
Κανένα κακό δέν μποροῦν νὰ μοῦ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἐάν μέσα μου δέν ὑπάρχει τρωτό σημείο…
~Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
“Εἶδα δυό σπηλιές· ἡ μία ἔκανε ἀντίλαλο, ἡ ἄλλη ἦταν ἄλαλη. Καί τήν πρώτη τὴν ἐπισκέπτονταν πολλά περίεργα παιδιά και ξεφώνιζαν ἄτακτα, προσπαθώντας να ὑπερνικήσουν τόν ἀντίλαλό της. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη σπηλιά οἱ ἐπισκέπτες ἐπέστρεφαν γρήγορα, γιατί δεν τους ἀποκρινόταν μέ ἠχώ.
Ἐὰν ἡ ψυχή μου πληγώνεται εὔκολα, κάθε κοσμικό κακό θὰ ἀντιλαλεῖ μέσα της. Καί οἱ ἄνθρωποι θά γελούν μαζί μου καί θά ὁρμοῦν ἐναντίον μου ὅλο καί περισσότερο με τίς κραυγές τους.
Ἀληθινά, δέν θά μέ πειράξουν οἱ κακόγλωσσοι ἄνθρωποι, ἐάν ἡ γλῶσσα μου λησμονήσει νά λέει κακές κουβέντες.
Οὔτε θά μέ λυπήσει ἡ μοχθηρία τῶν ἄλλων, ἐὰν δὲν ὑπάρχει μοχθηρία στην καρδιά μου νὰ ἀντηχήσει σαν δερμάτινο ταμπούρλο.
Οὔτε θά μπορέσω νά ἀπαντήσω στόν θυμό μέ θυμό, ἐάν ἡ φωλιά τοῦ θυμοῦ μέσα μου ἔχει ἀδειάσει καί δὲν ὑπάρχει μέσα της κάτι γιά νά ξυπνήσει.
Οὔτε τὰ ἀνθρώπινα πάθη θά μέ ἀγγίξουν, ἐάν μέσα μου τὰ πάθη ἔχουν γίνει στάχτη.
Οὔτε θα με θλίψει ἡ ἀπιστία τῶν φίλων, ἄν ἐγώ ἔχω διαλέξει Ἐσένα γιά φίλο μου.
Οὔτε ἡ ἀδικία τοῦ κόσμου θα με καταβάλει, ἐὰν τὴν ἀδικία τὴν ἐξόρισα ἀπ᾿ τις σκέψεις μου.
Οὔτε τὰ πνεύματα τὰ δόλια τῆς κοσμικῆς ἡδονῆς, τῆς δόξας καί τῆς ἐξουσίας θα με δελεάσουν, ἐὰν ἡ ψυχή μου εἶναι σάν ἁγνή νύμφη που μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα δέχεται.
Κανέναν οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν να σπρώξουν στην κόλαση, ἐὰν μόνος του κανείς δέν ὠθήσει τὸν ἑαυτό του σ’ αὐτὴν. Οὔτε μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑψώσουν κάποιον στις πλάτες τους μέχρι τον θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἐὰν αὐτὸς μόνος του δέν ὑψωθῆ.
Εάν ἡ ψυχή μου δέν ἔχει ἀνοιχτά παράθυρα, δέν μπορεῖ νὰ πεταχθῆ λάσπη μέσα της…
Ας σηκωθή ή φύση ὁλάκερη ἐναντίον μου· τίποτε δέν θα μπορέσει νὰ μοῦ κάνει, παρά να γίνει μοναχά, το συντομότερο, τάφος τοῦ σώματός μου…
Κάθε κοσμική σπορά χρειάζεται κοπριά ἐπάνω της, γιά να φυτρώσει γρηγορότερα καί νὰ εὐδοκιμήσει. Ἐάν ἡ ψυχή μου παρέδωσε, ἀλλοίμονο, τήν παρθενία της καί δέχθηκε μέσα της τόν σπόρο τοῦ κόσμου τούτου, τότε καί την κοπριά, πού ὁ κόσμος ρίχνει στο χωράφι του, πρέπει να τη δεχθῆ…
Ἀλλά ἐγώ Ἐσένα ἐπικαλοῦμαι μέρα καί νύχτα: Ἔλα καί κατοίκησε στην ψυχή μου καί φράξε ὅλες τίς εἰσόδους για τοὺς ἐχθρούς μου. Κάνε τή σπηλιά τῆς ψυχῆς μου ἄδεια καί βουβή, ὥστε κανείς τοῦ κόσμου τούτου νά μήν ἐπιθυμήσει νὰ μπῆ μέσα της.
Ψυχή μου, μέριμνά μου μοναδική, γίνε φύλακας καί μάθε νὰ διακρίνεις τίς φωνές πού χτυπᾶνε πάνω σου. Καί, ὅταν ἀναγνωρίσεις τήν φωνή τοῦ Κυρίου σου, πέτα τίς μιζέριες κι ἀντιλάλησε μ’ ὅλη σου τή δύναμη!
Ψυχή μου, σπηλιά τῆς αἰωνιότητος, μὴν ἐπιτρέψεις να μποῦνε σε σένα γήινοι ληστές, πού παρέρχονται, καί νά ἀνάψουν μέσα σου φωτιά. Μείνε βουβή, ὅταν σοῦ φωνάζουν. Μεῖνε ἀκίνητη, ὅταν χτυπᾶνε πάνω σου. Καί ὑπομονετικά περίμενε τόν Οἰκοδεσπότη σου.
Ἀληθινά, θὰ ἔλθει…”
Από το βιβλίο “ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΣΤΗΝ ΛΙΜΝΗ” ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ