
Διήγημα: “Μια μυρωδιά όλο αγάπη!”
Πέντε ήταν τα παιδιά της Νικολέσιας. Πέντε. Δυο τσούπρες και τρία παιδιά. Στον τόπο εκείνο οι τσούπρες δεν ήταν παιδιά. Ήταν τσούπρες. Τα αγόρια ήταν τα παιδιά.
Δυο τσούπρες και τρία παιδιά είχε η Νικολέσια κι ο άντρας της, την άφησε χήρα απ’ όταν το στερνό τους, ο Σπύρος τους ήταν εφτά χρονών. Ευτυχώς που τα πρώτα της παιδιά είχαν μεγαλώσει λίγο, να μπορούν να πηγαίνουν στο μεροκάματο να βοηθάνε την μάνα τους. Τι μεροκάματο; Χτίστες ήταν σαν τον πατέρα τους, μα πόσα μερεμέτια να’ χει το χωριό;
Δεν είχε δουλειά για τους δύο κι έτσι ο ένας αναγκάστηκε να φύγει για αλλού να βρει δουλειά να βγάζει κάνα φράγκο να στέλνει και στην μάνα του.
Μα εκεί που πήγε σε ένα άλλο χωριό μακριά από το δικό του, βρήκε μια κοπέλα αγαπηθήκανε και παντρεύτηκε και φράγκο δεν ξανάστειλε. Είχε το σπιτικό του τώρα κι έπρεπε να το φροντίσει. Η μάνα δεν του κάκιωσε. Ίσα ίσα που χάρηκε για το παιδί της. Ένα πράγμα ήθελε αυτή. Να είναι καλά και να’ρχεται να τον βλέπει που και που. Και πήγαινε να την δει, παράπονο δεν είχε. Με τα χέρια γεμάτα καλούδια έφτανε στο σπίτι της.
Μόνο που αυτή δεν είχε να του δώσει τίποτα, παρά μονάχα έβαζε στον τορβά που είχε κείνος τα καλούδια του, δυο τρεις κοκόσιες και πέντε έξι τσίγαλα. Αυτά είχε η καψερή κι αυτά έδινε.
Μα κείνος δεν τα ήθελε, αλλά να μην της χαλάσει το χατίρι τα έπαιρνε.
Ο άλλος της που έμεινε και έκανε τον χτίστη βοήθησε μέχρι να παντρευτούν οι τσούπρες, που καλοπαντρεύτηκαν στο χωριό κι δυο τους.
Είχε μεγαλώσει κι ο Σπύρος και κείνος βοήθησε σε όλα για τις αδερφές του. Είχε και κείνος το χάρισμα του χτίστη και επειδή στο χωριό δεν χωράγανε δυο χτιστάδες, ετούτος δούλευε βγάζοντας τα λιθάρια από τα χωράφια των χωριανών του και όχι μόνο, πήγαινε και στην γύρω περιοχή.
Έβγαζε τα λιθάρια κι έχτιζε μα δαύτα τα σύνορά τους κι ήταν ξακουστός για την τέχνη του. Είχαν μια ομορφιά τα τοιχάρια του και μια ευθεία που δεν ξέφευγε ούτε μια μύτη από τα λιθάρια.
Ήρθε η ώρα να παντρευτεί ο άλλος μεγάλος αδερφός κι ο Σπύρος έβαλε πλάτη να γίνει ένας γάμος, κατά πως ταίριαζε στον αδερφό του ,που στάθηκε άξιος απέναντι σε όλους τους.
Στην μάνα, στις τσούπρες μα και σε κείνον που τον είχε σαν παιδί του αφού ήταν ο μικρός τους. Και έγινε μεγάλος γάμος και γλέντι μεγάλο. Ήρθε κι ο πρώτος τους με την φαμίλια του και γλένταγαν τρία μερόνυχτα.
Η νύφη μια ομορφογυναίκα από το δίπλα χωριό, αλλά όση ομορφιά είχε, άλλο τόσο στριμμένη ήταν κι άρχισε σιγά σιγά να βγάζει ένα χαρακτήρα που η μάνα κι ο Σπύρος δεν ξέρανε πως να της φερθούν. Ό,τι και να κάνανε, ό,τι και να λέγανε αυτή διαφωνούσε κι έβαζε λόγια στον άντρα της.
Μια, δυο, πέντε, δέκα, ώσπου εκείνος κουράστηκε από την γκρίνια της και ήταν στεναχωρημένος. Θα φύγουμε του είπε η μάνα. Θα φύγουμε να μην γκρινιάζει και μην στεναχωριέσαι. Αυτό ήθελε και κείνη. Να φύγουν να μείνει μόνο με τον άντρα της και τα κατάφερε.
Έπεσε κι αρρώστησε η Νικολέσια απ το μαράζι της με τούτο που τους βρήκε. Αυτοί όλοι τους περάσανε φτώχια, μοιράζανε μια φέτα ψωμί σε πέντε κομμάτια να βάλουν στο στομάχι τους. Μοιράζανε μια παλάμη ελιές να φαν το βράδυ κι ήρθε τούτη να τους κάνει άνω κάτω;
Μα τι να κάνει; Το παιδί της την ήθελε. Θα’ χε φαίνεται κρυφά χαρίσματα… Κι έπεσε του θανατά και δεν ξανασηκώθηκε μέχρι που βγήκε η ψυχούλα της. Δίπλα της ήταν την ώρα κείνη, όλα της.
Κι οι τσούπρες της και τα παιδιά της. Τα κοίταξε μέσα στα μάτια τους όλα, τα αγκάλιασε, τα φίλησε και τους άφησε την ευχή της.
Να έχετε υγεία τους είπε.
Υγεία κι αγάπη και συγχωρέστε την γυναίκα του αδερφού σας. Και σαν το άκουσε ετούτο εκείνος ξέσπασε σε κλάματα και ζήταγε συγνώμη από την μάνα του, μα τι να έκανε; Είχε στην κοιλιά της το παιδί του. Κι έφυγε η Νικολέσια από την ζωή, μαζί με την εικόνα της φαμίλιας της και την νύφη σε μια γωνιά να την κοιτάει πότε θα βγει κείνη η ψυχή η ταλαιπωρημένη.
Μα δεν σταμάτησε εκεί η κακίστρω. Άρχισε να βάζει ξανά λόγια στον άντρα της πως ο Σπύρος την κοιτάζει πονηρά. Κι ο καψερός ο Σπύρος δεν την κοίταξε ποτέ στα μάτια της. Ούτε που την συναντούσε κι άμα τούτο γινόταν να ανταμώσουν, στο χώμα κοίταγε ο δόλιος. Στο χώμα.
Μα δεν την πολύ έβλεπε. Στα χωράφια όλη μέρα να χτίζει τα τοιχάρια του και σαν μαζεύονταν κουρασμένος, χωνόταν σε ένα δωμάτιο που ήταν στην άκρη της αυλής, ίσα ίσα που χώραγε ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι με μια καρέκλα. Είχε φύγει μόνος του από το σπίτι, παρόλο που δεν ήθελε ο αδερφός του να φύγει. Δεν θέλω να’ μαι στα πόδια σας του είπε ο Σπύρος, μα μένα μου φτάνει το δωμάτιο της αυλής κι έφυγε.
Ένα πιάτο φαΐ της είπε, θα βρίσκει ο Σπύρος σαν θα γυρνάει από τα χωράφια. Είναι απαίτηση και θα το κάνεις.
Ποτέ δεν το έκανε και το’ κανε μόνος του. Έπαιρνε ένα πιάτο φαΐ και το ακούμπαγε στο τραπέζι του Σπύρου. Και σαν το’ δε κείνη, έκανε λιγότερο να μην περισσεύει. Και πάλι αυτός μοίραζε το δικό του και το πήγαινε στον αδερφό του.
Ο Σπύρος δεν ήθελε να γίνεται έτσι. Μπορώ του έλεγε να ψήσω δυο αυγά κι ένα τηγάνι πατάτες να φάω κι η ψυχή του μεγάλου πονούσε σαν το άκουγε τούτο.
Ήρθε η ώρα να γεννήσει η νύφη και δεν τα κατάφερε να το κάνει ζωντανό. Λες κι ο θεός, της έδωσε τούτο τον πόνο να πληρώσει τις αμαρτίες της και την κακία της που είχε για την οικογένεια του άντρα της.
Τι έφταιγε το καημένο τα παιδάκι;
Αλλά ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Της στάθηκε ο άντρας της να το ξεπεράσει. Μαζί το ξεπέρασαν κι ο Σπύρος θέλησε να της πει δυο κουβέντες πως λυπάται γι αυτό που την βρήκε.
Κι αυτή μπροστά στον άντρα της, αν λυπάσαι να σηκωθείς να φύγεις από την αυλή του είπε. Δεν σε θέλω στο σπίτι μου.
Σηκώνεται πάνω ο άντρας της, και ποιος είδε θεούς και δαιμόνους μαζί και δεν φοβήθηκε…
Αν κάποιος θα φύγει από δω, θα είσαι συ της είπε. Αυτό δεν είναι σπίτι σου και συ δεν είσαι άξια να μένεις εδώ μέσα. Μάζεψε ό,τι έχεις δικό σου και σε πάω στους γονείς τώρα. Κι ο Σπύρος έπεσε πάνω του. Μη αδερφέ. Μην την διώχνεις και γω είχα κατά νου να φύγω. Κι όχι που το λέει αυτή, αλλά το είχα αποφασίσει μόνος μου κι ήρθε η ώρα να το κάνω. Έχω και γω βρει τον άνθρωπό μου του είπε και θα ζήσω μαζί της.
Και τούτο το ψέμα μαλάκωσε λίγο τον αδερφό του κι έκανε πίσω. Τίποτα δεν πήρε ο Σπύρος στο φευγιό του. Τίποτα. Που να τα πάει; Σάμπως είχε που να μείνει;
Έφυγε κι έμενε σε ένα στάβλο έξω από το χωριό του. Όλη μέρα δούλευε και το βράδυ αργά κοιμούνταν με τα γελάδια και του κάνανε χαρά σαν τον βλέπανε να μπαίνει και να κουρνιάζει σε μια γωνιά. Μα τούτο δεν κράτησε πολύ. Πέρασε από το μνήμα της μάνας του, την χαιρέτισε, χαιρέτισε και τα αδέρφια του και έφυγε.
Του είχαν πει τα αδέρφια του να μείνει μαζί τους σαν έφυγε από την αυλή, μα αυτός δεν ήθελε να βαραίνει κανέναν.
Άσε που έπρεπε και κείνος να κάνει οικογένεια. Τους χαιρέτησε κι έφυγε. Για που; Ούτε και κείνος ήξερε.
Βγήκε στη δημοσιά κι όταν πέρασε το πρώτο πούλμαν, το πήρε.
Δεν ρώτησε που πάει, Πλήρωσε το εισιτήριο μέχρι το τέρμα της διαδρομής χωρίς να ξέρει που πηγαίνει, ούτε και τον ένοιαζε.
Από το πρωί ταξίδευε και σαν βράδιασε, εδώ είναι το τέρμα του είπε ο οδηγός. Φτάσαμε στην πρωτεύουσα του είπε, Στην Αθήνα ήρθες. Με το που βγαίνει έξω από το πούλμαν ο Σπύρος, ένας άντρας μεγάλος σε ηλικία φώναζε, εσείς που έρχεστε μήπως είναι κάποιος μάστορας; Μήπως ξέρει κανείς να χτίζει;
Ένα μήνα ψάχνει του λέει ο οδηγός μα δεν βρίσκει κανέναν. Τώρα τον βρήκε είπε ο Σπύρος και φώναξε. Εγώ είμαι. Εγώ ξέρω του είπε. Δυο πράματα τον ρώτησε κι ο Σπύρος απάντησε.
Τον χτύπησε στην πλάτη και τον πήρε μαζί του.
Μεγαλοεργολάβος ήταν ετούτος που φώναζε και τον πήρε στην δούλεψή του. Είδε το ταλέντο του στο να χτίζει και τον έκανε πρωτομάστορα με καλό μεροκάματο.
Μια γυναίκα σταμάτησε μια μέρα στην οικοδομή που δούλευε και τον ρώτησε, αν είναι εκεί ο πατέρας της. Κόρη του ήταν κι ρημάδα η καρδιά του είχε χτυπήσει πριν το μάθει. Με το που την είδε κλώτσησε στα στήθια του κι άντε τώρα να την δαμάσει.
Μα κι αυτηνής το ίδιο.
Δεν έλεγε να φύγει κι ας μην ήταν ο πατέρας εκεί. Τόλμησε ο Σπύρος να την καλέσει να την κεράσει έναν καφέ και κείνη είπε ναι αμέσως.
Φόρεσε τα καθαρά του και να τώρα κοιτάει σε κείνον τον καθρέφτη που’ χε κρεμασμένο στον τοίχο τα μούτρα του. Καλός είμαι σκέφτηκε, γέλασε και τράβηξε την πόρτα να κλείσει και πήγε να την βρει. Απλή και κείνη κι ας είχε χρήματα ο πατέρας της. Απλή και καταδεχτική. Τον ρώτησε από που ήρθε, την ρώτησε τι γνώμη έχει για τους φτωχούς.
Τον ρώτησε αν ξέρει να αγαπάει, την ρώτησε αν είχε αγαπήσει ποτέ της. Τον ρώτησε αν του αρέσει η πόλη, την ρώτησε αν θα μπορούσε να ζήσει σε χωριό. Τον ρώτησε αν έχει αδέρφια, την ρώτησε αν της άρεσε η μεγάλη οικογένεια.
Και είπαν πολλά και ταίριαζαν σε όλα. Και έμαθε πως δεν είχε αγαπήσει άλλον κι έμαθε και κείνη πως μπορεί να αγαπήσει και πολύ! Ένας μεγάλος έρωτας γεννήθηκε κι ο πατέρας δεν έφερε αντίρρηση καμία. Μόνο να είναι εκείνη καλά ήθελε. Η μάνα της δεν ζούσε. Είχε κάποια χρόνια που τους άφησε.
Το καλύτερο σπίτι έχουν στο χωριό του Σπύρου. Μαζί με τα αδέρφια του, τους χτίστες έχουν μια μεγάλη οικοδομική εταιρία. Ο πεθερός του κλείνει δουλειές, η γυναίκα του κρατάει τα λογιστικά και τα κέρδη στον καθένα αυτό που του αναλογεί. Και τις τσούπρες βοηθάνε τα παιδιά, όπου έχουν ανάγκη.
Την κακίστρω, σαν εκείνος έφυγε, ο αδερφός του την έστειλε στην μάνα της να της βάλει μυαλό,αλλά πίσω δεν την ήθελε κι ας του έλεγε πως άλλαξε και πως μετάνοιωσε.
Κι η Νικολέσια, αχ η Νικολέσια πως καμάρωνε που έπιασε η ευχή της. Να έχετε υγεία και αγάπη τους είπε.
Πως να μην έχουνε αγάπη; Πως; Σάμπως ξέχασαν ποτέ την φέτα που μοιράζονταν στα πέντε; Η τις ελιές στην παλάμη της μάνας, που τις έκανε πέντε μοιράδια, από δυο στον κάθε ένα;
Και κείνη να μένει χωρίς μοιράδι. Αυτή τους έμαθε πως αγάπη είναι να δίνεις! Και τούτο κάνανε κι αυτοί. Δίνανε!
Όπως δίνανε και το δάκρυ τους σαν πηγαίνανε και της λέγανε, μάνα, σ’ ακούσαμε. Σ’ ακούσαμε!
Και κείνη ξεσταύρωνε τα χέρια της και πότε σκούπιζε τα δάκρυά τους και πότε τα ακουμπούσε στα κεφάλια τους, λέγοντας, την ευχή να’ χετε! Την ευχή μου!
Και το δικό της δάκρυ πότιζε τις ρίζες του βασιλικού που της είχαν φυτέψει οι τσούπρες της στον τάφο. Και σαν τα παιδιά της σκύβανε να τον μυρίσουν, είχε την μυρωδιά της μάνας τους!
Μια μυρωδιά όλο αγάπη!
Ελευθερία Λάππα
Από τη σελίδα: “Ομφαλός της γης”