοι οἱ ὑπερήφανοι Χριστιανοί καί μοναχοί, πού, ἂν τύχη καί λάβουν κανένα χάρισμα φυσικό ή πνευματικό ἀπό τόν Θεό, υπερηφανεύονται καί ἐπαίρονται; Ας μιμηθοῦν τήν Παρθένο Μαρία καί ἄς λάβουν ἀπό αὐτήν παράδειγμα ταπεινώσεως. Διότι αὐτή, μέ ὅλο πού είχε στον εαυτό της συναγμένο το πλήρωμα ὅλων τῶν χαρίτων, ὅσες έλαβαν όλα μαζί ἐπίγεια καί οὐράνια κτίσματα τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἦτο ταπεινή καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό της κατώτερη ἀπὸ ὅλους.

Ἐνῶ αὐτοί, διότι δῆθεν ἔλαβαν χάρισμα κατανύξεως καί ἔχυσαν λίγα δάκρυα, ή διότι προσευχήθηκαν καθαρῶς ἤ νήστευσαν ἤ ἔγιναν ἀκτήμονες, ἀμέσως υψηλοφρονοῦν καί νομίζουν πώς είναι κάποιο μέγα πράγμα.

Ας μάθουν λοιπόν οἱ τοιούτοι ὅτι, ἄν δέν φθάσουν στην πόλη τῆς ταπεινώσεως, κἂν εὔρουν ανάπαυση ἀπό τά πάθη, κἂν χαρίσματα λάβουν, δέν πρέπει νά πιστεύουν στον ἑαυτό τους. Διότι ἐνεδρεύει ὁ διάβολος νά τούς ρίξη σε κανένα ολίσθημα. Να περιμένουν μετά τήν ἀνάπαυση ενόχληση καί ταραχή, ὅπως λέει καί ὁ ἀββᾶς Ισαάκ στόν κδ’ λόγο.

Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χρυσόστομος, «τίποτε δέν φτάνει τήν ταπεινοφοσύνη αὐτήν μακάρισε πρώτην ὁ Ἰησοῦς στούς μακαρισμούς, σάν θεμέλιο καί κρηπίδα μεγάλης οἰκοδομής, διότι δέν εἶναι δυνατόν νά σωθῆ κανείς χωρίς αυτήν». (ις 205).

Παρά τη μεγάλη τιμή καί τή δόξα πού ἀπέλαυε ἡ Παναγια σάν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καί χαριτωμένη μέ τίς εύλογίες τοῦ Θεοῦ περισσότερο από κάθε ἄλλον ἄνθρωπο σε ὅλη τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ὅμως δέν ἔμεινε ἀργή καί δέν ἐπέτρεψε στον εαυτό της νά δεχτή λογισμούς ύπερηφανείας, δέ φούσκωνε από έπαρση μήτε κόμπαζε. Αντίθετα, ἐσυνερίζετο καί ἐφιλοτιμεῖτο νά ἀγωνίζεται μέ κάθε εἶδος ἀσκήσεως, μέ νηστείες, με προσευχές, μέ γονυκλισίες, ὥστε -καθώς λένε οἱ Πατέρες- βαθούλωσαν οἱ πλάκες ὅπου ἀκουμπούσαν τά ἅγια γόνατά της ἀπό τίς πολλές μετάνοιες.

Ιερομόναχος Μάξιμος – Άγιον Όρος

Από το βιβλίο “Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ”

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading